Σ’ ένα γυναικείο άγαλμα

Στέκεις κομψή και ραδινή
μες στο πολύπτυχο ένδυμα
κόρη που με κοιτάζεις σαν άγραφο χαρτί
και περιμένεις να διηγηθώ την ιστορία σου.
Δεν ξέρω αν αγαπήθηκες
με την αγάπη που έπρεπε
από άντρα ταιριαστό στην ομορφιά σου.
Ούτε μπορώ να φανταστώ
αν έγειρε να κοιμηθεί στον ώμο σου
σάρκα εκ της σαρκός σου.
Η θλίψη όμως που χαράχτηκε στο βλέμμα σου
με έσπρωξε να φανταστώ
πως στις χαρές δε χάρηκες όσο έπαιρνε,
αλλά στις λύπες δόθηκες-
και με το παραπάνω.
(Περιοδικό “Πλανόδιον” # 39)
Τα τζην και τα μακώ
Καμμιά φορά γυρίζεις και θυμάσαι
όχι φορέματα που ντύθηκες
και καθρεφτίστηκες φιλάρεσκα
μες των αντρών τα μάτια,
μα κάτι ρούχα ταπεινά,
πού΄ χες μ΄ αυτά τα χρόνια σου τα δεκαεννέα ντύσει
και πέσαν από πάνω σου αργά.
Η κοριτσίστικη ντροπή σου τα κρατούσε
και σώμα με σώμα δύσκολα
ο έρωτας νικούσε στο τρυφερό το πάλεμα.
Σώμα με σώμα
αίμα με αίμα
μέθαγε στα χέρια του το ξαφνιασμένο δέρμα
πήγαινε από πάνω σου να πέσει
και αυτό.
Τα τζην και τα μακώ
τα ταπεινά τα ρούχα γυρίζεις και θυμάσαι
το ρίγος του κορμιού
των δεκαεννιά χρονών.
Συνάντηση
Αυτός αντίκρυ μου ο άντρας
ήταν στα εικοσιτρία του χρόνια
άγαλμα αψεγάδιαστο,
το αίμα του ζεστό.
Τώρα κοιτώ η ομορφιά του φθάρηκε.
Έγνοιες και συμβιβασμούς,
μια άχαρη μικροζωή
η όψη του προδίδει.
Καλύτερα να τον θυμόμουνα αλλιώς.
Στάθηκε λέω τυχερός ο Οροφέρνης Αριαράθου.
Χαράχτηκε στο νόμισμα αισθητική η μορφή του
και τον αναμνημόνευσαν και οι στίχοι
στους αιώνες
αγόρι αισθητικό.
Ο Οροφέρνης Αριαράθου
μνήμη αγοριού της Ιωνίας
θα φέρνει πάντα στο μυαλό.
Στην Πάτμο -κοιτάζοντας τη χώρα
Στην Πάτμο
κάτω απ΄το μεγάλο αρμυρίκι
στην άσπρη παραλίa
να μη χορταίνεις να κοιτάς
βασίλισσα τη χώρα.
Ολημερίς κάτω από τον ίσκιο
τρεις – τέσσερις ομήλικοι θαμώνες.
Χαρτιά, ρακέτες, άλλος βιβλία, μια κιθάρα.
Εκεί ένα μελαχρινό παιδί απ ΄τη Λαμία , ένας Γιάννης
-διάβαζε τα άνθη του κακού και τον Λωτρεαμόν-
ήθελε να σωθεί από μια Μαρία.
Γύρνα και κοίτα του είπα ,αντί για μένα,
βασίλισσα τη χώρα
στεφανωμένη απ ΄τα κλαδιά
που μας κρατούν σκιά.
Κανένας δεν με παρακάλεσε ως τότε μη φύγω από το σπίτι,
μη φύγω από την πόλη,
μη φύγω από κοντά του.
Κι αυτός με επιμονή που με ακολούθησε χαράματα
ως το πλοίο,
μου ζήτησε με πάθος να μη φύγω.
Μη φύγω από πού απ ΄τη σκιά.
Και ούτε κανείς
με παρακάλεσε μετά.
Mελτέμι
Μετά από χρόνια αν ξαναπάς στην Αμοργό
θα είσαι πάλι δεκαεννιά.
Στη χώρα οι δρόμοι δε θα σʼ έχουν λησμονήσει.
Εδώ,
στον άνεμο που σφύριζε θαυμαστικά,
ένα φουστάνι σου που φόραγες ,
λευκό ,
είχες χαρίσει .
ΣΤΟΝ ΕΥΡΙΠΟ
Στον Λουκά Κούσουλα
Επιστρέφοντας από τη Σκύρο ,σταματήσαμε
στην προκυμαία της Χαλκίδας.
Ωραίος πεζόδρομος, αιθρία. Λίγο πριν τη γέφυρα
δύο νέα παιδιά στην αρχή του έρωτά τους
ζήτησαν να τους βγάλουμε φωτογραφία.
Στο βάθος ο λόφος του Καράμπαμπα.
Πίσω από τα όμορφα κεφάλια τους μέσα στο φακό
κύλαγε ο Εύριπος τα αλλόκοτα νερά του
και έπλεε αλίμενο καράβι του Σκαρίμπα.
Στην ηλικία τους,
εκδρομή στην Εύβοια με τη φοιτητική τους συντροφιά,
στο ίδιο αυτό τοπίο
στην ίδια πόζα την αρχέτυπη άλλοι φωτογραφήθηκαν.
Κι εκείνος τότε ο νεαρός πέρασε το χέρι του στους ώμους της
κι εκείνη τότε έγειρε πάνω του το κεφάλι.
Το πρώτο τους αγκάλιασμα.
Θαρρείς και πορευτήκανε μέσα στο υδάτινο τοπίο
που διαφεντεύει η σελήνη.
Η πλημμυρίδα του έρωτα, η άμπωτη του χωρισμού,
κι ένα φεγγάρι αργότερα
τί απ ΄τα δυο δεν ήξερες, ούτε μαζί, ούτε χώρια,
άναρχα, ακαθοδήγητα, σταματημένα κι άστατα ίδια με τα νερά.
Κι ύστερα πάλι απ΄ την αρχή η πλημμυρίδα, η άμπωτη.
Σπασμένο καράβι το κορίτσι
έμεινε πέρα μακριά.
Τους φωτογράφησα εντέλει μπροστά στον Εύριπο αγκαλιά.
Όταν όμως πρότειναν κι αυτοί να μας φωτογραφίσουν,
απέφυγα τον Εύριπο, αυτό το ολέθριο φόντο.
Φωτογραφηθήκαμε τούτη τη φορά σε σταθερό τοπίο
έχοντας πίσω από τις πλάτες μας ασάλευτα τσιμέντα.
Τα μαγαζιά ,τα σπίτια ,τα γιαπιά.
« Τοιχογραφία της άνοιξης»
Στο Δημήτρη
Ευφημισμός ο τίτλος στο εξώφυλλο.
Ευφημισμός η εικόνα. Τα χελιδόνια
ερωτοτροπούν στην ευωδία των κρίνων
και εικονίζουν αισιόδοξα
την εποχή του έρωτα
που τα υποσχόταν όλα.
Να ξαναγράψεις ερωτικά ποιήματα.
Τα ερωτικά είναι το στοιχείο σου
είπε φίλος αργότερα.
Μα ο φτερωτός θεός
δεν είναι το παιδί που παριστάνουν
για να το ξεγελάσεις με ποιήματα
συνταγογραφημένα.
Δε θέλει θυσία αναίμακτη
τους στίχους που θα γράψεις.
Κοιτώ τον σύντροφό μου
παρακαλώ βουβά να μη γράψω ποτέ πια
ερωτικά ποιήματα.
Να μείνει αυτός το ζωντανό σημάδι
πως ο θεός
εξευμενίστηκε
με τους φτωχούς μου στίχους.
(“Tα Τζην και τα Μακώ” ενότητα από την ποιητική συλλογή «Τοιχογραφία της άνοιξης», Μεταίχμιο 2006)










Ένα λώφος με το ήδιο όνομα ειπάρχει στώ Μπραχάμη. Λαίτε γι αυτών να γράφυ ι πηοίτρια κήριε Μοίχέ;
οραί Μυχογιόργη
ο Καράμπαμπας είναι λόφος στον Έγριπο , απέναντι από Χαλκίδα όπου και το περίφημο κάστρο … έδρα του πασά της Εύβοιας … στην επόμενη ζωή σου εκεί θα εδρεύεις και θα ενεδρεύεις…
…. ο άλλος , ο σουβλατζής , αφού τον αναφέρει και ο Π. έχει ξεφτίσει από καιρό
Ο λόφος του Καράμπαμπα, σωστά γράφει ο Voas, βρίσκεται απέναντι από τη Χαλκίδα κι εκεί, εκτός νεκροταφείου είναι θαμένος ο μπάρμπα Γιάννης ο Σκαρίμπας. Σ’ αυτόν τον λόφο αναφέρεται η ποιήτρια κυρία Αργυροπούλου. Και πιθανώς με αφορμή τον Σκαρίμπα, έγραψε η ποιήτρια το στίχο.
… αυτό εννοεί το κορίτσι …. και πως να λειώσει μέσα στο κούλε ο σπιθαμιαίος …. σαν τα παπούτσια των παιδιών του άλλου διαβόλου του Λασκαράτου … Εις το Α Νεκροταφείον έχουμε χώρο μόνο για τα άξια μέλη του Κουκουβαγείου .
Πάντως ο Σκαρίμπας είναι μάλλον αντρική υπόθεση … ήταν άλλωστε μεγέθους υπόθετου ..
( αδελφοί συγχωρήστε με για το σημερινό οίστρο , ότι με έφτιαξε ο Μιχογιώργης με το Μπήρμαν )