
(i)
Άς ξεκινήσουμε πετώντας τη σιωπή
ψηλά πάνω απ’ τη θάλασσα
ας τινάξουμε πια απ’ την ψυχή
τις πέτρες που κρύβαμε.
Άς ξεκινήσουμε σκεπάζοντας τα μάτια
μην και προδώσουμε τα δάκρυα
και γίνουνε στον άνεμο λουλούδια
που πια δεν μας ανήκουνε.
Άς ξεκινήσουμε αγγίζοντας δειλά
και τρυφερά, μονάχα με τα χείλη
σαν στο φιλί να διακυβεύεται
η στιγμή, η πιο λεπτή καρδιά.
Άς ξεκινήσουμε με μια αγκαλιά
ας κρατηθούμε ακόμη πιο σφιχτά
όπως αγωνιά μια προσευχή
όπως στα γόνατα ελπίζει.
Γιατί είμαστε μόνοι, είμαστε ορφανοί
ψηλά πάνω απ’ τη θάλασσα
και τα μάτια μας τόσο αληθινά
όσο η αγάπη που κρύβαμε.
(ii)

Ο ύπνος σε τύλιξε στην ανάσα του μεσημεριού.
Ο λαιμός σου οδηγεί τη ζωή στη λιμνούλα
όπου μαζεύτηκε το χλωμότερο φως.
Το σταχτί λουλούδι των χειλιών σου
είναι εδώ, πίσω απ’ τη δίψα του ασβέστη
στην άκρη ενός κόσμου που ούρλιαξε κι έσβησε
δοσμένο στην ευγενή μας καλοσύνη.
Θέλουμε να φιλήσουμε το φως
που χύνεται απ’ τη σιωπή σαν μια κηλίδα.
Θέλουμε να πιούμε τον σφυγμό
να πλεύσουμε το χάδι στον λαιμό σου.
Ο ύπνος σε τύλιξε στην ανάσα του μεσημεριού.
Τα μαλλιά σου ελαφρύτερα κι απ’ τη σιωπή
τα χέρια σου όπως τ’ άφησε η ψυχή.
Το σταχτί λουλούδι των χειλιών σου
μισάνοιχτο, όπως η καρδιά σου στην αγάπη
δοσμένο σαν ένοχο θαύμα
σ’ έναν κόσμο που ξεθώριασε νοσταλγώντας.
Θέλουμε να σε κοιτάμε αφηρημένοι
θέλουμε τ’ απορημένα μάτια όταν ξυπνάς
εκείνο το πρώτο βλέμμα που εξαντλεί
ό,τι μπορεί αυτός ο κόσμος να προσφέρει.
Ο ύπνος σε τύλιξε στον μύθο του μεσημεριού.
Θέλουμε να νιώσουμε άνθρωποι.
(iii)
Ν’ αγγίζεις πάντα τη γυναίκα που κοιμάται
να εξαντλείς το χέρι στα μαλλιά της.
Να την αγγίζεις πάντα όταν κοιμάται
σαν να ζητάς συγγνώμη.
Με την υπομονή του γεωργού
να σκύβεις στη σιωπή της
να την ακούς να μεγαλώνει
ν’ ανθίζει, να ονειρεύεται.
Να χαϊδεύεις πάντα την κοιλιά της
να την κρατάς ζεστή γιατί είναι μόνη
γεμάτη άγχος, αίμα και θάλασσα
γεμάτη χαμηλά, σβησμένα πάθη.
Ν’ αγγίζεις πάντα τη γυναίκα
γιατί κοιμάται όπως δακρύζει’
αν γίνεις άτσαλος με την ψυχή
νευρική και λαμπερή θα φύγει.
Κι αν τα μάτια της ανοίξει ξαφνικά
φέρ’ τη στο πλάι, με τα γόνατα ψηλά
και πίσω της ξαπλώνοντας
αγκάλιασε την, φίλησε την.
Τότε μπορείς το στήθος της ν’ αγγίξεις
αλλά ποτέ, ποτέ το πρόσωπο της
αφού τα όνειρα της θα ερεθίσεις
μονάχα αν σ’ αγαπώ της ψιθυρίσεις.
(xxvii)
Ο ήλιος μπαινοβγαίνει στα δωμάτια
με τη χλομή την αύρα της μητέρας.
Τίποτα δεν υπήρξε, κανείς δεν έζησε
στο σπίτι αυτό δίπλα στη θάλασσα.
Εδώ, που κάποτε έτσουζε το φως
ούτε ένα βλέμμα δεν ανθίζει”
και η μπουκαμβίλια σπαταλά
τη φαντασία της στον άνεμο.
Δεν δικαιολογείται αυτή η μέρα…
Ποια συννεφιά παραθερίζει;
Οι θολές ελπίδες τ’ ουρανού
ταράζουν τα φθινοπωρινά νερά.
Τίποτα δεν υπήρξε, κανείς δεν έζησε
στην παραλία αυτή δίπλα στο σπίτι.
Εδώ, που κάποτε πολέμησε ή αγάπη
ούτε σημάδι” κι από τον ύπνο του θεού
γλιστρούν μονάχα λίγοι γλάροι.
Δεν δικαιολογείται αυτή η μέρα…
Δεν υπάρχει αίσθηση που να μην ερημώνει.
Δεν υπάρχει ερημιά που να μην καταφθάνει
απότομα, όπως κάθε τι πού ραγίζει.
Αυτό το σπίτι που πάει να πέσει
αύτη η θάλασσα που πάει να σπάσει
αυτό το όνειρο που δεν αντέχει πια
της καρδιάς την προχειρότητα, του ανθρώπου
τη βιασύνη γι’ άλλο σπίτι, άλλη θάλασσα
ποιος θα τα δικαιολογήσει;
Οι σταγόνες πάνω στην πέτρα
που εξακολουθούν να ζουν στη σκιά
εκεί που η ψυχή φαγώνεται απ’ τα χρόνια,
το μικρό κομμάτι από ξύλο
που εξακολουθεί να ονειρεύεται στον αφρό
εκεί που το ρεύμα παρασύρει τη σκέψη,
αυτά που μοιάζουν να τελούν
το ταπεινό μνημόσυνο της μέρας
ίσως τελικά δικαιολογούν
πώς μια φορά κι έναν καιρό…
Ο Σωτήρης Σελαβής γεννήθηκε στην Αθήνα το 1977. Είναι απόφοιτος της Σχολής Τοπογράφων Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Γνωρίζει γερμανικά, ιταλικά και λιγότερο αγγλικά. Ποιήματα του έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό Ποίηση (τεύχη 15, 19, 23 & 25), ενώ το καλοκαίρι του 2003 εκδόθηκε η πρώτη του αυτοτελής ποιητική συλλογή (Βlueballet, εκδόσεις Νεφέλη). Ποίημα του απέσπασε το 2004 την πρώτη θέση μεταξύ των ελληνικών συμμετοχών σε πρόγραμμα των Βritish Council και Κlandestini. Ασχολείται παράλληλα με τη ζωγραφική και κατά καιρούς έχει παρακολουθήσει μαθήματα σε εργαστήρια ζωγραφικής και ατελιέ.










Ο Σωτήρης Σελαβής, τον οποίο γνωρίζω εδώ στο Ποιείν για πρώτη φορά, είναι από τους «τυχερούς» συνομηλίκους μου, όχι μόνο επειδή κατάφερε να σπουδάσει ένα αξιόλογο αντικείμενο, αλλά κυρίως επειδή κατάφερε να εκδώσει τα ποιήματά του, μαζί με τις αντίστοιχες δικές του ζωγραφιές σε έναν μεγάλο εκδοτικό οίκο!
Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ποιητική του, είναι γεμάτοι από συναισθήματα και ερωτισμό οι στίχοι του. Είναι ένα από τα πιο αξιόλογα δείγματα δουλειάς που έχω δει από νέους ανθρώπους. Εγώ θα του ευχηθώ καλή επιτυχία, και εις ανώτερα Σωτήρη.
Οι σκέψεις μας για τον έρωτα, ταυτίζονται!
Θα σε παρακαλέσω αγαπητέ μου, όταν μου απευθύνεις το λόγο να είσαι λίγο πιο κόσμιος και πιο ευγενής απέναντι σε κάποιον που δεν σε έχει προκαλέσει ποτέ σε αντιπαράθεση!
Δε δέχομαι να έρθω σε αντιπαράθεση με κανέναν και σου επιστρέφω τους υπαινιγμούς, μιας και δε νομίζω να διαφέρεις σε κάτι από όλους εμάς τους υπολοίπους ομότεχνους!
Όταν δεχθείς να συζητήσουμε πολιτισμένα, χωρίς ειρωνείες και υποβιβασμό
της κουβέντας, ευχαρίστως θα σου απαντήσω!
Στα μούτρα σου!
…Βάστα Ρόμμελ
κ. Μίχο, μακάριοι οι ανυποψίαστοι….Σκέφτομαι καμιά φορά πως θα ήταν αν διαβάζαμε και αν ξέραμε λιγότερα παρασκήνια..Ή μόνη μου ένσταση ο τρόπος που τους αντιμετωπίζετε. Δεν φταίνε (με) αυτοί για την ιστορία (ή τουλάχιστον την εκδοχή σας για αυτή).
Γιώργο, η τέχνη γράφεται με λέξεις όχι με χειρονομίες. Έστω και με ειρωνείες και σαρκασμούς. Έχουν κι αυτοί την ποιητική τους. Είναι χάρισμα (το λέω σοβαρά).
Απαξιώ να απαντήσω, λυπάμαι για τους ανθρώπους του Ποιείν και αποχωρώ!
Πραγματικά λυπάμαι για τη συνεργασία!
Δεν περίμενα αυτή την απάντηση από εκπρόσωπο της ιστοσελίδας, όταν θίγεται κατά αυτόν τον τρόπο αναγνώστης του χώρου σας!
Διάβασε πιο προσεκτικά το τι έγραψα και θα αναθεωρήσεις.
Όμως το “στα μούτρα σου” δεν είναι απάντηση στις κατηγορίες. Ούτε “ανεβάζεις” το επίπεδο έτσι, που ο ίδιος προσπάθησες να κρατήσεις ψηλά. Έκανες ο,τι κατηγορείς. Και αυτό είναι χειρότερο. Δεν είμαστε χωροφύλακες ούτε του Μίχου ούτε δικοί σου. Αν διαβάσεις παλιές λογομαχίες μου με τον Μίχο θα δεις οτι δεν τον κάλυψα (προσωπικά μιλάω). Απλά παρατήρησα το ταλέντο του στη γραφή και το ύφος του ως προς τα κακώς κείμενα. Και εμένα δεν μου αρέσει, σε ανθρώπους που ΔΕΝ γνωρίζει, να μιλάει έτσι. Εκτός αν γνωριζόσαστε, οπότε σιωπώ.
Ρε σεις, ωραία πράματα γίνονται… Κι έχω μέρες να μπω… Βασικά ο Μίχος μου θυμίζει τα νειάτα μου. Πολύ γουστάρω. Κι ο Σπύρος πολύ καλός…
Επιστρέφω στην ουσία της σελίδας:
Ν’ αγγίζεις πάντα τη γυναίκα που κοιμάται
να εξαντλείς το χέρι στα μαλλιά της.
Να την αγγίζεις πάντα όταν κοιμάται
σαν να ζητάς συγγνώμη
Μου άρεσε ιδιαίτερα αυτό το τετράστιχο. Η ποίησή σου είναι ανθρώπινη, αγνή με τον ερωτισμό ανθρώπου που ξέρει να αγαπά και να αγαπιέται. Γιατί πολλοί μένουν στο ένα από τα δύο. Για αυτό και είναι λειψοί.
Καταρχήν, καλώς σας βρήκα, μιας και είναι το πρώτο μου σχόλιο στο σάιτ αυτό.
Απευθύνομαι στον Γιώργο Μίχο που τον βρήκα ισοπεδωτικότατο. Στη θεωρία συμφωνώ μαζί του, στην πράξη, αλλάζει.
Γιατί αυτή η εξύμνηση του μικρού εκδοτικού οίκου; Εκεί δεν πέφτει κομπίνα, εκεί δεν είναι ΣΙΓΟΥΡΟ πως θα σου πιάσουν τον κώλο, μιας και στάνταρ θα αυτοχρηματοδοτήσεις το έργο σου; Γιατί να μη γίνεις call boy/girl πολυτελείας με την ανάλογη τσατσά (τον μεγάλο εκδοτικό οίκο), αφού έτσι είναι τα πράγματα στην Ελλάδα, και να το παίζεις ιδεαλιστής; Αλλο να λέγατε “τύπωσε το έργο σου σε ένα τυπογραφείο και μοίρασέ το στους φίλους σου” (που τελικά, μετά το πιάσιμο και του δικού μου κώλου από μεγάλο εκδοτικό οίκο βρίσκω την καλύτερη δουλειά) κι άλλο να λέτε για τη Δημουλά που την έκανε γνωστή ο μικρός εκδοτικός οίκος.
Και δεύτερον: γιατί στερείτε από τον ποιητή την ιδιότητά του του εμπόρου; Οταν κάτι βγαίνει από μας, μετά είναι προιόν προς πώληση ή, έστω, διάθεση, αλλιώς θα έμενε στα συρτάρια μας. (βασικά η ιδέα του συγγραφέα – εμπόρου είναι για γέλια, μιας και το ύψος της αυτοχρηματοδότησης ξεπερνά κατά πολύ τα έσοδα από τα δικαιώματα, αλλά λέμε τώρα.) Πάντως νομίζω ότι αν αφήναμε λίγο τον ιδεαλισμό και οι δημιουργοί ήξεραν να διεκδικήσουν καλύτερα τα δικαιώματά τους, δε θα υπήρχε και η εκμετάλλευση από τους εκδοτικούς οίκους ανοχής.
Θέλω να ευχαριστήσω τον κύριο Παστάκα για τη φιλοξενία του καινούργιου μου βιβλίου στο προσωπικό του site, όπως και τους Γιώργο Κόκκινο και Σπύρο Αραβανή για τα καλά τους σχόλια: αυτή η ζεστή χειρονομία σας με συγκίνησε, όπως θα συγκινούσε, φαντάζομαι, και οποιονδήποτε που γράφει και άρα εκτίθεται (ή μάλλον, και ακριβέστερα, εκδύεται).
Ομολογουμένως εξεπλάγην, αν και διάβασα με ενδιαφέρον τον επακόλουθο διάλογο περί μεγάλου εκδοτικού οίκου. Θα προτιμούσα αυτό το κρεσέντο αντιπαράθεσης να περιστρέφεται γύρω από αυτήν καθαυτήν την ποίηση και όχι να εκτροχιάζεται στα κακώς κείμενα της λογοτεχνικής παραγωγής, στην ηθική της εκδοτικής γρφειοκρατείας. Σαφώς και αξίζει ο διάλογος˙ όμως σαφώς και πάνω απ’ όλα έχουμε ανάγκη από καλά ποιήματα: δικά μου, δικά σας, δικά τους.
Δράττομαι πάντως της ευκαιρίας για να προσκομίσω την προσωπική μου εμπειρία και μόνον από τα πράγματα. Αν το «μεγάλος» περιγράφει οικονομικά μεγέθη, τότε μάλλον η Νεφέλη είναι ένας μικρομεσαίος εκδοτικός οίκος˙ αν πάλι είναι ενδεικτικό μιας ποιότητας, μιας ιστορίας, τότε δεν βλέπω τον λόγο γιατί να μην ονειρεύεται ειδικά ένας νεαρός ποιητής να κυκλοφορήσει το έργο εκεί όπου το κυκλοφόρησε και ο Αναγνωστάκης, ο Βαλαωρίτης, ο Ασλάνογλου και τόσοι άλλοι. Επιπλέον, όταν θαυμαστής της λογοτεχνίας αλλά σε απόσταση ακόμη από την δημιουργία της, αναζητούσα πρότυπα και επιρροές, το περιοδικό Ποίηση της Νεφέλης αποτελούσε για μένα κάτι παραπάνω: ένα ευαγγέλιο της λογοτεχνικής μου εφηβείας, ένα υπόδειγμα λογοτεχνικού εντύπου. Αδημονούσα για την έκδοση κάθε νέου τεύχους, και όταν έφτανε στα χέρια μου, προτιμούσα να το διαβάσω παρά να αναρωτιέμαι ποιος πηδούσε την κουμπάρα ποιου εκεί μέσα μέχρι να βγει το τεύχος τάδε. Με αυτή τη λογική πορεύτηκα κι όταν αποφάσισα να εκθέσω τα πρώτα μου ποιήματα, έχοντας κατά νου τη Νεφέλη, την Άγρα, την Στιγμή, δηλαδή εκδοτικούς οίκους με ιστορία και ενεργητικό παρόν στην ποίηση, που για προσωπικούς λόγους εκτιμούσα˙ ήμουν βέβαια διατεθειμένος να απευθυνθώ οπουδήποτε, ζητώντας διακαώς μια άποψη παρά μια δημοσίευση˙ με τον καιρό ήρθε και αυτή και τα υπόλοιπα.
Όπως οτιδήποτε σχεδόν σε αυτήν τη χώρα, έτσι και ο χώρος της ποίησης αποτελεί ενδεχομένως κλίκα – το ενδεχομένως υπερασπίζει μια απόσταση από τα εκδοτικά παρασκήνια και άρα την συνεπαγόμενη άγνοια. Έγραψα κάποτε και το πιστεύω ακόμα, πως το εκδοτικό σύστημα δεν είναι παρά μια απέραντη γραφειοκρατία θυρωρών και οι θιασώτες της ποίησης ένα γκέτο μετριότατων παραγωγών κειμένων μέσα στην ούτως ή άλλως απαξίωση του πνευματικού γίγνεσθαι. Ίσως το μοναδικό κοινό της σύγχρονης ποίησης να είναι οι δημιουργοί και μελετητές της, οι οποίοι έχοντας εξασφαλισμένο ένα κάποιο πολιτιστικό status symbol, στρογγυλοκάθονται αναμοχλεύοντας στάσιμα νερά. Αλλά δεν μπορούμε να αρκεστούμε σε τέτοια συμπεράσματα, ούτε αφοριστικά να αποκλείσουμε δια παντός τον χώρο. Μέσα σε αυτόν θα κινηθούμε -αν μας ενδιαφέρει ακόμα η έντυπη μορφή της ποίησης-, στα γρανάζια του θα εμπλακούμε, που είναι γρανάζια μιας εμπορικής μηχανής, αφού το βιβλίο ως καταναλωτικό προϊόν υπόκειται στους νόμους της αγοράς. Από κει και πέρα εναπόκειται στην αξιοπρέπεια του καθενός ο τρόπος διαχείρισης του έργου του.
Κύριε Μίχο, μην ανησυχείτε για τα νέα παιδιά: όσα από αυτά προκύψουν αληθινοί ποιητές, εξασκούνται από τώρα στο γράψιμο και όχι στο γλείψιμο. Και όσο και αν χειμάζεται, το έργο που αξίζει τελικά θα αναδυθεί, ανεξάρτητα απ’ τον μικρό ή τον μεγάλο εκδοτικό οίκο που το στέγασε. Αυτή είναι η γνώμη μου.
Ίσως και να αντιπαρέρχομαι με κάποια αφέλεια το ζήτημα. Αλλά επιτρέψτε μου να θεωρώ την αφέλεια ως την τελευταία ένδειξη αθωότητας στις αγριεμένες κατά τ’ άλλα και εντελώς υποψιασμένες ημέρες μας, μέσα κι έξω από τη λογοτεχνία. Εντέλει, ας στρέψουμε και πάλι την αγωνία στο ποίημα˙ μονάχα αυτό θα μείνει και αν.