Εγκαινιάζεται σήμερα η νέα στήλη του “Ποιειν”, poiein corner, με κριτικές-παρουσιάσεις ποιητικών συλλογών παλαιοτέρων ποιητών γραμμένες από νέους ανθρώπους χωρίς μεγάλες κριτικές αξιώσεις, αλλά ως ματιές νεοτέρων “γραφιάδων” απέναντι σε “δοκιμασμένους” ομότεχνούς τους. Ούτε το ευχέλαιο ούτε τα απωθημένα και με μοναδική διαπλοκή την ποίηση και όχι το βίος των δύο πλευρών
«Το θα και το να του θανάτου», του Αντώνη Φωστιέρη, Εκδόσεις Καστανιώτη, β’ έκδοση, Αθήνα 1990.
Αν θεωρήσουμε ότι η μισή επιτυχία ενός ποιητικού βιβλίου είναι η επιλογή του τίτλου του, ο Αντώνης Φωστιέρης έχει κερδίσει το στοίχημα από νωρίς: «Το θα και το να του θανάτου» ή αλλιώς το θαύμα και το νάμα της ζωής, οι μελλοντολογικές προβλέψεις και οι υποτακτικές του τετελεσμένου προς τους μυημένους των μυστηρίων που υπόσχεται ο χρόνος. Μα όσο απόλυτος και ολοστρόγγυλος είναι ο θάνατος τόσο συμπαντική και συμπαγής είναι και η ζωή, κι αυτό μας το προμηνάει ο ποιητής στο πρώτο κιόλας ποίημα της συλλογής του: «Όποιος μπαίνει στο θάνατο δεν μιλάει πια γι αυτόν/ κι όποιος ζει τη ζωή την ξεχνάει για πάντα» (Πρόλογος ή Επίλογος). Γι αυτό και δε θα μπορούσαν να είναι συγκοινωνούντα δοχεία παρά μόνο μέσω της δημιουργίας και εν προκειμένω της ποίησης, της αληθινή ποίησης, με το υγρό που μεταφέρεται από το ένα στο άλλο, να είναι οι λέξεις. Και ο Φωστιέρης είναι εργάτης των λέξεων, πονάει για αυτές, ματώνει. Κάθε του στίχος κρύβει από κάτω ένα ολόκληρο ηφαίστειο νοημάτων και ερωτημάτων, φτιάχνοντας ποιήματα-αγωνίες: «Ποιός θα χει χρόνο να βυθιστεί στη λίμνη μιας ανάμνησης», (Το θα και το να του θανάτου), «Ποιό άγαλμα κοιμάται μες τα μάρμαρα;» (Το άγαλμα), «Ποιά γλώσσα κατάφερε να περιγράψει επακριβώς το σώμα» (Ποιό σώμα εκφράζει τη σκέψη), «Ποιός θα πιστέψει άραγε/ πως σπαταλήσαμε τη λίγη αιωνιότητα που μας αναλογεί»(Ανεπίδεκτοι αθανασίας), «Ν’ αλλάξω και να μείνω ίδιος (Ποιός;)» (Σημειώσεις για τη αυριανή μέρα). Ερωτήματα που αν σε βρουν ανέτοιμο, σε καρφώνουν, προκαλώντας σου διαμπερές τραύμα, τη σκέψη σου. Γιατί αυτή αναζητάει ο ποιητής, για αυτή είναι προορισμένα τα ποιήματα του κι αλίμονο σε όποιον, πριν μπει στην ποίηση του, προσπαθήσει να σκουπίσει τα πόδια του στο χαλάκι της εξώπορτάς της. Μένει για πάντα ξένος της.
Ωστόσο, ο Φωστιέρης ξέρει πολύ καλά και μας το δηλώνει ρητά και ευθαρσώς: «Τρεις ώρες φτάνουν για να γράψεις ένα ωραίο ποίημα/ όμως τριάντα χρόνια δεν αρκούν να γράψεις ένα ποίημα/ όσο αν ζητάς κι αν θυσιάζεις» (Ανεπίδεκτοι αθανασίας). Προς τί, λοιπόν, τόσος μόχθος; Η απάντηση δίνεται και πάλι από τον ίδιο: «Ο βίος βραχύς η τέχνη μακρά/ δεν ξέρω που να σταματήσω» (Εφ’ όλης τα ύλης). Είναι δηλαδή η ανάγκη του που γεννά τις σκέψεις και όχι το αντίστροφο, όπως συμβαίνει με πολλούς ελάσσονες ποιητές πλην όμως σκεπτόμενους ανθρώπους. Ανάλογοι εσωτερικοί διάλογοι των στίχων του, εν γνώσει ή εν αγνοία του ποιητή, βρίσκονται διάσπαρτοι σε ολόκληρη τη συλλογή, ενισχύοντας τη συνοχή της και δημιουργώντας τελικά ένα ολοκληρωμένο μονόλογο. Έτσι το κάθε ποίημα μοιάζει να βρίσκεται στη σωστή του θέση, ως φυσική εξέλιξη του προηγούμενου και ως αιτία για το επόμενο: Χαρακτηριστικό δείγμα τα ποιήματα «Σκιάς όναρ» που ξεκινάει με το στίχο «Σκαρφαλώνω στην όραση» και συνεχίζει με τον αρχικό στίχο στο επόμενο ποίημα «Το μάτι που κουράστηκε να εμμένει», (Εκδοχή συντέλειας) το οποίο με τη σειρά του προοικονομεί, μέσω του εγκλήματος του ματιού που περιγράφει: «να μηχανεύεται χρωματικές απομιμήσεις- τι έγκλημα/ κατά του ήθους», την τιμωρία που θα επιβληθεί στον ένοχο ήρωα του επόμενου ποιήματος: «Η τιμωρία ως άλλοθι γενναίο/ κατά το νόμο» (Ερήμην). Ένας, δηλαδή, ένοχος που «με καταδίκη σε ζωή θα ξεπληρώσει» τη νιότη του, τότε που τα μάτια είναι περισσότερο από ποτέ πανούργα και λαίμαργα για εικόνες και αισθήματα.
Χαρακτηριστικό, ακόμη, της ποίησης του είναι η απουσία ονομάτων φιλικών προσώπων του, τουλάχιστον άμεσα. Τόσο στις προηγούμενες 5 συλλογές όσο και στις μεταγενέστερες «Η σκέψη ανήκει στο πένθος» και την τελευταία, έως σήμερα συλλογή, «Πολύτιμη Λήθη», τα ονόματα απουσιάζουν και τη θέση τους παίρνουν τα συναισθήματα για αυτά, ιδωμένα όμως με μια προσωπική και συνάμα απρόσωπη ματιά ώστε να γίνεται κοινωνός και ο αναγνώστης. Αυτή η μη προσωπική, άμεση εξομολόγηση προς γονείς, εραστές, φίλους, παιδιά κτλ. που από ένα σημείο και μετά λειτουργούν από πολλούς σύγχρονους ποιητές ως σύμβολα και μόνο, που συμβάλλουν στην ατμόσφαιρά των ποιημάτων τους χωρίς αληθινό λόγο ύπαρξης, αποτελεί αιχμή του δόρατος της ποίησης του Φωστιέρη, κλειδώνοντας τις εύκολες συγκινήσεις και απελευθερώνοντας πανανθρώπινα αισθήματα. Ακόμη κι όταν γράφει: «Μπορώ να πενθώ από τώρα το θάνατο/ του γέρου αγέννητου γιου μου» (Χρονική αντικατάσταση) ξέρουμε πολύ καλά ότι μιλά για το πένθος του καθενός μας μπρος στους χωρισμούς μας. Έτσι το α΄ ενικό πρόσωπο των ποιημάτων του, κυρίαρχο σε πολλά ποιήματα όλων των συλλογών του, λειτουργεί όπως πρέπει να λειτουργεί, ως εξομολόγηση του καθενός μας δια στόματός του.
Χαρακτηριστική, τέλος, στο «Θα και το να του θανάτου» και η παρουσία ενός υποδόριου χιούμορ και μιας λεπτής (αυτό)ειρωνείας η οποία θα εκδιπλωθεί καλύτερα στις επόμενες συλλογές του. Και εδώ έχουμε όμως ψήγματα: «Έτσι δε σου ‘λέγαν αυτοί οι ανεκδιήγητοι;» και πιο κάτω «Με στίχους δεν υψώνεται κανείς σε οργασμό» (Ο ήχος του κόσμου) αναφερόμενος στους ποιητές και στην τέχνη τους, «Οι φίλοι μου οι συμμαθητές φορέσανε γραβάτα/ χωρέσαν σε μια τσάντα γίναν επιστήμονες» (Ο καιρός σήμερα), «Ποιος νυσταλέος φύλακας/ ανοίγει το μουσείο» (Το άγαλμα). Το χιούμορ και ο σαρκασμός φαίνονται και στους τίτλους που επιλέγει για τα ποιήματά του: «Προσοχή Χρώματα», «Ωδή από χάσματα», «Ο καιρός σήμερα», «Πενιχρή ωδή για τα πράγματα», «Πενιχρή ωδή για τα ζώα». Έτσι χρησιμοποιείται ένα ακόμη συστατικό για τη δημιουργία σοβαρής (και όχι σοβαροφανούς) ποίησης.
Ο Φωστιέρης, εν κατακλείδι, φιλοσοφεί ποιητικά ή αλλιώς ποιεί φιλοσοφία. Δεν μένει στο ξύλο, αλλά το ξεφλουδίζει κι ας βρίσκει κάρβουνο. Δανείζομαι εδώ ένα δικό του εξαιρετικό στίχο από ποίημα άλλης συλλογής του, ενδεικτικό της αντίληψής μου για την ποίησή του. Θεωρώ δηλαδή, ότι για τον ποιητή Φωστιέρη σημασία δεν έχει μόνο η αίσθηση, η συγκίνηση των πραγμάτων, αλλά και ο στοχασμός τους, η εμβάθυνσή τους. Δεν τον ενδιαφέρει η ζωή ή ο θάνατος, αλλά το γιατί της ζωής και του θανάτου, η ερμηνεία των χρησμών και όχι οι χρησμοί. Γι’ αυτό και με τα ποιήματα του σκάβει λαγούμια προς την αποκάλυψη της αλήθειας, άλλες φορές της προσωπικής του [«Να μάθω πως δεν είμαι. Με πάθος να σκεφτώ πως δεν/ υπάρχω. Γιατί αν υπήρχα, βέβαια, δε θα σκεφτόμουνα. (Γιατί;)»] κι άλλες φορές της εξώτερης («Όμως δεν γίνεται, θα υπάρχει κάπου μια μικρή δικαιο-/ σύνη να εξηγεί/ Με ποιες προθέσεις φεύγει ένας άνθρωπος/ Με πόσα θα και να που ψιθυρίζει ο θάνατος»). Γιατί γνωρίζει πολύ καλά πως «είναι αμάρτημα να ζεις, να περιφέρεσαι με το κορμί/ σου ανέπαφο/ συντηρημένο μές τους παγετώνες» γιαυτό και παλεύει να κερδίσει την «Αθανασία της κάθε μέρας» πληρώνοντας το κάθε τίμημα που απαιτείται.
Ψεγάδια τώρα στην ποίηση του; Βεβαίως και υπάρχουν. Ευτυχώς. Κι όχι βέβαια για να μην προκαλείται ύβρη άρα και νέμεση των κριτικών συνεπώς και τίση τους…αλλά γιατί τα ποιήματα είναι ζώντες και δρώντες οργανισμοί με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Έτσι, διακρίνουμε εμμονές π.χ η χρήση φυτών, ζώων και κυρίως εντόμων ως ποιητικά υποκείμενα (κάτι που κορυφώνεται, σε υπερβολικό, νομίζω, βαθμό, στην τελευταία του συλλογή «Πολύτιμη λήθη»), λεκτικές υπερβολές, που μόνο όπως παθιάζεται τολμά να χρησιμοποιεί, π.χ «Ακούμπησε/ τη ρόγα του βυζιού στα χείλια μου/ Κι άσε τη γλώσσα μου να γλείψει άλαλη/ Το βάζο του ρίγους σου» (Ο ήχος του κόσμου), πρόωρους απολογισμούς σε μια κρίση πανικού, υποθέτω της στιγμής κι όχι βαθύτερη, τρανό παράδειγμα ολόκληρο το ποίημα «Ο Καιρός σήμερα» και ευρεία χρήση της συνυποδηλωτικής γλώσσας, κάτι που σε ορισμένες περιπτώσεις φορτώνει τα ποιήματα με επιπρόσθετα βάρη, πέραν, δηλαδή, του ογκώδους σημασιολογικού τους φορτίου.
Συνολικά, πιστεύω, πως περισσότερο από κάθε άλλη φορά, η εποχή μας έχει ανάγκη από ποιήματα που να πατούν μεν στα πόδια τους, αλλά στη γη όλων μας και όχι στο χώμα του καθενός ποιητή. Αυτό σημαίνει ότι ο ναρκισσισμός, η αυτοαναφορικότητα και ο εγκλεισμός της ποίησης στο γυάλινο, όπως φανταχτερά λέγεται, πύργο της, ίδιον πολλών ομότεχνων του Φωστιέρη (ευρύχωρη σήμερα, περισσότερο από ποτέ, η ταμπέλα της τέχνης…) δεν προσφέρει πια τίποτα, ίσως μόνο ένα όμορφο περιτύλιγμα σε ένα κατά τα άλλα άδειο κουτί. Ο Φωστιέρης είναι κατηγορηματικός: «Μάθε λοιπόν, οι ποιητές είναι μαλάκες όλοι τους/ αλλιώς δε θ’ άφηναν/ να τους φωνάζουν ποιητές» και συνεχίζει: «Άκουσε το κρώξιμο- ή το βρυχηθμό/ του λιονταριού που είναι ο κόσμος. Άκουσε/ το βουητό του ωκεανού. το βουητό/ κι όχι το αμέριμνο τραγούδι των ψαράδων.» (Ο ήχος του κόσμου). Γιατί φαίνεται ότι έχουμε ξεχάσει πως πριν τα ποιήματα υπήρχε η ζωή…Κι αυτή την υπενθύμιση- υπόδειξη κερδίζει από τα ποιήματα του Φωστιέρη ο σημερινός νέος αναγνώστης του.

ΥΓ. Το γεγονός ότι επιλέχθηκε μια παλαιότερη συλλογή οφείλεται σε δύο λόγους, έναν υποκειμενικό και έναν αντικειμενικό: Προσωπικά, θεωρώ τη συλλογή αυτή ως την καλύτερη του Φωστιέρη κι ας έχουν εκδοθεί μετά από αυτή ακόμα δύο και μάλιστα με την τελευταία «Πολύτιμη Λήθη» να έχει κερδίσει το μεγαλόσχημο τίτλο “Α’ Κρατικό βραβείο Ποίησης”. Ο δεύτερος λόγος είναι, όπως είπα, αντικειμενικός. Τα αληθινά ποιήματα (και εν προκειμένω οι συλλογές) δρουν ανεξαρτήτως χρόνου και τόπου και κάθε φορά αναμετρώμαστε με αυτά σαν να γράφτηκαν μόλις χθες. Αν καταφέρνουν, δηλαδή, κάθε φορά που τα διαβάζουμε να μας εκπλήσσουν και να μας ηλεκτρίζουν, όπως την πρώτη φορά, τότε το στοίχημα το κέρδισε ο ποιητής. Αλλιώς, ο πανδαμάτωρ (και για αυτά) χρόνος…










Eίμαι πολύ επιφυλακτικός!!!
Πρώτον, να επαινέσω τον Αραβανή, όχι για την τελειότητα κ.λ.π. κ.λ.π., αλλά για το αναγνώσιμο της κριτικής του. Τον ενθαρρύνω να καταθέσει κι άλλα. Εγώ πάντως θα τα διαβάζω ανελιπώς. Το βιβλίο του Φωστιέρη όταν το πρωτοδιάβασα με γοήτεψε κι εμένα πολύ. Ήταν σαν να ποιητικοποιούσε έναν εσωτερικό μονόλογο ευρηματικά κι έβγαζε ποιήματα εκεί που δεν πιστευαμε ότι μπορει να σταθεί ποίημα. Με τα χρόνια το βλέπω τώρα να γράφεται κάτω από τη σκιά της ποίησης τηξς Δημουλά. Είναι σαν να λέει: Κική μπορώ και σαν κι εσένα. Αυτή η σχέση έλξης άπωσης προς τη φωνή της Δημουλά το χαρακτηρίζει. Και επειδή βρισκόμαστε σε μιά εποχή που η μενιέρα του ευφυούς επισκιάζει το ποιητικό ζητούμενο, θα ήθελα να περιμένω ΄λίγο χρόνο ακόμα για μιά ανακατάταξή του. Πάντως το διαβρωτικό “Οι ποιητές είναι μαλάκες” έρχεται πρώτο στη μνήμη όταν μιλάμε γι αυτή τη συλλογή. Κακαουνακισμός ίσως…..
Οι πιτσιλιές και το μενιέρα αντί μανιέρα για να σκασουν οι οχτροί μου, δυσορθόγραφος ο π… και θέλι να κάνι κε λογοταιχνεία…:)
Φίλε Σπύρο , ας είναι αυτό το άρτιο τεχνικά και νοηματικά κείμενο μια καλή αρχή για σένα και τη σχετική στήλη
Σας ευχαριστώ για την ενθάρρυνση και τα καλά λόγια. Οι νέοι τα χρειάζονται όσο τις επικρίσεις και τις συμβουλές. Αλλά ίσως περισσότερο χρειάζονται μια στήλη σαν και αυτή…
κ.Κανελλόπουλε θέλετε να γίνετε πιο συγκεκριμένος; Είναι νομίζω για το καλό όλων μας η διατύπωση της άποψής σας.
Σπύρο δε θέλω να γίνω πιο συγκεκριμένος, επί της επιλογής σου να γράψεις για το “συγκεκριμένο” βιβλίο και για τον “συγκεκριμένο” ποιητή, διαδικτυακώς! Θα προτιμούσα να το συζητήσουμε από κοντά.
Αγαπητέ Σπύρο μπράβο, τώρα αρχίζω να σε αντιλαμβάνομαι…Θα διαβάσω κι άλλα σου, είσαι ευπρόσδεκτος να μην ξεχνάς τις “Στάχτες” με κάποιο από τα διαμαντάκια σου, αν σε αφήνει βεβαίως και ο Σωτήρης. Κέρασέ τον κρασάκι αν χρειαστεί…
Κύριε Μίχο, δεν έχω mail σας…Οι Στάχτες ευχαρίστως θα δημοσίευαν κείμενά σας. Ο Σωτήρης και ο Σπύρος μπορούν να σας ενημερώσουν.
Aγαπητέ μου Στράτο,
μου δίνεις την ευκαιρία να επισημοποιήσω τον δεσμό μου με τον Σπύρο…Ίσως δεν έχει γίνει ακόμη αντιληπτό πως ο Σπύρος είναι πλέον συνεταιράκι στο “ποιείν”…ας όψεται η καθυστέρηση στην ανανέωση του “έστω-τόπου” μας…και θα παρακαλούσα και όσους με αναφέρουν ευγενικά στα λίνκια τους να διορθώσουν το ονοματεπώνυμό μου με το “ποιείν”
Το κέρασμα πάντα ευπρόσδεκτο, το κρασάκι θα το πιούμε στην υγειά σου….
Εγκαίνια λίαν συντόμως.
Εξαίρετο δείγμα δοκιμιακού λόγου, Σπύρο… Εξαίρετο.
Βολκώφ