Η καλλιέργεια του αίματος, 1974
εντός του τόμου Γιώργος Καραβασίλης «Ποιήσεις 1963-2003» εκδόσεις Γαβριηλίδης

ΒΡΑΖΕΙ ΤΟ ΑΙΜΑ ΜΟΥ
Βράζει το αίμα μου
Το αίμα μου βράζει
Να μη το ξεχνάτε.
Αν ξεστρατίσει και χαθεί
Δεν το νικά η Άνοιξη
Δεν το νερώνει ο ποταμός
Δεν το βαστά ταʼ αυλάκι
Μονάχα η τριανταφυλλιά
Να το σηκώσει πάνω της
Που χει αγκύλια κοφτερά
Λουλούδια
Από ανθρώπινα σφαχτά
Να το ρουφήξεις μέσα της
Να μεθυστεί, νʼ αντρειωθεί
Το ήλιο να καλέσει
Σʼ αντιμάχημα.
ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΠΟΥ ΞΕΚΟΨΕΣ ΑΠʼ ΤΟ ΠΛΕΥΡΟ ΤΟΥ ΜΕΛΙΣΣΙΟΥ
Για σε, που ξέκοψες απʼ το πλευρό του μελισσιού
Και ήρθες να μεθύσεις στο φιλί μου
Θʼ αλλάξω τα μάτια μου
Για σένα, βέλασμα ης ακατοίκητης αυγής,
Με βλέμμα νεκρού αγαπημένου θα φορτίσω τα μάτια μου
Του πρώτου κόσμου έμβρυο που κούρνιασες στο στέρνο μου
Θα ανέβη την ηλικία της άγνοιας και της σοφίας
Τα μάτια σου νʼ ανοίξω, το σώμα σου να χτίσω
Δροσιά μαντιλιού σʼ ετοιμοθάνατο,
Ευφροσύνη χιονιού σε θάλλον στήθος να σε πω
Και σαν στο αίμα σου, του κάλλους οι βυθοί αναβοσβήνουν
Θα ξεριζώσω αυτά τα μάτια
Θα ξεκληρίσω τη δυναστεία του πάθους
Για να μπορώ κι εγώ να στεγαστώ αγάπη μου
Για να μπορώ κι εγώ να αγαπηθώ.
Ο ΟΡΓΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΘΕΡΟΣ
Σαν αθώο ποτάμι
Να ευφραίνει της γης
Με καυτά εφηβαία
Ω σώματα
Που βαθιά σας περιπλανιέμαι
Το Θείο ανάβοντας λάδι
Το πρώτο μου σπέρνοντας πάθος
ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΗΣ ΕΡΩΜΕΝΗ ΜΟΥ
Αιώνες έπινα στον Ύπνο του ίσκιου σου το ρίγος
Και μόλις χτες αθώα γύμνια σε εμβόλισα
Πριν γνωριστήκαμε απ΄ το πριν
Δεν χωριστήκαμε
Εσμίξαμε
Και ξαναγαπηθήκαμε
Μη με λησμόνει.
ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΚΙΝΔΥΝΟ
Στην ελιά τελείωσε σάρκα
Το πνεύμα βυθίστη
Στη νάρκη του μεσημεριού
Βούλεται να πλαγιάσει.
ΠΡΟΘΑΛΑΜΙΟ
Τρίπολις Αρκαδίας 1975
Φίλοι ας μπω στο πατρικό μου σπίτι
Με το πλακόστρωτο, τα κεραμίδια, τα μοσχάτα.
Του έρωτα η αναμονή είναι πλατιά μεγάλη
Πόσο πιο δω πόσο πιο κει απʼ το όνειρο βρισκόμαστε
Χρέη αφανισμών που παραγράφονται και στο πλατύσκαλο
Απάνω σε πατημασιές σβησμένες ξεδιπλώνομαι
Κυλώ στου πόθου τη μήτρα.
Δωμάτια με διασταυρούμενα φυλλώματα
Φιλύρες άκοπες ακόμα κι απʼ το θάνατο
Ήλιε, ήλιε που λάμνεις σε ορθάνοιχτα παράθυρα
Στην Τρίπολη κοιτάζω την Καστέλα
Διακόσα τόσα χρόνια που μου περιμένουν τη σπορά
Ταφές και γέννες λίγο πριν τον έρωτα
Φίλοι μιλώ με στόμα αξεδίψαστων νεκρών
Στους τάπητες και στα κεντήματα θα ντύσω την μορφή μου
Στην σκόνη σε παμπάλαιες χειρονομίες, σε πρόσωπα λησμονημένα
Η έξοδος της σάρκας μου προς την ελευθερία
Εδώ
Φίλοι, προδοτικοί μου φίλοι, μαρτυρήστε
Σʼ ολόκληρη την οικουμένη
Πόσο πιο δω, πόσο πιο κει απʼ το όνειρο βρισκόμαστε
ΔΕΚΑΞΙ ΑΧΤΙΔΩΝ ΦΙΛΙΑΤΡΟ
Δεκάξι αχτίδων φιλιατρό
Το στήθος
Ο ήλιος μελετούσε να κατέβει
Της θάλασσας να λύσει την κορδέλα
Στους γοφούς.
Ο ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΑΙ Η ΝΕΚΡΟΥΠΟΛΗ
Κι αν μου φορτώσετε κατηγορίες φανταστικές
Κι αν βιάσετε το σώμα μου
Ακόμη
Κι ν αλλάξετε το δρόμο της ψυχής μου
Κι σας υπηρετώ πιστά
Και συνεργήσω
Σε πόλεμο, ειρήνη
Στο ναι, στο ίσως, στο όχι
Στην τρέλα, στην λεηλασία και στο σκοτωμό
Του Πάουντ, το Νιζίνσκι και του Μαγιακόφσκι
Τώρα που η κραυγή μου με το ρόγχο τους ενώνεται
Να ξέρετε
Κάποτε στους θεούς σας μπρος ασέλγησα
Σʼ αγάλματα εικόνες και προφήτες
Κάποτε σας εμίσησα, σας έφτυσα, σας χτύπησα
Να γλείψω θέλησα το αίμα σας
Κάποτε έλιωσα στα δόντια μου
Του ήλιου αλεξικέραυνα τα γυάλινά σας μάτια.
(Επιλογή-Επιμέλεια: Νίκος Λέκκας)










Στης Πελοπόννησος την μέση
έσπασε ένας σπόνδυλος
και στο Μαίναλο βουΐζουν ουρανό
τα συνομήλικα δέντρα
ως ανεβαίνεις απών
διαβάστε φωνάζεις
στην ολιγότητα των λέξεων
αυτό που δεν πρόλαβα
μιαν αγάπη που σέρνω ακόμα μαζί μου
από μακριά σε βρίσκω
μες στο δωμάτιό μου
σαν τον αδερφό που μου στέρησε
ο εμφύλιος των ποιητών
Με πίκραναν τα λίγα σου τα χρόνια, Γιώργο