Η ιστορία του Βιβλίου πριν τον Γουτεμβέργιο (ή όταν ο καθηγητής είναι εκτός θέματος, εκστασιάζεται…Αφιερωμένο στους “σπουδαστές μας”) (Σ.Π.)

Ειδική έκδοση, προσφορά στην εκπαίδευση, της εφημερίδας ΤΟ ΒΗΜΑ και των εκδόσεων Ζήτρος.
Όπως είναι γνωστό, η ποσότητα των κειμένων της αρχαίας ελληνικής γραμματείας πού έχουμε σήμερα στη διάθεση μας είναι σημαντική από άποψη όγκου και ποιότητας. Ωστόσο με βάση αρχαίες μαρτυρίες είμαστε υποχρεωμένοι να δεχτούμε ότι από ποσοτική άποψη τα κείμενα της γραμματείας αυτής πού έχουμε αποτελούν ένα μικρό μόνο τμήμα από πολύ μεγαλύτερη γραμματειακή παραγωγή και ότι, χωρίς να παραγνωρίζουμε την αξία των έργων πού μας έχουν σωθεί, μνημονεύονται πολλά άλλα έργα, πού για ατυχία όσων ασχολούνται με την αρχαία ελληνική γραμματεία χάθηκαν στη μακρόχρονη διαδρομή τού «πανδαμάτορος» χρόνου.
Η περίπτωση των λεγόμενων «Ομηρικών ύμνων» βρίσκεται, με βάση όσα λέγονται στην προηγούμενη παράγραφο, στο μεταίχμιο μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας: είναι βέβαιο ότι από το υμνολογικό αυτό είδος μας σώθηκε κάποια μικρή ποσότητα (περίπου δυόμισι χιλιάδες στίχοι), αλλά ότι και από «εσωτερικά» τεκμήρια, δηλ. απ όσα ευλόγως εικάζονται από το περιεχόμενο των σωζόμενων ύμνων, και από «εξωτερικά», δηλ. κυρίως από μνείες για ύμνους από συγγραφείς της κλασικής περιόδου της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, συνάγεται ότι χάθηκε πολύ μεγαλύτερη από όση σώ-ζεται υμνολογική παραγωγή.
‘Ο,τι αναφέρεται για την περίπτωση των «Ομηρικών ύμνων» mutatis mutandίs -χρησιμοποιώ από φιλολογική εκζήτηση τον διεθνώς χρησιμοποιούμενο λατινόφωνο όρο, που μεταφρασμένος στα ελληνικά ως «τηρουμένων των αναλογιών», δηλ. αν κρατήσουμε τις αναλογίες που πρέπει να κρατήσουμε, τονίζει την αξιοπαρατήρητη αναλογία που εμφανίζει κάτι με κάτι άλλο- ισχύει για κάθε είδος της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Ίσως για το λόγο αυτό occasione data (ο λατινόφωνος κι εδώ όρος θα μπορούσε να αποδοθεί «μια που δόθηκε η ευκαιρία») είναι χρήσιμο να επισημάνουμε κάποια αίτια που οδήγησαν, στην εξαφάνιση έργα που κατά τη σύνθεσή τους ή και σε επόμενους αιώνες συγκινούσαν τις ψυχές και δονούσαν τη σκέψη πολλών ανθρώπων..
Λοιπόν τα κύρια αίτια που προκάλεσαν τη δυσάρεστη αυτή απώλεια είναι τα ακόλουθα, η αρίθμησή τους γίνεται για λόγους πρακτικούς, δεν αξιολογείται το ειδικό βάρος τους, επειδή δεν μπορεί να αξιολογηθεί και επειδή διαφοροποιείται κατά περιπτώσεις.
1. Η γραφική ύλη στην οποία γράφονταν τα κείμενα κατά την αρχαιότητα ήταν ο αιγυπτιακός πάπυρος από στελέχη του φυτού αυτού ως δευτερογενής παραγωγή δημι-ουργούνταν φύλλα χαρτιού, που με τη συγκόλλησή τους δημιουργούσαν ένα βιβλίο, τον «κύλινδρο». Η ύλη αυτή ήταν φθαρτή και, αν δεν αντιγραφόταν ένας τέτοιος κύλινδρος, το αποτέλεσμα ήταν η μερική ή και η ολική απώλεια του έργου.
2. Στην αρχαιότητα, όπως διαπιστώνουμε από επιγραφές, δηλ. από αποτυπώσεις διάφορων κειμένων με εγχάραξή τους σε λίθινες στήλες, η γραφή ήταν κεφαλαιογράμματη, δε χωρίζονταν οι λέξεις μεταξύ τους ή με μεσοδιαστήματα, ή με χρήση σημείων στίξης, δε χρησιμοποιούνταν τόνοι και πνεύματα αυτά και άλλα εμπόδιζαν το διάβασμα των κειμένων και καθιστούσαν δύσκολη την αντιγραφή τους.
3. Η έννοια της πνευματικής ιδιοκτησίας, που αποτελεί κατοχυρωτικό παράγοnτα της διατήρησης και της αναπαραγωγής ενός έργου, ήταν άγνωστη στην αρχαιότητα. Η απουσία αυτή ενδιαφέροντος από το συγγραφέα ή τους κληρονόμους του είχε ανεπιθύμητα, αλλά αναπόφευκτα, αρνητικά αποτελέσματα: αλλοιώσεις κειμένων με προσθαφαιρέσεις, σφετερισμούς κειμένων, προσγραφές σε επώνυμους συγγραφείς πονημάτων συγγραφέων που βολεύονταν με την ανωνυμία (όπως άλλοι μεταγενέστερα με «λογοτεχνικό» Ψευδώνυμο).
4. Διάφορα απρόοπτα, που οφείλονταν ή σε ανθρώπινη αμέλεια ή σε συντυχία, έγιναν αιτία να χαθούν πολλά έργα. Ας περιοριστούμε ενδεικτικά στη μεγαλύτερη καταστροφή. Το 47 π.Χ. εφτακόσιες χιλιάδες τόμοι της Βιβλιοθήκης της Ελληνιστικής Αλεξάνδρειας καταστράφηκαν από πυρκαγιά. Την είχε ιδρύσει ο Πτολεμαίος Β’ ο φιλάδελφος (279-246 π.Χ.) και ήταν η πιο μεγάλη ως τότε συλλεκτική δραστηριότητα στο χώρο του πνεύματος οι «Πίνακες» τού Καλλίμαχου είχαν γίνει συλλογική απογραφή της αρχαίας ελληνικής γραμματείας πού σωζόταν ως τότε.
5. Προς το τέλος της λεγόμενης «Ελληνιστικής περιόδου», καθώς η Ρωμαιοκρατία κάλυπτε βαθμιαία τον ελληνικό και τον ελληνιστικό χώρο, σημειώθηκε σοβαρή αμέλεια για τη διατήρηση της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Βέβαια ο λεγόμενος «αττικισμός» με τη στροφή πού υπέδειξε προς τους κλασικιστικούς τύπους και η λεγόμενη. «δεύτερη σοφιστική» στα χρόνια της ρωμαϊκής δυναστείας των Αντωνίνων προκάλεσαν ενδιαφέρον για ό, τι είχε παραμεληθεί. Αλλά ήδη αυτό πού χαρακτηρίζουμε «πνευματική ζωή» είχε περιοριστεί. στον κύκλο τού σχολείου, πού την εποχή εκείνη ήταν μέλημα των οικογενειών, όχι της πολιτείας. Το σχολείο και τότε, όπως άλλωστε και μεταγενέστερα και στην εποχή μας, είναι χώρος πού εξυπηρετείται με Ανθολογίες, με Εκλογές, με Περικοπές και είναι φυσικό ό, τι μένει έξω από αυτές τις επιλογές να σκεπάζεται από τη λήθη, να μην αναπαράγεται.
6. Το δεύτερο μισό τού 1ου μεταχριστιανικού αιώνα (με απόλυτη επικράτηση στον 4ο αιώνα) σημειώθηκε μεταβολή της μορφής τού βιβλίου. Τη θέση του «κυλίνδρου» την πήρε ο «κώδικας», ο πρόδρομος του σημερινού βιβλίου). σχηματιζόταν από περισσότερες τετραδιόσχημες σειρές φύλλων, πού μπορούσαν να φιλοξενήσουν κείμενα και στην πρόσθια και στην οπίσθια πλευρά τους, και ήταν πιο εύχρηστος από τον «κύλινδρο». Όταν ο νέος τύπος βιβλίου εκτόπισε τον παλιό, χάθηκε ό,τι δεν ταίριαζε με τη μεταβολή της τεχνικής στην έκδοση βιβλίου).
7. Το τέλος τού 4ου και στις αρχές του 5ου μεταχριστιανικού αιώνα σημειώθηκε αναζωπύρωση των φιλολογικών ενδιαφερόντων, αλλά, αντί να αναπτυχθεί, παρουσίασε σύντομα κάμψη και υποκαταστάθηκε από ρηχό εγκυκλοπαιδισμό. Ακολούθησαν οι λεγόμενοι «σκοτεινοί αιώνες ο 7ος και ο 8ος .Στην περίοδο αυτή σίγουρα χάθηκαν πολλά έργα. Ευτυχώς ο λόγιος και προστάτης της αρχαίας ελληνικής γραμματείας πατριάρχης Φώτιος τον 9ο αιώνα και με τον προσωπικό μόχθο του και με ό,τι εμφύσησε σε άλλους, ώστε να δημιουργηθεί ένα είδος Αναγέννησης (αυτό που οι Βυζαντινοί ονόμασαν «δεύτερο ελληνισμό»), περιόρισε ό,τι είχε πάρει μοιραία το δρόμο της απώλειας.

8. Ο κατάλογος των αιτίων για την απώλεια έργων της αρχαίας ελληνικής γραμματείας (με μια πάντως θετική προσθήκη) μπορεί να κλείσει με τις συνέπειες που είχε η πρώτη άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους ευρωπαίους Σταυροφόρους το l204. Ως την ανακατάληψή της το l261 χάθηκαν τα έργα πολλών συγγραφέ-ων της αρχαιότητας που είχε διαβάσει ο Φώτιος και τα είχε σχολιάσει στη «Μυριόβιβλό» του. Λίγο πριν από τη δεύτερη (και οριστική) άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους μωαμεθανούς το 1453 και αμέσως μετά από αυτή παρατηρείται μεγάλη “μετανάστευση” τόμων και χειρογράφων της αρχαίας ελληνικής γραμματείας στην Ιταλία. Από το 1450 ως το 1600 μεταφέρθηκαν στην Ιταλία πολλά τέτοια χειρόγραφα (μπορούμε να υποθέτουμε ότι υπήρξαν απώλειες κατά τη μεταφορά) και, ευτυχώς, εκεί αντιγράφηκαν (όσα βέβαια αντιγράφηκαν) με ζήλο. Οπωσδήποτε σώθηκαν πολλά απ’ όσα ήταν ενδεχόμενο να χαθούν στους αιώνες Τουρκοκρατίας που ακολούθησαν. Ήταν ευτύχημα για την αρχαία ελληνική γραμματεία η συγκέντρωση χειρογράφων σε διάφορες ιταλικές βιβλιοθήκες: στη Βατικανή της Ρώμης, στη Λαυρεντιανή της Φλωρεντίας, στη Μαρκιανή της Βενετίας στην Αμβροσιανή του Μιλάνου.
Μας έχει σωθεί λοιπόν -για να επανέλθουμε στο περιεχόμενο του τόμου αυτού μετά την «παρέκβαση» που μεσολάβησε- ένα corpus, μια συλλογή από λίγο περισσότερους από τρεις δεκάδες ύμνους για διάφορους θεούς, και του «ολυμπιακού δωδεκαθέου» και άλλων θεοτήτων της αρχαίας ελληνικής πολυθεΐας. Όλοι είναι συνθεμέ-νοι με τον τυπικό στίχο της αρχαίας ελληνικής επικής ποίησης, τον λεγόμενο «δακτυλικό εξάμετρο». Ο στίχος αυτός με τις διάφορες εσωτερικές παραλλαγές του, για τις οποίες βλ. τα Εισαγωγικά στην ομηρική Ιλιάδα και, στην ομηρική Οδύσσεια στη σει-ρά των Εκδόσεων ΖΗΤΡΟΣ «Μεταφρασμένοι συγγραφείς της αρχαίας ελληνικής γραμματείας», είναι εξαπλή χρήση «δακτύλων», μιας μετρικής μορφής που, αποτελείται από μια μακρόχρονη και από δυο βραχύχρονες συλλαβές (δηλ. -υυ), που παίρνει τυπικά το σχήμα-υυ-υυ-υυ -υυ -υυ-υυ.
Οι ύμνοι αυτοί έχουν χαρακτηριστεί (και είναι ως σήμερα αναγνωρίσιμοι με τον τίτλο αυτό) «ομηρικός», επειδή στην αρχαιότητα αποδίδονταν στο μεγάλο επικό ποιητή Όμηρο. Από άποψη χαρακτηρισμού τους ως λογοτεχνικού είδους τα κείμενα αυτά «κυριολεκτούνται», επειδή είναι στο σύνολό τους υμνητικά κείμενα. Από άποψη ποσότητας οι «ομηρικοί ύμνοι» είναι άνισοι: μόνο τέσσερις από αυτούς έχουν τριψήφιο αριθμό στίχων, έχουν δηλ. την έκταση περίπου μιας ομηρικής ραψωδίας και κάποια αντίστοιχη κινητικότητα οι υπόλοιπες εντάσσονται σε δυο ισόποσα κείμενα με διψήφιο ή μονοψήφιο αριθμό στίχων. Έτσι λίγοι από τους ύμνους αυτούς ανταποκρίνονται στην κυριολεξία του όρου, ενώ οι περισσότεροι είναι «προοίμια»,δηλ. κάποια προανακρούσματα, κάποια «πρελούδια», που προτάσσονται σε άλλα κείμενα, που πάντως δε δίνονται στη συνέχεια.
Ο τόπος ή οι τόποι όπου συντέθηκαν και ο χρόνος ή οι χρόνοι κατά τους οποίους συντέθηκαν οι «ομηρικοί ύμνοι» δεν είναι δυνατό στις πιο πολλές περιπτώσεις να προσδιορισθούν με κάπoια πιθανολόγηση. Κι ακόμη δεν είναι δυνατό να προσδιορισθεί ούτε ο χρόνος κατά τον οποίο έγινε η συλλογή που μας έχει σωθεί..
Οπωσδήποτε η συλλογή των «ομηρικών ύμνων» είναι ό, τι μας απόμεινε από την πλούσια υμνολογική ποίηση της ελληνικής αρχαιότητας που σχετίζεται με την λατρεία των θεών και βέβαια το corpus αυτό, παρά τις χρονολογικές αβεβαιότητες που έχουμε, είναι κοντά στην επική παράδοση και ποίηση αφού τoυλάχιστoν είναι μέσα στο κλίμα της και εκφράζεται με τον τυπικό στίχο της, και ίσως προεξαγγέλλει την πλούσια λυρική ποίηση της αρχαιότητας, που μέσα στη θεματολογία της έχει εντάξει και ποιήματα με υμνολογικό περιεχόμενο, που έχει όμως ως αποδέκτες περισσότερο ανθρώπους παρά θεούς.









