ΣΕΜΕΛΗ

hladakis.jpg

Τα λόγια του τʼ απατηλά

(κάνει καλά)

Δεν πίστεψε η Σεμέλη

(γλυκιά σαν μέλι))

Του είπε να έρθει, στη φωτιά,

(Άμα πια)

Ντυμένος, αν τη θέλει.

(Αν τον μέλει).

Στο να του χέρι κεραυνούς

(Ο Μέγας Νους)

Στο άλλο αστροπελέκι

(Τσέρκι φελέκι)

Μες τους καπνούς και τους καημούς

Στους φλογισμένους ουρανούς

Στης άψας την αντάρα

Πιάνει η νόμιμη κατάρα.

Προβάλει άγριος ο Θεός

Μέσʼ την οργή και μες το φως

Για να την κάψει τη Σεμέλη

Που την ποθεί και που τη θέλει

Απ τη καμένη της γαστέρα

Τη μεθυσμένη του παντιέρα

Αναπετάει

Είναι το σπέρμα του φωτός

Που τον γεννάει.

Ίακχε, Βάκχε, Ελελεύ

Γυμνός να ΄ρθείς σ αποζητάνε

Στις βρύσες στήνοντας καυγάδες

Ευοί – Ευάν

Και στα ρουμάνια οι Μαινάδες

Πʼ ακολουθούν τον Μέγα Παν

Ανταριασμένες τραγουδάνε.

Ο ήλιος έσπερνε το φως

Και μάτωνε η καρδιά σου

Μικρός που μοιάζει ο ουρανός

Μπρος την αποκοτιά σου.

Το θάνατο της ομορφιάς

Πολλοί τον λένε χρόνο

Ακούραστος σκυφτός σκαφτιάς

Ξέρει να σκάβει μόνο.

Πετούν πουλιά στον ουρανό

Στη γη σέρνονται φίδια

Ο Πάνας σέρνει το χορό

Με πρόβατα και γίδια.

Στα Αρκαδικά τα δάση

Γεμάτα λάθη

Λυσσομανούν τα πάθη

Σ΄ οργίων δράση.

Στον Ελικώνα

Η Μνημοσύνη

Και η αηδόνα

Η Ερατώ

Χόρευε σε τρελό χορό

Με τη κυρά-Φροσυνη.

Που είναι Φρόσω ο Πασάς

Που να ν΄ ο Σερασκέρης

Τον ρούφηξε ο υγρός φονιάς

Ο χαροντερμπεντέρης.

Που είναι Φρόσω ο παράς

Τα άσπρα, τα Δουβλόνια,

Πως πέρασαν Φροσύνη μου

Και χάθηκαν τα χρόνια;

ΕΙΜΑΙ ΠΡΕΖΟΝΙ

Είμαι πρεζόνι του ανεκπλήρωτου ερωτά σου

Νυχτερινός διαβάτης των ονείρων σου

Τα φοβερά ουρλιαχτά σου αφουγκράζομαι

Κι οραματίζομαι το τέρας

Που αλύτρωτο μονιάζει μέσα σου.

Θάνατος είναι η πίκρα που σκορπάς

Το γλυκοχάραμα.

ΜΑΓΝΗΤΗΣ

Πως με τραβάς σαν το μαγνήτη

Κι εγώ ρινίσματα σιδήρου

Είναι ο έρωτας του απείρου

Δίδυμος νόμος που διέπει

Τη σχέση Ετεοκλή και Πολυνίκη.

Τα Σάββατα βαραίνουν στο μπαλκόνι

Όλες οι τύψεις μιας ζωής

Όσο κι αν είσαι υπερόπτης ή εγωιστής

Κλείνεις τα μάτια και θυμάσαι

Πως είσαι ρέκτης της υποταγής.

Τάλε Ταλώς

Φρουρέ της Κρήτης και της Ειμαρμένης

Τώρα που ξαναβγήκανε στο φως

Δαίμονες αρχαίοι ξεχασμένοι

Τι άλλο πια να περιμένει κι ο Θεός;

Μ αρέσει μεθυσμένος να ξαπλώσω

Στην ωριμότητα ενός άνηβου κορμιού

Ελπίζοντας τη στύση μου να νοιώσω

Σαν σάλπιγμα πολέμου να καλεί.

Παιχνίδια άγαρμπα του νου

Στα χνάρια του Ιουλιανού

Του Παραβάτη

Εσύ ΄σαι φως

Αθάνατος και ισχυρός

Κι εγώ μονάχα μια σκιά

Κι οφθαλμαπάτη.

Σαράντα μίλια απ τη στεριά

Ανάβεις τα επτά κεριά

Και στρώνεις το κρεβάτι.

Μάτια κλειστά, χωρίς ανάσα

Βρίσκεσαι ανάσκελα στη κάσα

Κι αδημονείς

Στη βάρκα να περαιωθείς

Κι απ την Αχερουσία

Στα Ιλίσια παιδεία να βρεθείς.

ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ ΧΡΟΝΟΙ

Εγώ σε αγαπώ και σε θυμάμαι

Ως καυχησιάρη νεαρό το 70.

Στις πάνινες καρέκλες του Μουσείου

Πουκάμισο χρωματιστό

Μακρύ πουλόβερ

Αμπέχονο στρατιωτικό

Και δυο πακέτα σέρτικα τσιγάρα

Στις μεγάλες τσέπες.

Τα ξέπλεκα μαλλιά σου στον αέρα

Τα γένια σου ατημέλητα

Και τα κορίτσια της παρέας

Να σ΄ακούν και να θαυμάζουν.

Κορίτσια δροσερά,

Σχεδόν ωραία

Νοικοκυροκόριτσα απ τη επαρχία.

Καφέδες, αναψυκτικά και καμιά μπύρα

Νοέμβρης μήνας, περασμένο μεσονύχτι

Αθάνατο φοιτητικό χαζοξενύχτι.

Χαμογελούσε ο χαφιές λίγο πιο πέρα

Βαριότανε αφόρητα νʼ ακούει θεωρίες κι υποθέσεις

Έτσι που παραστατικά μας πέρναγες τις θέσεις

Και τις γραμμές

Από την Ιταλία, το Παρίσι και τις φυλακές.

Ήταν Νοέμβρης και μας μίλαγες με πάθος

Μα χαμηλόφωνα και συνωμοτικά

Πόσο απόμακρα φαντάζουν όλα αυτά

Και λίγο αστεία.

Τα αφηγείσαι για διασκέδαση της συναναστροφής

Εσύ ο υπουργός της αλλαγής

Και της προόδου

Χωρίς κακία, μίσος, πάθος

Ακόμα και η ΧΟΥΝΤΑ σου είναι πια οικεία

Άλλωστε ανήκει στη δική μας ιστορία

Και νοιώθεις φρίκη

Που διατηρείς στην βιβλιοθήκη

Του Λένιν τα παλιά βιβλία

Ανάμνηση απ της νεότητας την αμαρτία

Τότε που μέτραγες αν έχουμʼ απαρτία

Στις αμφιθεατρικές μας συνελεύσεις.

Τώρα απορώ μα σε θαυμάζω

Ως καυχησιάρη Υπουργό το 2000

Σε κάποιο Μπαρ σε κεντρικό Ξενοδοχείο

Καλοραμμένο κουστουμάκι μα γελοίο

Να έχεις κόψει το τσιγάρο για να ζήσεις

Και να σ ακούνε παρακμάζουσες κυρίες

Πού ʽχουν μια κόρη για να διορίσεις.

Με σοβαρότητα πιο πέρα ο χαφιές,

Βαριεστημένος, βλοσυρός, άγρυπνος φύλακας

Του κυρίου Υπουργού Σωματοφύλακας.

Κι όπως σ ακούω απορώντας, ξαφνικά,

Σκύβεις στο αυτί μου συνωμοτικά

Και χαμηλόφωνα με βεβαιώνεις

Πως θα μου την κάνεις τη δουλειά.

ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ

Στα μοναστήρια σπούδασα τα γράμματα

Και στα μπουρδέλα

Με καλογήρους βρωμερούς, ψεύτικα θαύματα

Και μια κοπέλα

Ηρώ

Θαρρώ

Τρελή

Φυλή

Στον Ιωσήφ

Τον εξ Αριμαθείας

Ανάγουν τη καταγωγή

Για μια γενιά βασιλική

Δυο παραδόσεις σκοτεινές

Της Προβηγκίας.

Ήρα Θεά Αργίτισσα

Ήρα Θεά Αγύρτισσα

Πουλάς μαντζούνια, φυλαχτά,

Ντομάτες, ζαρζαβατικά

Και φίλτρα της αγάπης,

Ήρα,

Τους ήρωες γεννάς

Που ζευγαρώνουν μυστικά

Με τα κορίτσια του Άργους

Και τρέμει το κρεβάτι

Ο ΑΔΙΑΙΡΕΤΟΣ ΠΟΘΟΣ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ

Αν είναι αμαρτία

Την ποθώ

Στα μάτια σου αναζητώ

Την άρτια αδιαίρετη αγάπη

Ω των Υπερβορείων Υπερίωνα

Ω της θαλάσσης θεότητα Πρωτεϊκή υπερτάτη

Ω πότνια ερωμένη των θεών

Για των ανθρώπων το γινάτι

Μη τεντωθείς

Σ ένα θνητό κρεβάτι

Και διαιρεθείς.

Του Μεγαλέξανδρου αδελφή

Που Σαλόνικη

Την παραφράσαν οι Εσκενάζυ

Άραγε να ναι κείνη η γοργόνα;

Ψιλή βροχή

Που την επάγωνε ο Βαρδάρης

Βραδύ τρελό Παρασκευής

Με τα κοπίδια του το δέρμα σμίλευε ο Σπαθάρης

Σαν Καραγκιόζης να σχηματιστείς.

Ήπια τα μάτια σου

-παλιά το λέγανε ιχώρ-

Στον εαυτό μου είπα: Κοίτα μη μεθύσεις

Μα είχα πια παραδοθεί να με διαμελίσεις.

Ω ερωμένη αδελφή

Ω Ίσιδα κι Αρτέμιδα

Ω Χασεπσούτ και του Σαββά βασίλισσα μεγάλη

Στη γέφυρα της Αβινιόν χορεύανε και πάλι

Ξωθιές μ αέρα σώματα

Με μάτια κεχριμπάρι

Στο σκούρο χρώμα του σταριού

Κι εμένα ο Βάκχος με είχε πάρει

Θιασώτη άγριου μεθυσιού

Όταν συνήλθα στο Βαρδάρη

Μέσα σε πόρνες και πρεζόνια

Προτού αρχίσει το παζάρι

Την ένοιωσα τη Θεία Χάρη

Λευκή, λευκότερη απ τα χιόνια

Που χε στοιβάξει ο Χορτιάτης.

Πάνω στο θάνατο καβάλα

Με το μαρτύριο του Ταντάλου

Χιλίων χρόνων απελάτης

Δεμένος στο άρμα κάποιου άλλου

Εσύ μπροστά μου όλη την ώρα

Ήσουν ο μόνος προορισμός μου

Εγώ να κρύβω τα κομμάτια

Και την ασχήμια που χα εντός μου.

Ψέμα στο ψέμα το νεράκι

Θόλωσε κι έγινε βουρκάρι

Ήταν το μόνο που χε μείνει

Απ όταν ήμουνα παιδάκι.

Σε αγαπώ

Η αμαρτία

Έτσι κι αν είναι την ποθώ

Στα μάτια σου αναζητώ

Την άρτια αδιαίρετη τη μία.

ANENTAXTH

Ανένταχτη

Περνάς στη σιωπή

Μιας ανεξάρτητης πορείας

Δηλώνοντας υποταγή

Σε ΄να κουρέλι

Που μιαν άλλη εποχή

Ήτανε σημαία αυτοκρατορίας.

Σαν Ρόζα στοίχειωνες νερά

Στης Γερμανίας τα ποτάμια

Λάμια,

Σε άκουσα να σκούζεις μια φορά

Ακολουθώντας τη ροή του Καλαμά

Εκεί που οι Τσάμηδες ξεραίνανε καλάμια.

Σαν χριστιανός, νηστεύω την Παρασκευή

Σαν Δραγουμάνος με φιρμάνι δίχως βούλα,

Σου στέλνω μήνυμα σε γλώσσα αρχαϊκή

Να είναι σύμβολα οι λέξεις, να ΄ναι χάδια,

Να είναι βρόγχοι, να ΄ναι παραγάδια

Να σ αγκιστρώσουνε στη ζούλα

ΕΥΟΙ – ΕΥΑΝ

Μαιναδικοί θίασοι έκραζαν κοριβίζοντες

Αναζητώντας την Λευκή Θεά

ΕΥΑ

(την επονομαζόμενη Αργυρού)

Κράματος Λευκαργύρου και Ορειχάλκου

Από τα ξόρκια και τα μάγια τοις Έλλησι Αλχημισταίς

Ρητώς και αναντιρρήτως παραδίδεται.

Πας όστις βούλεται βουλιάζει

Εις οφθαλμολίμνας Αχαιών

Του αρχαίου δικαιώματός των εκπεσόντες

Ίωνες επεισερχόμενοι βουλεύονται

Τους ιάμβους και τους ανάπαιστους αντικαθιστώντας

Δια του τρίτου ήχου της τροπής

Πλήκτρου εφευρέτες οι επαΐοντες

Για να μπορούν οι Άραβες Μωαμεθανοί

Να ψέλνουν σε Μακάμ Χουσεϊνί

Στους ντερβισάδικους τεκέδες

Ο Ρωμανός σε δεύτερο εκ πλαγίου

Κι ο μόρτης Μάρκος στην Αγια-Σοφιά

Καραντουζένι να το λέει.

Ακόμα κι όταν ξένη κι άξενη πανταχόθεν

Θα σε ξενίσω μες το σώμα μου

Κατά αντιστροφή της φύσης

Κατά παρέκκλιση κι υπέρβαση

Αγχιβασίει κατά του Σκοτεινού την ρήση

Για να βιώσεις Διονυσιακά

Της παραβάσεως το θαύμα.

Αλίκη του παραμυθιού

Πινόκια κόρη του Τζεμπέτο του μάστορα

Πολυάνα κόρη προτεστάντη ιερέα

Λυκοφαγούσα κοκκινοσκουφίτσα.

ΕΥΟΙ – ΕΥΑΝ

Τα σείστρα κρούουν σαν δαιμονισμένοι

Οι Γιακομπίνοι κι οι ξεβράκωτοι

Στα ορεινά τα έδρανα απάνω

Κι ο Σαιν ζύστ στ αριστεράς κρατά τον ίσο

Στης Γκιλοτίνας που αγκομαχά τον ήχο.

ΕΥΟΙ – ΕΥΑΝ

Δεν ωφελεί να κρύβεσαι μες τη καρδιά του σεντεφιού

Σε χιτευτή χοάνη

Γοργό το βέλος θα προκάνει

Και θα τρυπήσει τη καρδιά του ελαφιού.

ΣΙΣΥΦΟΣ

Στου Θείου Νόμου την σκληρή επιταγή

Την επιμονή του την ακούραστη αντιτάσσει

Ελπίζοντας πως θα τον δικαιώσει

Ο δεύτερος νόμος της διαλεκτικής.

Ο Σίσυφος.

Των ποσοτήτων η συσσώρευση

Θα μετατρέψει την ποιότητα των πραγμάτων.

Σαφώς σοφότερος απ το Θεό

Τι κρίμα όμως

Σε άλλη διάσταση θα δικαιωθεί

Είναι τώρα το timing των αρχαίων Αιγυπτίων.

ΕΓΚΩΜΙΟ ΤΩΝ ΥΠΕΡΒΟΡΕΙΩΝ

Σε τσάκισαν χαράματα μια νύχτα του Γενάρη

Κι ήσουν σαν Μεγαλέξανδρος

Που ο Διάολος να σε πάρει

Σαν Μεγαλέξανδρος αψύς

Να μπαίνεις στην Ασία

Ακολουθώντας την τρελή της μοίρας σου πορεία.

Και γέννησʼ απʼ το σπέρμα σου

Η λυγερή Ρωξάνη

Το Διγενή, τον εραστή τον τρομερό Ακρίτα

Του χάρου συνομιλητή

Που ζει μέσα στη ήττα

Ταπεινωμένος κι αφελής

Ρουφιάνος προδομένος

Ο Διγενής, ο εραστής

Ζήτουλας ξεπεσμένος.

Ανάθεμά σε τρεις φορές,

Που ΄μπλεξες κι άλλες ράτσες

Που πίστευαν σʼ άλλους Θεούς

Αγύρτες κι απελάτες

Και τώρα που σʼ αντάμωσα

Στο δρόμο του Σταδίου

Να καβαλάς ανέραστες φοράδες της Σκυθίας

Γυναίκες άγριες, δυνατές χωρίς ψυχή στα στήθη

Με μυρωμένες αγκαλιές

Μαρμαρωμένα ήθη

Να σʼ έχουν παρακατιανό

Πελάτη σε μπουρδέλο

Μπεκρή, παρία, φορτικό

Γεμάτο αναλγησία

Της Ελλάδας η ιδέα

Μονοσήμαντη κι ωραία

Έγινε σακατιλίκι

Για αγώνες των ΑΜΕΑ

Μία δίχως δόξα νίκη

Δίχως αγριελιάς στεφάνι

Μια Ελλάδα που δεν ξέρει

Ότι έχει πια πεθάνει.

Μικρό Βιογραφικό
Ο Νίκος Χειλαδάκης γεννήθηκε το 1952 στην Αθήνα. Είναι εκδότης Τοπικής Εφημερίδας και Δημοσιογράφος.
Υπήρξε ιδιοκτήτης και Διευθυντής Ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών.
Έχει εκδώσει 3 Ποιητικές συλλογές:

1.1 «Ποιήματα», Εκδόσεις Θεωρία, Αθήνα 1986

1.2 «ΙΚΣΩΣ ή ΙΞΩΣ», Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 1996

1.3 «Αιρετικά και Ερωτικά», Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2006.

Έχει μεταφράσει το ποίημα του Oscar Wilde “ Η μπαλάντα της φυλακής του Ρήντινγκ» , Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 1999.
Έχει αποδώσει στα Ελληνικά μέρος του οδοιπορικού του διάσημου Τούρκου περιηγητή του 15ου Αιώνα Εβλιά Τσελεπή με τίτλο «ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ» Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 1992.
Έχει αποδώσει στα Ελληνικά από τον ίδιο Τούρκο περιηγητή και έχει μεταφράσει από το Βρετανό αβά
Covel κομμάτια των οδοιπορικών τους σε ένα βιβλίο με τίτλο «Από Κωνσταντινουπόλεως εις Αδριανούπολη» Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 1994. Έχει οργανώσει και παρουσιάσει εκατοντάδες ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές και υπάρχουν κριτικά κλπ κείμενα του σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες. Ποιήματα του έχει μελοποιήσει ο Μιχάλης Κουμπιός και άλλοι συνθέτες.