Επαιζε για να λυτρώνεται

Αγαπητέ Γιάννη,
Ολοι παίζουμε σ’ ένα παιχνίδι
όπου ο Ανέκφραστος
κρατάει πάντα τη ρουλέτα

Νίκος Καρούζος

Ο μουσικός της τούμπας Γιάννης Ζουγανέλης, το μαυροτσούκαλο παιδί από τον Κοκκινόβραχο της Αμφιάλης, το φτωχόπαιδο του χωματόδρομου, που ήταν όλη η Ελλάδα τουλάχιστον μέχρι και τις αρχές του ’70, υπήρξε θύμα της άγνοιας της μητέρας του. Εξαιτίας της οδηγήθηκε, από τα δέκα έως τα δεκαπέντε του, στο αναμορφωτήριο Κορυδαλλού επειδή καβάλαγε το τραμ του Περάματος -πίσω, στον προφυλακτήρα- και έκανε δρομολόγια Πέραμα-Πειραιεύς! Οι καλοθελήτριες γειτόνισσες μετέφεραν στη φοβισμένη μάνα του μεταπολεμικού φόβου: «Αντωνία, το παιδί σου θα σκοτωθεί!». Η ζωή τού ‘παιξε ένα παράξενο παιχνίδι: μέσω του εγκλεισμού, γνωρίζει τη βαθεία σάλπιγγα, τη γνωστή στους περισσότερους ως τούμπα. Ο ήχος της σίγησε, γιατί ο Γιάννης Ζουγανέλης δεν μπορούσε πια να φυσήξει στο χάλκινο όργανό του τον αέρα της μελωδίας. Η επάρατος τον είχε χτυπήσει και έσβησε στα εξήντα οκτώ του. Ο θάνατός του, που έγινε γνωστός χθες, επήλθε την περασμένη εβδομάδα, στην Αθήνα. Κηδεύτηκε το Σάββατο, στο Νεκροταφείο Ηλιούπολης.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του ληξιαρχείου Κερατσινίου, γεννήθηκε στις 20 Νοεμβρίου ή κατά τη μαρτυρία της μητέρας του στις 31 Δεκεμβρίου 1938. Το τρίτο παιδί μιας οικογένειας που οι ρίζες και των δύο γονιών κρατούσαν από τη Μύκονο. Τα χάλκινα τα ανακάλυψε στο Αναμορφωτικόν Κατάστημα Στοιχειώδους Εκπαιδεύσεως Αρρένων Κορυδαλλού, γιατί το ίδρυμα είχε έναν σαλπιγκτή, όπως στο στρατό που σάλπιζε καθημερινά: εγερτήριο, προσκλητήριο, σιωπητήριο.

Μυστήριος και μαγικός ήχος

Θυμόταν σε συνέντευξή του στον Γιώργο Καρουζάκη («Ε», 19/2/2000): «Ηταν ένας πρωτόγνωρος ήχος για μένα, άσκησε μια γοητεία επάνω μου γιατί ήταν η πρώτη φωνή που άκουγα και δεν καταλάβαινα. Η σάλπιγγα έφτασε στα αυτιά μου σαν ένας μυστήριος και μαγικός ήχος. Το παιδί που έπαιζε σάλπιγγα στο προαύλιο ήταν παιδονόμος. Πήγα λοιπόν και του είπα: “Δώσε μου να παίξω”. Αυτός αρνήθηκε και άρχισα να κλαίω. Ημουν παιδί δέκα χρόνων. Τελικά τον έπεισαν τα μεγαλύτερα παιδιά και μου έδωσε να παίξω. Θυμάμαι ότι έβαλα τη σάπλιγγα στο στόμα μου σαν να ήταν κλαρίνο. Το γεγονός όμως ότι την έπιασα στα χέρια μου και επιχείρησα να παίξω, με λύτρωσε». Οταν όμως ο τουμπίστας της μπάντας του αναμορφωτηρίου έφυγε, ο Γιάννης τον αντικατέστησε με κάποια επιφύλαξη, καθώς η τούμπα τού φαινόταν άκομψη και υποδεέστερο όργανο. Ομως, μόλις την πήρε στα χέρια του, θαμπώθηκε: το παιδικό του πρόσωπο καθρεφτίστηκε επάνω της και φαντάστηκε διαισθητικά το μέλλον του δεμένο μαζί της.

«Δεν ήμουν προορισμένος να γίνω εισπράκτορας ή οικοδόμος», όπως εξομολογείτο, κι ας χρειάστηκε να εργαστεί σε εργοστάσια, γιατί έπρεπε να τελειώσει τις σπουδές του στο Εθνικό Ωδείο, προτού πάρει κρατική υποτροφία για το Ωδείο Αθηνών, από το οποίο αποφοίτησε με δίπλωμα «Βαθείας Σάλπιγγος» με άριστα και το πρώτο βραβείο παμψηφεί. Καθώς από μουσικός ορχήστρας εξελισσόταν σε δεξιοτέχνη της τούμπας, υποχρέωσε συνθέτες να γράψουν ειδικά γι’ αυτόν κοντσέρτα, όπως τους Μιχαηλίδη, Ζώρα, Κυδωνιάτη, Δέλιο, Γ.Α. Παπαϊωάννου, Σισιλιάνο. Η κριτική υποκλίθηκε στην ερμηνεία του Γιάννη Ζουγανέλη. Παράλληλα, είχε φτιάξει οικογένεια και είχε αποκτήσει τρία παιδιά.

Αυτοπροσωπογραφία

Το 1985, είχε ολοκληρώσει την αυτοπροσωπογραφική μαρτυρία του «Ο ήχος της σάλπιγγος» που πρωτοεκδόθηκε από τον «Καστανιώτη» (1999) και επανεκδόθηκε σε δίτομη μορφή, με τους υπότιτλους «Με δύο απλές γραμμές» και «Οι τόποι είναι ήχοι» («Γαβριηλίδης», 2004). Τον ενθάρρυναν τρεις φίλοι του, οι Κωστής Παπαγιώργης, Μιχάλης Γκανάς και Γιάννης Πατίλης. Ο Γιάννης Ζουγανέλης της «Σάλπιγγος» έχει μαθητεύσει στο «πεζοδρόμιο» της αυθορμησίας του λαϊκού ανθρώπου και στα «σαλόνια» της ελληνικής διανόησης. Η μεταπολεμική των βασάνων ελλαδογραφία, χωρίς την αυτάρεσκη αποτίμηση υπέρ του πάσχοντος εαυτού, αντιδρούσε κυρίως ως ένα ζωντανό συμπάσχον πρόσωπο.

Τη χρονιά της επανακυκλοφορίας του «Ηχου της σάλπιγγος», τύπωσε την πρώτη και μοναδική του ποιητική συλλογή, εμφανώς επηρεασμένη από τη μακρά σχέση του με τον ποιητή Νίκο Καρούζο. Η «Ενός λεπτού σιγή είμαστε όλοι» («Γαβριηλίδης») διαπερνάται από λεπτότατη ειρωνεία, η οποία αποφορτίζεται λυτρωτικά σε ολιγόστιχες υπερβάσεις σκεπτόμενης εκτόνωσης.

Συνεργάστηκε με όλες τις ελληνικές κρατικές ορχήστρες, με τη Φιλαρμόνια Χουνγκάρικα καθώς και με τις Φιλαρμονικές Ορχήστρες του Βελιγραδίου, της Λιουμπλιάνα, της Βουλγαρίας. Το 1989, γύρισε σε δίσκο με τη Ναταλία Μιχαηλίδου κομμάτια, στα οποία συνομιλούσε το πιάνο με την τούμπα.

ΒΑΣΙΛΗΣ Κ. ΚΑΛΑΜΑΡΑΣ

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 22/08/2006

Copyright © 2006 Χ. Κ. Τεγόπουλος Εκδόσεις Α.Ε.