Κική Δημουλά, με προβολέα μανιέρας
Η ποίηση της Δημουλά είναι μια μανιέρα που μπορεί να δει τον κόσμο. Παναπεί μπορεί να μεταφράσει κάθε γεγονός στη γλώσσα της μανιέρας της.
Η μανιέρα της έχει ορισμένα χαρακτηριστικά με πιο εμφανές εκείνο της προσωποποίησης των ουσιαστικών.
Η μανιέρα της διαμορφώθηκε σε περίοδο αληθινού πένθους και κληρονόμησε σαν όριο την έκφραση του πένθους. Όσο ύψος περιέχει η έκφραση του πένθους είναι το ύψος που ζητάει η Δημουλά όταν εκφράζεται. Αυτό σημαίνει ότι η μανιέρα της δεν είναι ικανή να εξυψώσει κάθε γεγονός, αν και κάτι τέτοιο αρχικά φαίνεται δυνατό.
Στο βαθμό που η μανιέρα αυτή δεν μπορεί να ανυψώσει το γεγονός που αποτελεί το θέμα της αποτυγχάνει. Ωστόσω διατηρεί τον πειραματικό της χαρακτήρα. Πόσα μπορεί να σηκώσει;
Όσο η Δημουλά παραμείνει στην κόψη αυτού του πειραματικού στοιχείου της μανιέρας της, θα παραμένει ζωντανή. Και όσο θα μπορέσει και αν μπορέσει να την διευρύνει μπορεί να μας έχει σε μιαν αναμονή για τα αποτελέσματά της.
Στο τελευταίο της βιβλίο η κίνηση σ΄ αυτή την κόψη έφερε αποτυχίες ανύψωσης, αλλά και την είδηση στη Δημουλά ότι τα κοιτάσματα του πένθους τελείωσαν.
Η μανιέρα της Δημουλά είναι στενή, δεν αποτελεί ολοκλήρωση ματιάς στον κόσμο, ανήκει στο μερικό, δεν διευρύνεται εύκολα. Κατέχει ένα στενό πέρασμα ανάμεσα Καρούζο και Ελύτη και την απάιτηση του υψηλού σε ίσο βαθμό με τη συνείδηση του επιγονισμού.
Αυτό είναι και το στοίχημα με τη μανιέρα της Δημουλά. Ή θα σπάσει τη στενότητά της και θα περάσει στη διερεύνηση του πένθους σαν θεμελιώδους ανθρώπινης κατάστασης, ή θα βουλιάξει στην επανάληψη εν πολλοίς αποτυχημένων εξυψώσεων.
Η Δημουλά ζει, και υπερβαίνει τόσο τον συμπλεγματικό αρνητικό κριτή της, όσο και τον συμπεγματικό καταφατικό υπερασπιστή της.
Πάνω στην αποτυχία της μανιέρας της, που στο κάτω κάτω την διακαιούται, αυτή παίζει τη ζωή και την υστεροφημία της, βρήκαν την ευκαιρία να επιτεθούν στο ήθος της οι μνησίκακοι.
Τα επιχειρήματά τους είναι μεν φιλολογικά σωστά αλλά λοξά επιθυμούν την βασική αναγωγή στο προοδευτικός αντιδραστικός, που συνέχει ακόμα μια λογοτεχνία που ξέμεινε σε συνθήκες υπαρκτού σοσιαλισμού. Ή αλλιώς στο βάθος της γκαζόζας…
posted by Γιώργος Μίχος at 8:00 μμ Δευτέρα, Ιούνιος 26, 2006
http://giorgosmixos.blogspot.com









