australia-2007.jpg

Διαβάζω την πρόσκληση των εκδόσεων της Εστίας για «την παρουσίαση της έκτης οριστικής έκδοσης της ΠΥΡΑΜΙΔΑΣ 67, με ανέκδοτα κείμενα και σημειώσεις του ʼΡένου», που την κοσμεί μια ασπρόμαυρη φωτογραφία του Ρένου με τη στολή του ταλαιπωρημένου φαντάρου. Όλα καλά κι όλα ωραία; Ναι, αν δεν μας ξένιζε πως το κείμενο είναι γραμμένο σε μονοτονικό, και μας ξενίζει επειδή πρόκειται για τον Ρένο, όχι για τίποτα άλλο. Όπως μας ξάφνιασε όταν είδαμε την ιστοσελίδα που έστησαν τα παιδιά του στο διαδίκτυο, επίσης σε άψογο μονοτονικό. Εκεί θα μου πείτε, πως φταίει το διαδίκτυο και ο Μπιλ Γκέιτς, που δεν επιτρέπουν τις ψιλές τις δασείες και τις περισπωμένες. Δεν έχει τελικώς, σημασία ποιός φταίει. Φταίμε όλοι μας, γιατί από το 1983 που το μονοτονικό έγινε νόμος του κράτους και διδάσκεται επίσημα στα σχολεία, ζούμε σε μια διαρκή αμφιθυμία και αμηχανία ως προς πως πρέπει να γράφουμε. Ή, για να το διατυπώσω καλύτερα, γράφουμε μονοτονικά και δημοσιεύουμε πολυτονικά, κι αντιθέτως πολλοί επιμένουν να γράφουν πολυτονικά αλλά βλέπουν να δημοσιεύονται τα κείμενά τους στις εφημερίδες σε μονοτονικό. Κανείς δεν ξεφεύγει από την εθνική μας σχιζοφρένεια, την παράνοια που φαίνεται να αποτελεί το βασικό συστατικό της φυλής μας.
Η εθνική μας ψυχοπαθολογία εκδηλώνεται σε όλες τις εκφάνσεις του δημόσιου βίου: από την οδική μας συμπεριφορά, την ανατροφή των παιδιών μας, τον τρόπο που καθόμαστε στο τραπέζι και τσακίζουμε τα παϊδάκια, στις διαπροσωπικές μας σχέσεις που ήταν πάντοτε κανιβαλικές μέχρι τον τρόπο που ερωτευόμαστε (αν και η ελληνίδα και ο έλληνας, πιο συχνά καψουρεύονται, παρά ερωτεύονται).
Κάποιο Σάββατο του Σεπτεμβρίου 2005, ταξίδευα πρώτη θέση με το ΙΝΤΕΡ-ΣΙΤΥ εξπρές, από Αθήνα για Λάρισα, μαζί με διάφορους βουλευτές, υπουργούς και πρώην υπουργούς, οι οποίοι πήγαιναν στη Θεσσαλονίκη για τα εγκαίνια της Διεθνούς Εκθέσεως με την παρουσία του Πρωθυπουργού της χώρας Κωνσταντίνου Καραμανλή. Η υποδοχή στο βαγόνι υπήρξε υποδειγματική: μια ευγενέστατη χόστες μας πρόσφερε τον πρωινό ημερήσιο τύπο δωρεάν, και ένας καλοντυμένος και περιποιημένος σιδηροδρομικός μας μοίρασε κουπόνια για να απολαύσουμε το πρωινό μας στην τραπεζαρία του μπαρ που ήταν αυστηρά κρατημένη μόνον για τους επιβάτες της πρώτης θέσεως. Πράγματι, επωφεληθήκαμε της προσφοράς και οφείλω να ομολογήσω πως το σέρβις ήταν άψογο και η εξυπηρέτηση άμεση. Πάντα μου άρεσαν τα ταξίδια με το τρένο: ειδικά εκείνο το πρωί με το συρμό να ανεβαίνει στις πλαγιές του Παρνασσού, τον καφέ να αχνίζει στην κούπα μου, και οι κολλαριστές σελίδες της πρωινής εφημερίδας να τρίζουν κάτω από τα δάκτυλά μου. Θα μπορούσα να δηλώσω ευτυχισμένος, αν η ανατροφή μου δεν με έκανε να θεωρώ ύβρη μια παρόμοια έκφραση: προκαλείς τη μήνη του θεού αν δηλώσεις πως είσαι ευτυχισμένος, έλεγε η γιαγιά μου. Πράγματι, από τις συνήθειες που αποτελούν την καθημερινή μου πολυτέλεια, τον καφέ, την εφημερίδα μου και το τσιγάρο μου, έλειπε το άρωμα του ταμπάκου, για να ολοκληρωθεί το τρίπτυχο της καθημερινής μου ευτυχίας. Είχα την ευωδιά του καφέ και της φρεσκοτυπωμένης μελάνης αλλά δεν μπορούσα να ανάψω τσιγάρο, είδος πού τέθηκε εκτός νόμου τα τελευταία χρόνια. Αν το έχει η μοίρα σου, μια ζωή στην παρανομία την περνάς, κι όταν βάζεις υποτίθεται μυαλό, πάλι παράνομο σε καθιστά το σιγαρέτο. Λίγο το κακό, γιατί σε τρεις ώρες και κάτι ήμασταν στη Λάρισα, χρόνος ρεκόρ για τρένο, κι έκανα τα τσιγάρα μαζεμένα.
Την επόμενη μέρα έχοντας εκτελέσει τις υιικές μου υποχρεώσεις απέναντι στην ενενηκοντούτη μητέρα μου κι έχοντας βάλει σε κάποιο δρόμο τα περιουσιακά και άλλα στοιχεία, επέστρεφα πάλι πρώτη θέση με το εξπρές Ιντερ-ΣΙΤΥ, τον ίδιο συρμό της προηγούμενης ημέρας με την προοπτική να απολαύσω ένα εξίσου άνετο κι «ευτυχισμένο» ταξίδι. Εφημερίδες ωστόσο δεν μοιράστηκαν, ίσως επειδή τις είχαν εξαντλήσει τα καρντάσια οι Θεσσαλονικείς, κουπόνια μεν μοιράστηκαν, αλλά η τραπεζαρία της πρώτης θέσεως ήταν κατειλημμένη από τους δευτεροκλασίτες με τα μπαγκάζια τους και τα κεφτεδάκια τυλιγμένα σε αλουμινόχαρτα. Μετά από μια ώρα αναμονής να σερβιριστώ σηκώθηκα κι έφυγα χαρίζοντας το κουπόνι μου στον κύριο ελεγκτή μαζί με τις έντονες διαμαρτυρίες μου. Ο φουκαράς έμοιαζε με τον Διευθυντή ορχήστρας στην ταινία του Φελλίνι. Η πλήρη αναρχία βασίλευε σε όλον το συρμό κι επωφελήθηκα κι εγώ της γενικής αναμπουμπούλας: καπνίζοντας απανωτά σιγαρέτα σε έναν συρμό που υποτίθεται πως απαγορεύεται το κάπνισμα ακόμη και στην τουαλέτα. Περιττό να πω πως φτάσαμε στην Αθήνα με μια ώρα καθυστέρηση.
Γνωρίζω πως ζω σε μια χώρα που τη μια μέρα είναι ικανή να λειτουργήσει τα τρένα της και την άλλη να τα εκτροχιάσει, κι όποιος δεν μπορεί να συντονιστεί με την εθνική μας σχιζοφρένεια δεν μπορεί να αποκαλείται «Έλληνας».
Επειδή είμαι «Έλληνας» λοιπόν, δεν με ενοχλεί η πρόσκληση της «Εστίας» σε μονοτονικό για ένα βιβλίο που έχει οξείες , βαρείες και υπογεγραμμένες, όπως δεν με ενοχλεί που έμμισθοι φιλόλογοι του Δημοσίου το πρωί διδάσκουν μονοτονικό στα παιδιά μας και το βράδυ επιδίδονται σε πολυτονικούς αυνανισμούς. Δεν με πειράζει πια, αφού θέλω να λογίζομαι «Έλληνας», να γράφω μονοτονικά και να με διαβάζετε πολυτονικό. Ποιός ξέρει, ίσως να αποκτάνε και κάποιον τόνο παραπάνω τα γραφτά μου.

(Πλανόδιον, τευχ. 40, Ιούνιος 2006)