Στη Χίο δακρυσμένα μαστιχόδεντρα
ο αέρας μυροβόλος
διάφανη θλίψη κρύσταλλο
στο χώμα το μαστίχι.
Σ’ ΕΝΑ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟ ΑΓΑΛΜΑ
Στέκεις κομψή και ραδινή
μες στο πολύπτυχο ένδυμα
κόρη πού με κοιτάζεις σαν άγραφο χαρτί
και περιμένεις να διηγηθώ την Ιστορία σου,
Δεν ξέρω αν αγαπήθηκες
με την αγάπη πού έπρεπε
από άντρα ταιριαστό στην ομορφιά σου.
Ούτε μπορώ να φανταστώ
αν έγειρε να κοιμηθεί στον ώμο σου
σάρκα εκ της σαρκός σου.
Η θλίψη όμως πού χαράχτηκε στο βλέμμα σου
με έσπρωξε να φανταστώ
πώς στις χαρές δε χάρηκες όσο έπαιρνε,
αλλά στις λύπες δόθηκες-
και με το παραπάνω.
ΣΑΠΦΙΚΟ
Ποικιλόθρονη Αφροδίτη αθάνατη
σε σένα θεά μου προσπέφτω.
Και αν τόσες φορές την ποιήτρια από την Ερεσσό την εισά-
κουσες,
γενιές γενεών γυναίκες με αίτημα απαράλλαχτο,
ίδια και μένα δέξου.
Μη με φθονήσεις μόνο.
Ό άντρας αυτός πού σου μιλώ,
ίδιος θεός πού αγάπησες
και ό Ήφαιστος δεν σε άφησε θεά να τον χορτάσεις.
Όμοιος θεός πού αγάπησες.
Σέ νέο «23 εως 24 χρονών»
Ι
Μη φέρνεις τόσο κοντά στο μέρος μου
την ομορφιά της εποχής
με τα καινούργια φύλλα.
Ό Μάιος ολάνθιστος
γέρνεις την ομορφιά σου
προκλητικά στο μέρος μου
-εγώ μέρα του Αυγούστου,
του καρπού-
και θέλεις να απαντήσω
να σε προϋπαντήσω
παιδί
στην έξοχή.
ΙΙ. ΑΛΚΥΟΝΙΔΕΣ
Τραγούδι αψιμυθίωτο
παρήγγειλε ή Αλκυονίδα Τρίτη:
Γλιστράει στα δάχτυλά σου
φέτος ό χειμώνας
χλωμό φλουρί,
μια κρύβεται,
μια φαίνεται
IIΙ. ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ
Κοιμούνται οι πατούσες σου
δίδυμα βρέφη
ρόδινα.
Αύριο, ξυπνάς ανάπηρος
-περιπατών-¬
ενήλιξ.
ΙV
Και έχασα τα μάτια,
τα μαλλιά πού έπεφταν με τάξη
– το μετάξι.
Δύο μήνες προσκυνούσα εικόνα αχειροποίητη
πού βρέθηκε από θαύμα,
θαμπό γλυκό χρυσάφι
χρόνια εικοσιτέσσερα
– καράτια.
V
Γνώρισα τη σκληρότητα μιας γυρισμένης πλάτης.
Έπιανε ολόκληρη την πόρτα
και η κάμαρη σκοτείνιασε.
Εξομοιώθηκαν ολότελα το να κοιτάς
και να πεθαίνεις.
VΙ
Ολονυχτίς
στον καναπέ
λες και θ’ ακούσω νέα σου
στο τελευταίο δελτίο.
Πώς τάχατε
νυχτώθηκες σε χώρα λωτοφάγων
και μόλις ξεμυτίσει λίγη μνήμη
θα γυρίσεις.
VII
Κάπου εδώ έλαβε τέλος ή μικρή ιστορία μιας μεγάλης μου αγάπης.
Στο δωμάτιο αυτό αγαπούσα τα νιάτα.
Και στα απέναντι σπίτια,
ξέρω, σ’ όλη την πόλη,
σε σταθμούς και σε πάρκα,
κάπως έτσι τελειώνουν κι αλλονών οι αγάπες:
Με ασυντρόφευτα δάκρυα
και μ’ αδιάφορους ώμους.
Η Γιώτα Αργυροπούλου γεννήθηκε στους Κωνσταντίνους Μεσσηνίας, το 1960. Σπούδασε Φιλολογία στην Αθήνα και εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση. Ζει στην Καλαμάτα. Το 1998 εξέδωσε την ποιητική συλλογή “Τοιχογραφία της Άνοιξης”, απο τις εκδόσεις Καστανιώτη (β΄έκδ. Ιούνιος 1999) και το 2004 τη συλλογή ποιημάτων “Νερά Απαρηγόρητα” από τις εκδόσεις Πλανόδιον. Ανέκδοτα ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί στα λογοτεχνικά περιοδικά “Νέα Εστία”, “Εντευκτήριο”, “Τα Νεφούρια” και στο ηλεκτρονικό περιοδικό “Διαπολιτισμός”.










…Έτσι μοιράζεται το φως…
Και αυτή η γυναίκα μας μοιράζει το “φως” της απλόχερα…!!!
Ποίηση με αρτιότητα λόγου, προσωπικό ύφος, έντονη δυναμική!
Γιώτα σε βρήκα επιτέλους!Είμαι μια παλιά σου μαθήτρια (αν με θυμάσαι) και νυν θαυμαστριά σου!Από τα λίγα που γνωρίζω σχετικά με την ποίηση τολμώ να πω ότι γράφεις καταπληκτικά!Διαβασα κάποια αποσπάσματα απο ποιήματά σου και πραγματικά άγγιξαν την ψυχή μου!Περιμένω απάντησή σου!Πολλά φιλιά!(Ελπίζω να με θυμηθείς.Μου έκανες ιδιαίτερα μαθήματα στα Αρχαία Ελληνικά στην τρίτη δέσμη)
Κι αν πω να μιλήσω θα σταματησω στους κόμπους των δακρύων μου. Κλαιγοντας και ακίνητος, Γιωτα, σε διαβαζω. Γραφε, γραφε σε παρακαλώ. Να κλαίω και να διαβαζω.