Ξάνθος Μαϊντάς, Nυχτερινή Άσκηση
Iσμήνη
Μια τελευταία αίσθηση ακαθόριστη
πριν από το σώμα . Διάφανη .
Σ` όνειρο θερινό γυναίκας ,
το κύμα που εισχωρούσε βαθιά .
Όταν αργά κυλούσε το νερό
κάτω από τα πεύκα της Αττικής
διαλύοντας το χρόνο στην αέναη ροή του .
Αχνοχάραζε στο δάσος του Κολωνού
εκεί που τώρα βάδιζε ασυντρόφευτος
ο ατάραχος γέροντας Οιδίποδας .
Όμως εσύ το γνώριζες καλά .
Τίποτα δεν είχε αλλάξει
στην είσοδο με τις ροδιές ,
το γερμένο φράχτη από τα χρόνια
και την απουσία του πατέρα .
Το πλίθινο σπίτι στο βάθος του διαδρόμου
με τις αχλαδιές , τις βουκαμβίλιες , τις ελιές
και το γιασεμί που δένει τον τοίχο .
Όταν επέστρεφες μόνη , Ισμήνη ,
μύριζε καπνός και παλιό μαυρισμένο ξύλο .
Άφηνες τότε στο λιγοστό φως του κεριού
το τελευταίο ρούχο να κυλήσει χάμω .
Γυμνή μπροστά στον καθρέφτη
δίπλα στη μεγάλη φωτογραφία πάνω στο τζάκι .
Τις νύχτες όλο και πιό συχνά μας άγγιζαν
μυστικά , τα ψιθυρίσματα του ανέμου στα φύλλα ,
το σιγανό μοιρολόϊ του γκιώνη και τα νερά
του ποταμού , μακρινά , που αργά κυλούσαν ,
αποκαλύπτοντας τα σημάδια του χρόνου .
Μπροστά στον καθρέφτη λοιπόν , το σώμα ,
εξαίσια φωτισμένο , όνειρο , από τις σκιές της νύχτας
και το απαλό τρεμοφέγγισμα της φλόγας ,
έπαιρνε εκστατικά την τελική μορφή γυναίκας .
Πλάνη
Σαν βρέθηκες , ώρα καλή μεσάνυχτα
μες τα βαθιά παλάτια .
Με τα βαριά παλιά πελεκημένα
δρύϊνα δοκάρια .
Γυρεύοντας να ξαποστάσεις
από διωγμούς , θανάτους και διχόνοιες ,
από της θάλασσας τις συμφορές
την τρομερή σκιά του Άδη ,
τις αγκαλιές που γύρεψες και βρήκες .
Είκοσι χρόνια μετά , είκοσι ολόκληρα χρόνια
στους δρόμους και στην πλάνη , το γνωρίζεις
είναι πολλά κι εύκολα δεν μετριούνται .
Και τώρα ξένος , ζητιάνος , αγνώριστος ,
καταραμένος
Αίθωνας ή Επήριτος το όνομά σου .
( Αλήθεια σ` έσωσε άλλοτε , θυμάσαι ;
το εξαίσιο εκείνο Ούτις έμοιγ` όνομα . )
Στην ίδια σου τη χώρα , μες τα βαθιά – δικά σου ; –
παλάτια , πλένοντας , ξεπλένοντας στα χέρια το αίμα ,
να ξεδιαλύνεις προσπαθείς ,
τι είχες ,
τι έχασες ,
τι μένει και τι μέλλει .
Είκοσι χρόνια τώρα , είκοσι ολόκληρα , δικά σου χρόνια .
Οι αγέρηδες του Σα Μιχάλη
Σαν φτάσαμε στην κορυφή , απόγευμα
την ώρα που αργά βασίλευε στη δύση ο ήλιος ,
ακούστηκαν απειλητικοί , φρενιασμένοι ,
διαπεραστικοί οι αγέρηδες του Σα Μιχάλη .
Οι αγέρηδες του Σα Μιχάλη , ψιθύρισες
και τo τοπίο έρημο με το χωριό ,
λίγα σπίτια όλα κι όλα στην κορυφή ,
έρημο κι αυτό .
Ο μόνος άνθρωπος στο χωριό λεγόταν
Φραγκίσκος Παλαιολόγος .
Από άλλο μακρινό κόσμο κι άλλη εποχή .
Λίγες στάνες ανάμεσα στα σπίτια
με τα ζωντανά μόνα , θεομόναχα κι ανήσυχα
μετά τη λιγοστή βοσκή στο έλεος του γκρεμού
Λίγες στάνες μες το χωριό κι αυτές να μην
ξεχωρίζουν ολότελα από τα ρημαγμένα σπίτια .
Οι αγέρηδες του Σα Μιχάλη
είχαν κάνει καλά τη δουλειά τους .
Ρημάξαμε , ρήμαξαν όλα .
Είπες στο τέλος της διαδρομής
που έβγαζε στο ομώνυμο ξωκλήσι .
Το κύμα στο βάθος του γκρεμού , ρολόϊ ,
χτυπούσε αδιάκοπα ρυθμικά τα βράχια .
Πέτρα σκληρή γρανίτης , θάλασσα αφρισμένη ,
ατμοί νερού στον αέρα , θολός ορίζοντας ,
θολά και τα γύρω νησιά , που να μη βλέπεις .
Βορράς ή νότος σχεδόν χαμένα σημεία
μόνο στη δύση , ακόμη αχνό το φως , ίσα
που έφεγγε για να σε οδηγεί κι αυτό λιγοστό ,
έτσι για να μη μπορείς να ξεφύγεις .
Ρημάξαμε , ρήμαξαν όλα , είπες πάλι ,
καθώς μπαίναμε στο ιερό ,
άκρη – άκρη του γκρεμού ενώ κάτω ακούγονταν
αφρισμένο , το ασταμάτητο κύμα
να μετράει το χρόνο πάνω στο φαγωμένο βράχο .
Νυχτερινή άσκηση
Ήχος σκληρός γλίστρησε πάνω στους γκρίζους τοίχους .
Ήχος μιας άλλης εποχής , κάτω από τον ήλιο του
μεσημεριού .
Εσύ ξεκίνησες το χορό , το βήμα σέρνοντας
πάνω στις μνήμες , ανάλαφρα ζυγίζοντας στον αέρα .
Ήχος του μεσημεριού ,
θαμπό χρυσάφι η σκόνη
στις άκρες τις πόλης .
Θέρος του `56 .
Έμεινες μόνος στην προκυμαία με τα ελαιοτριβεία
και τα εργαστήρια με τις παλιές επιγραφές ,
μόνος και στ` όνειρο που ταξιδεύει αφήνοντας
πίσω το νησί , τον παιδεμό , την μοναξιά
κι εκείνο το φως που τρεμοπαίζει μέσα στη θύελλα .
Νοέμβρης του ’79 .
Νύχτα βαθιά μες τα χωράφια με τις γέρικες ελιές
και τα λιγοστά διάσπαρτα αντίσκηνα .
Κάπου κοντά μας , αρχαία ερείπια και σήμαντρα εκκλησιών ,
πνιγμένα και βουβά .
Απέναντι χαράζει .
Αχνά , νωχελικά , χαράζει .
Ωστόσο το πρόσωπό σου ήταν σκοτεινό , άγρια σημαδεμένο ,
τα μάτια έκαιγαν στον πυρετό .
Στην τελευταία στροφή του χορού τα βήματά σου
πάγωσαν στη γη .
Γύρισες και είπες .
Η απουσία έπνιξε τη θύμησή μου .
Έτσι ακίνητο, με τα πόδια βαθιά χωμένα στη λάσπη
σε βρήκε το πρωί, να χαράζεις το πρόσωπο μ’ ένα δάκρυ
να κοιτάς προς την πλευρά των σκαμένων βράχων
του αρχαίου υδραγωγείου, πριν φύγεις και χαθείς .
Πριν φύγεις και χαθείς, έσκυψες μέσα στη ζάλη
αρχαίου ξέφρενου χορού , τη γη μιά τελευταία
στιγμή ν` αγγίξεις .
Ύστερα έμεινε το γιασεμί ν` ανθίζει , τα ονόματα
Γυριννώ , Γοργώ , Ανακτορία
κι εκείνη η κακότυχη νύμφη , που νομίζω πως
ξεχνάω τ` όνομά της
………..Αβαρβαρέη .
Ταναγραία
Με βήματα μικρά προχώρησα . Αργά , βαθιά . Θολό το τοπίο , θολό το ταξίδι .
Θολό κι όμως είδα και άγγιξα ό,τι έγινε .
Σαν περιφορά επιταφίου στο αρχαίο λιμάνι . Οι μπάλες απο βαμπάκι στην
αποβάθρα για το ταξίδι κι η θάλασσα να σε καρτεράει . Όχι για να την ταξιδέψεις
άλλωστε δεν ήταν καθόλου ανοιχτή , σχεδόν μαύρη , από την επερχόμενη νύχτα κι
ανήσυχη από τον άγριο κυματισμό του ονείρου .
Είπες καλώς νάρθει . Την τελευταία στιγμή που φάνηκες πίσω απ` τις γωνίες ή
τις σκιές της ίδιας σου της πόλης : που ας την έλεγαν Αλεξάνδρεια , Ηράκλεια ή
και αρχαία Ζάκρο .
Πάντως ζούσε η πόλη , σε άλλη εποχή , σχεδόν έξω από κάθε εποχή .
Δεν σε κατάλαβα , αν και ήσουν το ίδιο το όνειρο . Είπες , πάλι , καλώς νάρθει
η θάλασσα μέσα σου . Tα τελευταία λόγια τα τόνισες συλλαβίζοντας ………
Κι άνοιξαν μυστικά οι αρχαίες πληγές των σωμάτων .
Την ίδια στιγμή στα περίχωρα της πόλης περασμένα μεσάνυχτα κι ενώ ο αγέρας
χτυπούσε το πρόσωπο άρχισε η συστηματική και παράνομη ανασκαφή για την
εξόρυξη τριών λεπτών κι εύθραυστων αγαλματιδίων . Τα δύο πρώτα βρέθηκαν απο
καιρό θρυματισμένα . Καθαρά θραύσματα , σχέδια ανεξίτηλα , σχεδόν ανέγγιχτα
από τον χρόνο . Αλλά θραύσματα . Προς το χάραμα ήρθε στο φως ακέραια η
τρίτη Ταναγραία .
Ήταν η νύμφη Αβαρβαρέη . Αυτή που σκύβει να φορέσει το σανδάλι της
αφήνοντας γυμνό το στήθος . Η ίδια που σήμερα κοσμεί την ψυχή του αρχαιοδίφη .
Γύρισα και σε κοίταξα , έδενες το μαντήλι στο κεφάλι έτοιμη να φύγεις . Καθώς
χανόσουν πίσω από τις γωνίες ή τις σκιές της πόλης , μου φώναξες ή σου φώναξα .
Αυτή η νύμφη , η τρίτη Ταναγραία , νύμφη Αβαρβαρέη
είναι ……… Ύστερα σιγή .
Δεν θυμάμαι πιά τη φωνή σου , νομίζω πως καθόλου δεν ακουγότανε . Άλλωστε
είχες κρυφτεί πίσω απ` τις γωνίες και τις σκιές , καλά γνώριμες , αυτής της πόλης .
Κάτι ξεχώρισα για φυγή . Για χείλη και για μάτια ερωτικά . Για ομορφιά . Oμορφιά
που με πόνο θ` αποκτούσες . Για κερδισμένη ή χαμένη ομορφιά
Κι έτσι τελικά , μέσα στο ίδιο το όνειρο , έφυγες . Άργα , βαθιά , με βήματα
μικρά . Έφυγες .
Είναι παντού το ποίημα ….
……μα εσύ θυμίσου
Άδης και Διόνυσος είναι το ίδιο.
Είπε και πήρε το μεγάλο δρόμο
που πάει στ` αλλοτινό λιμάνι ,
χωνεμένο τώρα πέρα στα βούρλα .
Γ . Σεφέρης
Αναπαράσταση
Το έργο ανεβάζει ολόκληρος ο θίασος
πράξη πρώτη λοιπόν , σκηνή δεύτερη .
Ακουμπάς το χέρι στην άκρη της καρέκλας ,
ο βραχίονας όρθιος , στα δάχτυλα αιωρείται
ακίνητο το τσιγάρο .
Τα πάντα είναι ακροβατικά , το πρόσωπο στατικό ,
εικόνα αγάλματος .
Η ερώτησή σου γίνεται τώρα
καθώς πλησιάζεις το λασπωμένο
δρόμο κοντά στη θάλασσα .
Τα λόγια προβάλλουν απότομα
αριστερά , δεξιά , κάθετα στη βροχή .
Κι όμως το έργο ανήκει σε όλους .
Bρέχει , έβρεχε όλη νύχτα .
Οργισμένος παράφορα τινάζεσαι όρθιος
και κατεβαίνεις τα σκαλοπάτια του αρχαίου θεάτρου
Όχι δεν ταιριάζει έτσι , δεν πάει .
Φτάνουμε πάλι στην ορχήστρα .
Πράξη δεύτερη , όλος ο θίασος επί σκηνής .
Καλοκαίρι του 2002 , θέατρο της Εφέσου ,
ο δρόμος που έφερνε άλλοτε στη θάλασσα
πηγμένος στο χόρτο και τα βούρλα . Στέρφος .
Θρυμματισμένα σκαλοπάτια και σύγχρονα
ικριώματα κακοχωνεμένα στο αλλοτινό τοπίο .
Θέατρο της Εφέσου χρόνια τώρα καταρρέει
κάτω από το ίδιο του το βάρος .
Όπως η βραδινή παράσταση που δεν αντέχει
το αναπότρεπτο φονικό και την τελική κάθαρση .
Κατεβαίνεις άλλη μια φορά στην ορχήστρα .
Εκεί μόνος , κοντά στην ανίερη γονική κλίνη
ή καλύτερα τη στιγμή με το βραχύ εγχειρίδιο
στο ιερό , προς τιμή της Αρτέμιδας , θυσιαστήριο
την ώρα που αλλοπαρμένος από τη Νέμεση
χτυπάς με πάθος τον τράχηλο του άθλιου Αίγισθου .
Τότε ψελλίζεις . Ποιά η αγωνία , η στιγμή , ποιός εγώ
και με τίνος πρόσωπο θα εμφανιστώ στην επόμενη
ρήξη . Μα εσύ θυμήσου .
Η προσωπίδα του Διόνυσου κρύβει τον Άδη
Στην παράσταση που καταρρέει , στο δρόμο που
ακολουθείς και χάνεσαι πριν αντικρίσεις τη θάλασσα .
Στο θέατρο και την πολιτεία που συνεχίζει να καταρρέει
κάτω από το ίδιο της το βάρος .
Απόγνωση
Τη συνάντησα στο καταμεσήμερο
μέσα στο πνίγος της αργής ,
υγρής και ζεστής μέρας .
Κατεβαίνοντας το δρόμο που έφερνε
από τη Νομική στο Χημείο .
Εκεί την αντάμωσα ύστερα από χρόνια
καλοκαίρι , Ιούλιος γεμάτος , του 93 .
Την Hώ , με κείνο το τριμένο πάντοτε
που φορούσε τσίτινο φόρεμά της .
Το ίδιο αδύναμη όπως τότε είκοσι χρόνια ,
είκοσι χρόνια πριν , το πρόσωπο φλόγα .
Μα τώρα σκιές , βαθιές σκιές ,
γραμμές του προσώπου της .
Γραμμένες , σβησμένες από την παιδωμή
του χρόνου , του πόνου . Ίδια σκιά .
Ίδια σκιά στους έρημους δρόμους
μιας άλλης πόλης χαμένης .
Ανάμεσα οπωσδήποτε στην ίδια Νομική
και το ίδιο Χημείο , Ιούλιος ανυπόφορος ,
η ζέστη στις ανηφόρες της Σόλωνος .
Όπως τότε , μα η Ηώ εικόνα ξεθωριασμένη ,
τι είχε στο δέρμα της το πρόσωπο θαμπώσει .
Όμως ολόρθη όπως τότε που τρέξαμε μαζί
στο πρώτο ακανόνιστο πανδαιμόνιο της νύχτας
Φωτιάς καπνού και ήχου , σαν σφύριγμα μεταλλικό .
κάπου εκεί Στουρνάρα ώρα 9 , ίσως δεν θυμάμαι
ακριβώς .
Καθώς Νοέμβρης σκληρός , ο Νοέμβρης , έφερνε
τη νύχτα με λίγες αναλαμπές , ίσα για να φωτίζουν .
Με λίγες θαμπές αναλαμπές , οδηγούσε
στον χειμώνα μέσα από την ατέρμονη ροή
των γεγονότων , του καπνού , των ρωγμών
και των κηλίδων .
Την κρατούσα απ` το χέρι στη φυγή καθώς
δροσοσταλίδες στα επιμηκυσμένα πρόσωπα .
Ο φόβος – ιδρώτας κι ο πανάρχαιος πόνος
στο μέρος της καρδιάς και είχα το χέρι της
σφιχτά στη παλάμη – στρουθίον μονάζον
επί δώματος – ώσπου έτσι τελικά χαθήκαμε .
Χαθήκαμε κάπου στη Βικτώρια . Θα σε δω
αργότερα , αύριο . Στο ίδιο πάντοτε μέρος .
Μιά ματιά , μιά ματιά πάλι . Ύστερα γύρισα .
Δεν την είδα ξανά , καθώς η νύχτα σύθαμπη ,
σκληρή . Αλληγορική προχωρούσε στο τέλος .
Την είχα συναντήσει χρόνια πριν . Μόνη ξέσκεπη
μια τεθλασμένη γραμμή – αστραπή , έσκιζε το πρόσωπο ,
η βροχή που μούσκευε τα μαλλιά , τα ρούχα της .
Στεκόταν ακίνητη κάτω από το μοναδικό
αειθαλές δένδρο του άλσους γιά να καλυφτεί .
Κι είχε στο χέρι βαρύ , χρυσό , σκαλισμένο φυλαχτό .
Την ίδια απόγνωση .
Του Αϊ Γιώργη στο ποτάμι
Εικόνες της άνοιξης , πολύχρωμες εικόνες .
Τα γυμνά πόδια των γυναικών ,
το άσπρο της στήθος και οι φωτιές ,
μες το νερό φωτιές .
Κάτω στην ακροποταμιά οι γέρικες βαριές ιτιές
ανήμπορες ν` ακολουθήσουν την αργή ροή
των νερών
ιδανικές φωλιές , άσπρες σφιχτές μεταξωτές υφάνσεις
των αηδονιών που γύρισαν μα πάλι φεύγουν .
Των αηδονιών που χάθηκαν στο τραγούδι
όταν αγέρας φονικός έσβησε τη φωνή
και ρήμαξε τη φωλιά τους .
Κάτω στην ακροποταμιά , τρεις τα χαράματα ,
μέσα στη ζάλη του πανηγυριού ,
η όψη του τραγουδιστή ήταν παγωμένη ,
η φωνή του στεγνός λυγμός .
Αθώος κι ανήμπορος έστεκε στο τέλος της γιορτής
του αγίου Γεωργίου .
Σε ήχο αρχαίο πλάγιο
Μαντώ
Τo όνομά σου αντικατοπτρισμός
στις ερημιές του κόσμου μιας τέχνης
που έσβησε .
Μηνύματα της φτερωτής Ίριδας
στους αποσαθρωμένους βωμούς
σκιές από τα βάθη του χρόνου και του μύθου
σπαράγματα του Ηράκλειτου
θρύψαλα της ομορφιάς
στις εστιάσεις των ανθρώπων .
Τo όνομά σου αναλαμπή μιας τέχνης
που λησμονήθηκε
γιά να διαβάζεις στα μάτια , στις ψυχές
το μελλούμενα και τις χάρες των εφήμερων .
Πέρα από τη θάλασσα , στις αμμουδιές της Ιωνίας
νερά που ιριδίζουν στο φως της μέρας
κυκλάμινα που ανθίζουν σε γή καμένη.
Και συ πέταγμα γλάρου στο γαλάζιο του
ουρανού
λευκή η φτερούγα , φώς , υψώθηκε
και χάθηκε στα ρεύματα του αγέρα .
Γυναίκα , που τόσο αγαπήθηκε κι ωστόσο
έμελλε να φύγει .
Ο καπνός
Κασσάνδρα ή Σίβυλλα
στα μέρη που καταποντίσθηκαν .
Μικρά πανάρχαια νησιά
ελιές , συκιές , αμπέλια και θάμνοι
αγκαθεροί που σμίξατε στους δρόμους .
Σας έχω τόσες φορές αγγίξει στις αφηγήσεις
των παλιών κι ύστερα σβήσατε για πάντα .
Με τους μικρούς θεούς που κρύψατε
στον κόρφο και τα μικρά κοχύλια – εξωκλήσια
μαζύ σας παρμένα στο πέλαγος , τη λήθη
και το μαρασμό .
Πέντε μικρά ερωτικά
Eλαφονήσι
Ωστόσο δεν γνωρίζαμε ακόμη
αν ήταν ένα απλό παράξενο κοχύλι
στην ξανθή πυρωμένη άμμο ,
ένα αδύναμο λουλούδι της θάλασσας
που έφερε το κύμα του νοτιά
στ` ακρογιάλι της Λεύκης
ή ένα σκουριασμένο αποτύπωμα
ξεχασμένο πάνω στην πέτρα
από τα μακρινά ναυάγια του χρόνου .
Σ` αυτή τη σκληρή βεβαιότητα
με πρώιμη σιγουριά
στηριχτήκαμε στήθος με στήθος
και ανοίξαμε
– ίδια λευκά πανιά στο βοριά –
τα πρώτα βήματα
δίπλα στα νωπά χνάρια
της πέρδικας ή του λαγού ,
ανάμεσα στις ξέρες του κάβο Μαλιά
και στις γυμνές κορυφές των Κυθήρων .
Αστυπάλαια
Μύριζε ανάσα μικρού παιδιού
ανάμεικτη με
Ήλιο
Νερό
Ζεστό ψωμί
και Ιδρώτα .
Οι συσπάσεις του κορμιού της ,
το μενεξελί του δειλινού
που έμπαινε από το παράθυρο
στους κήπους της Μαλτεζάνας
και εκείνα τα μεταξωτά
τριαντάφυλλα
μαλλιά της .
Πόσες απογνώσεις όμως
και πόσες κραυγές φιμωμένες
κρύβονταν πίσω από αυτή
την κάθετη κρυστάλλινη
διαφάνεια των σωμάτων .
Μυτιλήνη
Εκείνο το ανάλαφρο καλοκαιρινό φόρεμα ,
άλλοτε ,
που άφηνε να διαγράφεται καθαρά
το ζεστό της σώμα .
Φεύγοντας
πήρε λίγο από το φως της νύχτας
κοντά στα πεύκα που είχαμε σμίξει ,
την ανάσα από το ρετσίνι ,
εκείνο τον ήχο της κοντινής σιγής
των νερών που ήσυχα κυλούσαν
και το μακρινό θόρυβο της πόλης .
Το βιβλίο του έρωτα είναι ανοικτό .
Οι σελίδες με τους ιδιόμορφους
ανερμήνευτους χαρακτήρες ,
μένουν βουβές και αινιγματικές .
Σαμοθράκη
Σκληρό φεύγει το καλοκαίρι στη Σαμοθράκη .
Ο Ήλιος πυρώνει τους ώμους , το μέτωπο ,
υγρά , κλειστά στο φως , καίνε τα μάτια .
Κατεβαίναμε ακολουθώντας το ποτάμι ,
ανάμεσα σε χαράδρες , βράχια ψημένα απ` τον καιρό ,
γδαρμένα από την βροχή και τους ανέμους ,
σκισμένα από το χρόνο .
Ακολουθώντας το ποτάμι , κατεβαίναμε
ίδια πορεία αυτό κι εμείς .
Ψάχνοντας σκιά κάτω από τα λίγα δέντρα
πάνω στα βράχια
κι αυτά ξερά , κατάξερα , δίχως στάλα δροσιά .
Τα νερά του ποταμού λίγα , κι όλο να μικραίνει ,
να μικραίνει και να χάνεται .
Εκεί στάθηκες , ξαναμένη , ιδρωμένη ,
άνοιξες το πουκάμισο , ο λαιμός σου έσταζε
στον ιδρώτα . Έκανες να σκουπιστείς
και ήσουν όμορφη , όπως τότε με τα
μαλλιά ξέπλεκα , ανακατεμένα , άγρια όμορφη
σχεδόν ανάστατη άπο ερωτική ζάλη .
Μέσα από τό ανοιχτό πουκάμισο ,
φάνηκε όρθιο , λαβωμένο το στήθος σου ,
αμαζόνα άγνωστης , μακρινής , ακατοίκητης
χώρας .
Την ίδια στιγμή σ` αγκάλιασα όπως τότε ,
χρόνια πριν και μείναμε μόνοι , ώρα
τα σώματά μας ενωμένα , τα χέρια σφιχτά
ενώ το ποτάμι κάτω απο τα πόδια μας
– πριν μυρίσει η αλμύρα της θάλασσας –
χάθηκε δίπλα στις πικροδάφνες
μέσα στην ίδια του την κοίτη
Σαν τη μέρα που φεύγει γρήγορα
και σβήνει στη νύχτα αφήνοντας πάνω μας
την τελευταία ήπια σπαρακτική πνοή .
.
Σαντορίνη
Τρία εκατόφυλλα στο τραπέζι
που δυνατά τα φώτιζε ο ήλιος
του μεσημεριού
κι αγέρας έφερνε θυμάρι
κι αλμύρα της βαθιάς θάλασσας .
Μ` αυτά ο πόθος της κρυφής ώρας
κι η στιγμή
ζωγράφισαν την υγρή λάμψη
των σωμάτων .
O Άγγελος της μνήμης
Νυχτερινό
Στα τραγούδια της νύχτας , τα αγάλματα κλαίνε
όχι γιά κείνο το δυσεύρετο θαλλασινό κοχύλι
που συλλαβίσαμε στα πρώτα ερωτικά
νανουρίσματα
τις χαμένες αγάπες και τις υποσχέσεις
που τόσο σίγουρα δόθηκαν και έσβησαν
κρίνα της άμμου , πριν καν , στα χείλη
ανθίσουν .
Κλαίνε για την αδυναμία της ψυχής να εξηγήσει
ότι όλα αυτά
– άρνηση , πόνος , απώλεια –
είναι τόσο δεμένα
με κάποιες μικρές αλλά όχι ασήμαντες λεπτομέρειες
τους αναγκαίους όρους που δίνουν
νόημα και συνέχεια
στην ίδια τη διαδρομή .
Στα τραγούδια της νύχτας , τα αγάλματα κλαίνε
καθώς μεταναστεύουν αργά , σιγά απ` τα βάθρα
και αγγίζουν μυστικά τις ασίγαστες ψυχές
και τα πολύπαθα σώματα των ανθρώπων .
Η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί
Γ. Σεφέρης
Μνήμη Ν . Μ
Έφυγε απ` το Ζάρκο,
το χωριό του
Νοέμβρη του 1915
μόλις δεκατριών ετών .
Δούλευε στην πέτρα
όταν άνοιγε η δημοσιά .
Με βλέμμα σκυφτό .
Το 22 στη Μικρασία
με την τελευταία σειρά οπλιτών
στην πορεία προς τα Σώκια
βαριά προχωρημένη πνευμονία ,
τον σπρώχνανε οι άλλοι μη πέσει
και ξεμείνει .
Μου μιλούσε για τη Σμύρνη
λίγο πριν την καταστροφή .
Τους φίλους του
τον Στέλιο και τον Πανταζή
Για τα ατέλειωτα χιλιόμετρα
του γυρισμού .
Έκτοτε σιωπούσε πολύ
λες και έφευγε από τη ζωή
πριν το θάνατο .
Ενδιάμεσα το αλβανικό μέτωπο .
Στα διαλείματα , έβραζε νερό
για τις ψείρες .
Η επιστροφή μέσω Μετσόβου
με τα πόδια .
Κατόπιν πάλι στο εργοστάσιο
των Σινιόσογλου
στη Νέα Ιωνία . Αμίλητος .
Εκει η κατοχή , το ΕΑΜ ,
οι δύσκολες μέρες
και το μπλόκο της Καλογρέζας .
Μάρτης του 44 .
Και ο άχρωμος γάμος του
με τη κυρ – Αλεξάνδρα ,
τη μάνα μου .
Έπειτα η αρώστια του
μακροχρόνια και βασανιστική
η συνταξή του
μικρή και βασανιστική .
Στο μεταξύ
μιλούσε όλο και πιό λίγο
Μου άρεσε ένα σχόλιό του ,
-νομίζω δεν το θυμάμαι πιά-
για κάποιο τραγούδι του 60
-τώρα που είναι Άνοιξη-
Ίσως η τελευταία
καλή στιγμή μαζύ του .
Μετά το νοσοκομείο
πρώτα στο λαϊκό το 60
κι ύστερα στα Μελίσσια .
27 Δεκεμβρίου του 62
προχωρημένος χειμώνας
Πέμπτη βράδυ,
ο θάνατός του εκεί .
Σήμερα παιδεύομαι ,
μα δεν θυμάμαι ούτε μιά στιγμή
να στέκουμε οι δυό μας .
Πατέρας και γιός .
Ο γύφτος
Ένας μικρός ξυπόλυτος τσιγγάνος
βρωμιάρης , παντεπόπτης ,
με τα σκληρά καρφιά
που τρείς να σ` αρνηθεί
και τρείς να σε σταυρώσει .
Βρωμιάρης , κουρελής και παντεπόπτης
κρατώντας τον ασκό
χέρια και μπράτσα δερματόστικτα
χιλιοχαρακωμένα
και χρώματα χρυσά λογιώ – λογιώ .
Βρωμιάρη , κουρελή
βάσανο μυστικό μου , φώναξα ,
μ` αυτός αλλοπαρμένος
παίζει τον ασκό και το σουραύλι
χτυπάει δαιμονισμένα το νταούλι
σε παράτονους ρυθμούς
διασχίζει τις πλαγιές , τα δάση
τα ανήλιαγα φαράγγια της παραφοράς μου .
Μάστορα και πρωτομάστορα
κακάσχημε ανθρωπάκο θεομπαίχτη .
Σε πιό θαμπό καθρέφτη στραφτάλιζες
παράταιρη μικρή σταγόνα
σε μπλέ βαθύ νερό ,
σταγόνα από ασήμι και σμαράγδι
μικρό θαύμα τ` ουρανού , της θάλασσας , της γης
κι εκείνο το κρυφό αστέρι
που μόνο του λάμπει
στο μεγάλο θόλο της ψυχής .
Βρωμιάρη , κουρελή και θεομπαίχτη
μυστικό μου βάσανο .
Οι σκιές
Kαθώς ομίχλη στο δάσος με τις
βελανιδιές
η σιωπή κατάπινε τα βήματά μας .
Κάποτε το μακρόσυρτο φοβισμένο από
την παρουσία μας
τραγούδι της τσίχλας ή του κότσυφα .
Καθώς το σώμα γυρτό από το βάρος
η νύστα και ο πυρετός που καίει το
πρόσωπο
χειμώνας ωστόσο , χειμώνας βαρύς
και συ καρφωμένος στην άκρη
της πλώρης
μ` ένα τσιγάρο να μαραίνει τα στεγνά
χείλη σου .
Το νερό της κρήνης στην πλατεία
με τ` ανεξήγητα αραβικά σκαλίσματα
κι εκείνο το αρχαίο θέατρο απέναντι
άδειο κι αυτό στηρίζοντας τα ερείπια
στις λιγοστές όρθιες κολώνες
Είναι η ώρα που αργά βυθίζονται στη θάλασσα
δίπλα στον ήλιο
κόρες ολόσωμες ,
ζωγραφισμένες με τη βεβαιότητα της ομορφιάς
και του στιλπνού την ακέραιη λάμψη ,
παρθένες λίγο πριν που σκίρτησαν
στο λευκό φτερούγισμα του κύκνου
και ημέρωσαν γλυκά την άγρια παραφορά
γυναίκες πιά χαμένες
μακρινές αναλαμπές
σκιές σε λίγο στο αναπότρεπτο σκοτάδι .
. . . . . το φως για ν` αποδώσεις
ένα σκυθρωπόν ήμισυ από σκιά προϋποθέτει
P . Valery ( Μετ . Αν . Γιανναράς )
Πλάνη Β .
Στους δρόμους της λησμονιάς διαβάσαμε
το πρώτο στην πέτρα χαραγμένο λάθος .
Στο κατάστικτο δέρμα της οξιάς
με τα παλιά γράμματα των νέων εραστών
και τα ακατάληπτα σημάδια
που μιλούσαν για κείνο το μακρινό αστέρι
που έλαμψε κάποτε .
Είχαμε γνωρίσει το φόβο των σημείων
στο στερέωμα του σκοτεινού θόλου
και δεν αγγίζαμε τα μικρά θαύματα
που δεν μπορούσαμε ν` αποδείξουμε .
Το πεύκο στον κατακόρυφο βράχο
άκρη της θάλασσας
με τ` αλμυρό ρετσίνι .
Τους μικρούς θεούς
στις όψεις των αμφιθεάτρων
και τις τριγωνικές μετόπες των σπιτιών
με τα χρώματα
και το στρογγυλό σημάδι του ήλιου .
Μικρά νησιά ,
κοχύλια στις ερημιές της πρώτης μοίρας
ό,τι είχε να πει το άσπιλο ,
το `πε σε σας με την πνοή
και το λευκό του γιασεμιού .
Νησιά του Αιγαίου ,
στους δρόμους της απαντοχής
γνωρίσατε του ήλιου την πρώτη ανάσα ,
όταν γεννάει και πληγώνει
την αρμονία των φρυγμένων θάμνων
με τα παλιά αμπέλια ,
το στεγνό γεράνι που ανθίζει
ανάμεσα στους κάκτους
και κείνο το μοναστήρι , του μεγασωτήρα
με τα αρχαία στο βράχο χτισμένα πατητήρια .
Κι εμείς ζητήσαμε ανέλπιστα
της πρώτης άνοιξης το θαύμα
με την ψυχή στην προσμονή
και της καρδιάς την εγκαρτέρηση ,
υφαίνοντας της νύχτας το μισόγιομο φεγγάρι ,
της υγρής νύχτας το μετάξι του καλοκαιριού
και της σκληρής θέρμης του μεσημεριού
το αργό συντρόφεμα .
Θερινό τοπίο
Τ’ ακρογιάλι στους βράχους που αντικρίσαμε
κρύβει στον κόρφο του φως διαλυμένο στη σιωπή .
Σπαράγματα χρωμάτων σμίγουν το κύμα
με τους αιχμηρούς ανέμους στην κατάλευκη άμμο
καθώς αυτή πυρώνει και θρηνεί
τους παλιούς χαμένους της ήχους .
Είναι σ’ εκείνο το περιβόλι
με τους λόφους και τα κέδρα του Σαρακηνού ,
που η θάλασσα ρύθμιζε κατανυκτικά
τις ώρες της νύχτας και του πόθου
με τον αδιάλειπτο παφλασμό των κυμάτων .
Μέσα από το φως προβάλλουν χρώματα
βαθιά κρυμμένα στη σιωπή .
Εκεί που κάποτε έσμιξε η πιό θαμπή φωνή
με την πιο καθαρή ματιά .
Τότε ο αέρας ξεκινάει και χάνεται
μακριά στο βορινό σύδεντρο
με τα ξανθά κατακαλόκαιρα περιβόλια ,
σπέρνοντας στο διάβα του
σταγόνα-σταγόνα καυτή τη θάλασσα
σταγόνα-σταγόνα καυτή την άμμο .
Τα χρώματα στροβιλίζονται
πλέκονται με τη σιωπή , γλιστράνε στο χρόνο .
Ύστερα παραδίνονται στο γυμνό σώμα .
Πολύ πριν το υγρό βλέμμα
και η αρχαία φλόγα του καλοκαιριού αντικρίσουν
την απεραντοσύνη των σημείων και της στιγμής
ο χρόνος γράφει τις μεταμορφώσεις στη λευκή άμμο
με γράμματα ανεξίτηλα , ακανόνιστα , ιερογλυφικά .
Τ’ ακρογιάλι στους βράχους που αντικρίσαμε
κρύβει στον κόρφο του φως
γεννημένο από χρώματα και σιωπή ,
βαπτισμένο στις μεταμορφώσεις του χρόνου
που του δίνουν πνοή .
Γεννάει το γυμνό σώμα που ακόμη υφαίνεται .
.
Κι όμως αυτό το φως στην άλλη όχθη των σωμάτων
που χρωματίζει την άυλη γραμμή του ορίζοντα
κρύβει προσεκτικά μέσα του ένα κομμάτι μάρμαρο
χαραγμένο σταυρωτά σ` όλα του τα επίπεδα .
Είναι οι ρωγμές που απρόβλεπτα γεννιούνται
από τη μήτρα της οδύνης .
Τότε η ελπίδα και ο πόνος
δίχτυ αξεδιάλυτα πλεγμένο κι απλωμένο
πάνω στις κορυφές με τις γερασμένες ελιές
και τα κεφάλια των ανθρώπων που συλλαβίζουν
τη θάλασσα
αγκαλιάζει και γονιμοποιεί όλες τις κρυφές , μυστικές
βαθιές αντιφάσεις .
O Ξάνθος Μαϊντάς γεννήθηκε το 1950 στη Νέα Ιωνία Αττικής όπου και διαμένει . Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή Νυχτερινή Άσκηση από τις εκδόσεις του περιοδικού Πλανόδιον τον Ιούνιο του 2005 .










Πολυ ωραια ποιηματα
ta poihmata einai uperoxa agizoun thn psixh tou kathe anthrwpou .ton taxidevoun se ena kosmo magiko anamesa se istoria..texnh..psixh..uperoxa .suxarithria !!!!