Σωτήρης Παστάκας
Επτά Ποιήματα για την αθέατη Λάρισα, των εκδόσεων Μεταίχμιο, Αθήνα, 2005

ΜΙΑ ΠΡΟΠΟΣΗ
Αν αγνοεί ο Μπόρχες την ύπαρξη
Της Λάρισας-πόλη που γνωρίζουν
Πολύ καλά Σινόπουλος, Σερένι κι Εγγονόπουλος,
Είναι γιατί έχει και η λογοτεχνία
Το δικό της γεωγραφικό άτλαντα,
Τις δικές της συντεταγμένες,
Με τα πολύχρωμα κρατίδια των –ισμών
Και τα αδιάβλητα σύνορά τους,
Καθώς η κάθε φωνή εκπέμπει
Από το αυστηρώς καθορισμένο στίγμα της
Και δεν επιδέχεται παρενοχλήσεις-
Φυλακή και γοητεία της ποίησης
Μέσα από μεσημβρινούς και παράλληλους.
ΣΤΟΝ ΜΑΚΗ ΛΑΧΑΝΑ
1.Το μικρό βουνό Γκεντίκι
Μοίρα των ανθρώπων είναι να παραμένουν έφηβοι
μέχρι βαθιά γεράματα. Δυο γέρικα γεράκια
αγναντεύουν τον Κάμπο από τη μοναξιά τυ βράχου,
τον χαμηλό ορίζοντα που μοιάζει με τις προσδοκίες μας,
εφόσον το όρος Μόψιον ορίζει σχετικώς
το ύψος όλων μας. Θεωρητικά τα ύψη
κι ο χρόνος λειχήνας που χαΐδεύει την πέτρα,
βράχος ο χρόνος που αντικρίζει τον ολόθαμπο Κάμπο,
άγριο αγόρι υψιπετές της νοσταλγίας μόνον.
Μνήμη κοινή, σʼ ευχαριστούμε για το θρόνο
που μας έστησες, τα αόρατα να αντικρίζουμε
μέσα από τα μάτια σας, γεράκια μου εσείς,
Μάκη Λαχανά και Τάκη Τλούπα.
2. Ο Κάμπος
Σκληρή η μοναξιά του βράχου,
με τα απίθανα χρώματα, τη μείξη
ζωής και υγρασίας, ζωής κι αναπτύξεως.
Ωσάν ζώντα οργανισμό του εμυστηρεύθηκα
τα πάθη μου, τα ύψη, τα απόλυτα ύψη
του χάρισα, για να μου ανταποδώσει
αυτή τη χαμηλή προοπτική του Κάμπου,
μια μέρα σαν κι αυτή, με συννεφιά,
ομίχλη και περιορισμένο ορίζοντα,
όμοια με τις προοπτικές μας. Ο Κάμπος
υπάρχει, το ξέρουμε ακόμη κι αν δεν
τον βλέπουμε. Εναι εκεί, απλώνεται,
μας γυροφέρνει. Όμοιος χορός, χώρος
του ανέφικτου, σʼ άλλη ζωή θα μας δοθεί,
το ξέρουμε, ο βράχος μακρινή παρακοιμώμενη,
που επιμένει να προβάλλει
το αύριο σαν χιόνι.
3.Οι Κύκλωπες
Ας ανοίξει, λοιπόν, η πέτρα,
ο βράχος ας γευθεί την οσμή του,
ο αέρας ας μοιράσει ακριβοδίκαια
το μερτικό του στον καθένα μας.
Με βήμα γοργό ας αναρριχηθούμε
στην ύστατη κορυφή, του αετού
η φωλιά ας γίνει ορμητήριο και κρυψώνας.
Από περιορισμένα ύψη, βουνοκορφές
εικονικές και όρη διψασμένα,
ας δώσει ο καθένας το στίγμα του,
με απλά σεντόνια του καπνού,
μπαρουτοκαπνισμένα. Ας λογαριάσει,
μόνος του, το ύψος του ο καθένας
και τον ορίζοντα που του αντιστοιχεί,
ας καθορίσει τον φρουρό, το σύνθημα,
το παρασύνθημα κι ας αναγγείλει
Αυτόν που όλοι μας περιμένουμε,
τον πολυπόθητο Κανένα.
ΤΥΧΑΙΟΙ ΛΑΡΙΣΑΙΟΙ
Άφησα το θυμό σου, υπό συνθήκες
περιβάλλοντος σαν ανοιγμένη μπύρα,
και τον συνάντησα αφρώδη οίνο.
Σου πρόσθεσε δύναμη τελικά, ό,τι πίστεψα
πως θα σε αποδυνάμωνε, σ’ έκανε σαμπανιζέ,
ωραία κι εύχυμη κορασίδα. Εμείς,
στη Λάρισα, ανοίγουμε τις σαμπάνιες
μόνον για εφέ, κανένας δεν τις πίνει.
Είμαστε αφιερωμένοι στο ουίσκι:
στην δωδεκαετή παλαίωση, τη λανθάνουσα
στύση, μαθαίνουμε μετά από είκοσι χρόνια,
τι μας συνέβη στην ηλικία των δώδεκα.
Απορούμε γιατί το τέλος τελικώς
κανέναν μας δεν μακαρίζει,
συνέπειες κι αποτελέσματα διαρκώς
μας καταλαμβάνουν εξ απήνης.
Μικρή νησιωτοπούλα, ο κάμπος
απαιτεί επίπονες διεργασίες,
ιδανικές συνθήκες περιβάλλοντος,
αστάθμητους καιρικούς παράγοντες,
θερμοκρασία ορισμένη. Να δουλεύεις
το μόχθο σου χωρίς αντίκρισμα,
κι ο πόθος, πόθος να γίνεται μόνον
χάρη στις κοινοτικές επιδοτήσεις.
ΕΝΔΥΜΑΤΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ
Χθες βράδυ, ήρθε και με βρήκε
ο πατέρας μου, κι ήταν είκοσι χρονών
με τα μαλλιά χτενισμένα προς τα πίσω,
με το κουστούμι του φοιτητή
και με το βλέμμα, εκείνο το αισιόδοξο
βλέμμα για τη ζωή και τον κόσμο.
Όχι, το σταυρωτό σακάκι και την γραβάτα
δεν τα παράτησε, μέσα στον ίδιο χρόνο,
από πρωτοετής της Νομικής ζωέμπορος
με πλαστή ταυτότητα, το ρεβόλβερ
στον κόρφο του και το ΕΑΜ στους λόγους του,
σε βουνά και πλατείες της Θεσσαλίας.
Μες στο δικό μου κουστούμι τριακοντούτης,
σκέφτομαι πόσο πάλεψα να το αποδεχτώ
και τη γραβάτα μου κι αυτόν.
Τώρα, που όλοι γίναμε ο εαυτός μας,
πού ‘ναι η επανάσταση να μας χαρίσει
μια πλαστή ταυτότητα, πατέρα;
Άλμα εις τριπλούν
στον Θανάση Δημούλη, στον Άδη

Αν μπορείς να μας βοηθήσεις Θεέ μου,
βοήθησέ μας τώρα. Τώρα, που ψάχνουμε
το Ι.Χ. και δεν το βρίσκουμε: τώρα,
που η μερική απώλεια της μνήμης,
έχει το ακριβές της αντίτιμο: το αγοραίο
κόμιστρο με διπλή ταρίφα. Μισή ώρα,
τριγυρίζουμε μέσα στους γνώριμους δρόμους,
έξω από το κεντρικό σκυλάδικο
και δεν το αναγνωρίζουμε. Οι εκκωφαντικές
μουσικές, τα γηγενή κι ελληνοπρεπή
κορίτσια πρόθυμα και χαμογελαστά,
να εκστασιάζονται με τα καμπίσια μας
αποφθέγματα: μην ευλογείς το Μπλακ Λέιμπελ,
γιατί η νύχτα είναι μικρή και η ζωή
αφόρητα μεγάλη. Αρκεί το ποτήρι
να είναι γεμάτο, να ζευγαρώνει η φιάλη
στο τραπέζι μας, μην είναι οι πότες
αθλητές, μην είναι ταυρομάχοι; Αγαπάς τη Λάρισα
όταν βρέχει, όταν φεύγεις απʼ το μπαρ
και κανείς δεν μπορεί να σε κατηγορήσει
πως κατούρησες τα μπατζάκια σου,
άσχετα αν δεν θυμάσαι που έχεις παρκάρει.
Αν μπορείς να μας βοηθήσεις Θεέ μου,
μην το κάνεις. Ούτε κραυγές, ούτε θρήνοι,
ούτε δάκρυα, στερέψαμε πια,
μόνον ο άνεμος φυσάει τα δύο τελευταία
εικοσιτετράωρα, κι εμείς φυσάμε
την πρωινή μας κρεατόσουπα:
ο γάμος χρειάζεται τουλάχιστον
την επανάληψή του και μόνον τους άγαμους
να μην λυπάσαι. Άλτες του τριπλούν,
οι πότες κάθε βράδυ, φίλοι εξʼ αγχιστείας,
οι δύο-τρεις που ταίριαξαν τα χνώτα τους
και συνεχίζουν μόνοι τους αυτοί,
απʼ την υπόλοιπη παρέα γιατί επιμένουν
μόνον όσοι έχασαν τη μνήμη τους,
τις κατάλληλες ευκαιρίες, τη γυναίκα
της ζωής τους, όλοι όσοι έχασαν κάποτε τα μυαλά τους
κι ενίοτε την ψυχή τους, μακάριοι
άνθρωποι κι ευτυχισμένοι πού έτυχε
να έχουν κάτι για να το χάσουν.
Όταν πεθαίνει ένας άντρας γεννιέται
ένα γουρούνι, κι όλοι εμείς, τα υπέροχα θύματα
γρυλίζουμε απʼ το απέναντι τραπέζι σου,
Κίρκη των πολλαπλών εναγκαλισμών
των ευτελών εκμυστηρεύσεων
και των προκλήσεων,
αβίαστα σε θυμόμαστε, και σε μνημονεύουμε
μέσʼ από τα ψέματά σου. Χάρισες
στον καθένα μας την ψευδαίσθηση
που ζητούσε, το χάδι που αποζητούσε,
τη λέξη που περίμενε σαν βότανο
για να γλυκάνει τις μεταφυσικές του αγωνίες,
το συγκεκριμένο του παραμύθι.
Μόνη σου απολαμβάνεις τον πατσά.
Αν δεν μπορείς να μας βοηθήσεις Θεέ μου,
δεν πειράζει: τα καταφέραμε
κι απόψε να δούμε την αυγή, όρθιοι,
πανέτοιμοι για το τελευταίο μας άλμα:
μέσʼ από την ομίχλη θα μπουκάρουμε
στο Κάπο Βέρντε, στο Ρεσίφε,
στην κοντινή μας Λισσαβόνα, να σμίξουμε
με τις θεσπέσιες μουσικές, της Τιτίνας,
της Καισαρείας Εβόρα ή του Αγκοστίνο
Ντεπίνα, γιατί η ακριβής μετάφραση
της λέξης saudade, στα ελληνικά
είναι ο άνθρωπος που χάνεται
από τον Σιδηροδρομικό Σταθμό της Λάρισας,
μέσα στον Κάμπο,
μέσα στην πρωινή ομίχλη.









