Η ΣΕΛΗΝΑΚΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΕΠΑΡΧΙΑ
Θυμάμαι κάτι σκαλοπάτια και καθόμουνα
συνήθως Ιούλιο με απόλυτη φαντασία
φεύγοντας στις αχανείς εκτάσεις
ενός δικού μου στερεώματος.
Εδώ δε με βλέπει κανείς
κι είναι ωραία για λίγο.
Τις μέρες εκείνες
Ο άνθρωπος πάτησε το φεγγάρι
και τον είδανε όλοι.
Το έδειξε η τηλεόραση
Τα επίκαιρα στο σινεμά
Το συζητούσαν οι γειτόνισσες
που σκούπιζαν σκαλιά
κι οι περιβολαραίοι
Που πότιζαν ντομάτες.
Κάμποσες μέρες τα παιδιά
Φτιάχνανε χάρτινους πυραύλους
Που δεν πετάξανε ποτέ.
ΔΙΕΘΝΗΣ ΚΑΡΙΕΡΑ
Ανέμιζαν μακριά μαλλιά σχεδόν της εφηβείας
Σε μέρες μάλλον μιας πρωτοφανούς πολυχρωμίας
Καθώς χτυπώντας τα βαριά τακούνια τους στο δρόμο
Έσπαγαν τη σιγή της μοναξιάς τους
Γόνοι μικροί εργατικών κατοικιών
Που χάνονταν οι ρίζες τους στις άδειες επαρχίες.
Κάποτε τρίζανε ενισχυτές και τζάμια
Σε νοικιασμένα υπόγεια συνοικίας
Με ακκόρντα διάφωνα και σόλα
Λες και μιλούσε άλλη γλώσσα
Αυτός εδώ ο ξαφνικός ρυθμός
Ο νέος ξενικός ονειροκρίτης.
Αφίσες γέμισαν οι τοίχοι·
Ραδιάκια, πειρατές, γκομενιλίκια, πάρτυ·
Τα φωτορυθμικά ζωγράφιζαν έναν καινούργιο χάρτη.
Στα χείλη τους ξεπήδαγαν οι πρώτοι στίχοι
Φτιαγμένοι με τα Αγγλικά του Ομήρου
Και του Στρατηγάκη.
Γκρουπάκια με ονόματα αρχαία·
Ταξίδευαν στις χώρες που ταξίδευαν τ’ αστέρια
Δυο λέξεις μόνο φώτιζαν εκείνη την υπόγεια τους μιζέρια
-το ιδιοτελές τους όραμα δίνει πνοή στη χώρα-
δυο λέξεις
σαν μάτια βουτηγμένα στο σκοτάδι
σαν μάτια που ρουφάνε την οθόνη
και καθρεφτίζουνε
με ξένα γράμματα
το εγώ τους
σε μια
διεθνή καριέρα.
ΚΑΜΕΝΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
Στην πέτρινη Τάπεζα ο ιερέας άστεγος
Εκφωνεί μυστικώς
Και θαμμένα λείψανα μύρα
Μεταλαμπαδεύουν νοερώς
Τα καμένα ντουβάρια
Τα νεκρά μανουάλια
Τους κίονες κομμένους
Μπροστά στα σταυρωμένα χέρια του Χριστού.
Ανεξιχνίαστη αρχαία φωτιά!
Η Παναγία κοιμάται και φέτος
Και με μάτια κλειστά παρατίθεται
Στον ανερμήνευτο Άγγελο της Μεγάλης Βουλής.
Στον καμένο ναό
Ο ιερέας στάζει στο ανοιχτό ιερό
Στο μικρόφωνο ψάλλουν οι ψάλτες
Το μογγολάκι χτυπάει την τρίτη καμπάνα.
Συρρέει από περάτων το χωριό στην αιθρία πανήγυρι
Λυγισμένες γριές
Με τον ήλιο να χτυπάει στα μαύρα
Γυαλιά καθώς καπνίζουν στον περίβολο άντρες
Γυναίκες με πονεμένα κόκκαλα
Εγγονές γκομενίτσες
Μαμάδες νεοφώτιστα βρέφη
Συναθροίζονται
Ενθάδε ζαβοί
Συναθροίζονται
Κουτσοί και στραβοί
Συναθροίζονται
Ενθάδε καμένοι.
(και τα τρία περιέχονται στη συλλογή Το Φωτεινό Παράθυρο, Ίνδικτος, 2004)
ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣΓεννήθηκε στην Κυπαρισσία το 1959. Εργάζεται ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση. Ασχολείται παράλληλα με την ποίηση και την μουσική.
Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Ερωδία, (Ερουρέμ, 1986), Λύσις της συνεχείας του δέρματος, (Πλανόδιον, 1990), Σύρραμμα (Αρμός, 1997), Αργά Μαθήματα (Το Κοινόν των Ωραίων Τεχνών 2002), Αργά Μαθήματα (Ίνδικτος 2004). Και τη μελέτη Ο θρους του δέρατος. Η μουσική στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη (Αρμός 1994)










Διάβασα τα νέα ποιήμτα του Καλογερόπουλου. Και τα σχόλια που τα συνόδευσαν.Αυτά τα ποιήμτα δεν τα διάβασε κανείς;
Φώτα Ολόφωτα, ακόμα καί μέσα στόν σύγχρονο χαλασμό, κύριε Παρλαμπα ( δέν βάζω τόνο γιατί δέν ξέρω πού τονίζεται τό επιθετό σας ). Ετυχε νά δώ τό ερώτημά σας καί σπεύδω νά δώσω απάντηση :ασφαλώς καί διαβάστηκαν καί ,κατά τήν δική μου γνώμη , είναι από τα καλύτερα του ποιητή μέσα σέ μιά συλλογή διαύγειας -αληθινό Φωτεινό Παράθυρο.
Καθώς μάλιστα είναι Παραμονή τών Φώτων, γιά τήν οποία οι παλαιοί λέγανε πως άν μείνει τέτοια νύχτα ξάγρυπνος αυτός πού έχει καθαρή καρδιά θά δεί τούς Ουρανούς ν΄ανοίγουν καί στή Γή θ’ακούσει τή μιλιά των ζώων, κι αφού σχεδόν κανείς δέν… “τά λέει ” , είπα νά χτυπήσω τήν πόρτα του Αγγελου Καλογερόπουλου , τή δική σας καί τών άλλων εραστών της ποίησης καί νά “τά πώ ” ,οπως μού τά μαθε η συγχωρεμένη η μάνα μου. Τό καταληκτικό τετράστιχο νομίζω πώς δείχνει τήν προέλευσή τους είτε από τήν Καππαδοκία είτε από τήν Κωνσταντινούπολη – αυτό οι λαογράφοι μπορούν νά μας τό πούν. Λοιπόν :
Σήμερα τά Φώτα
καί οι Φωτισμοί
καί Χαρές μεγάλες
καί Αγιασμοί
Κάτω στόν Ιορδάνη τόν ποταμό
κάθετ’ η Κυρά μας η Παναγιά
Οργανο βαστάει Κερί κρατεί
καί τόν Αη Γιάννη παρακαλεί :
Αη Γιάννη Πρόδρομε
και Βαπτιστή
βάπτισε καί μένα
Θεού Παιδί
Ν’ αγιαστούν οι κάμποι
καί τά βουνά
ν’ αγιαστεί κι ἀφέντης
μέ τήν κερά
Κάλημερά Κάλησπερά*
Καλή σου μέρα
αφέντη
μέ τήν κερά
Κόψαμε τόν πετεινό
καί έμεινε η κότα
Δώσε τό μπαξίσι σου
νά πάμε σ’ άλλη πόρτα !
(Είναι κανείς ν’ ανοίξει σ’ αυτό τό ντουνιά ; )
* εβαλα τόν τονισμό έτσι μήπως καί φανεί η “μουσική ”
Καί τού χρόνου !