Παράξενες Μέρες
Στον James Duglas Morisson
Πρωτοκυκλοφόρησε απο τις εκδ. “της μη άμεσης επανάστασης” το 1981.
“Έλα δω απόψε να μας δεις
που χανόμαστε μ’ένα σωρό συμβολικές ενέργειες
χωρίς Φωνές και τυμπανοκρουσίες.
Έλα, μια ολόκληρη γενιά καίγεται απόψε
και εκτοξεύεται βεγγαλική στους αέρες,
μέσα σε καταχνιές κόκκινων μπαρ,
με τσιμπούκια και πισωκολλητά
στο πίσω μέρος των αυτοκινήτων
να τιθασσεύει πόθους βιαστικούς,
να μπαρκάρει σε καράβια με απλό
όνομα «Νίκος»,
τη γαλανόλευκη να μας παίρνει στο κατόπι,
με μπαμπάδες και κυρίους απ’το χέρι
να σε πάμε βόλτα στον αυθορμητισμό και
και την αυθεντικότητα,
να γεμίσουμε με σπέρμα τη λακκουβίτσα
που κάνει ο λαιμό ς με το γυμνό σου ώμο,
να σε συστήσουμε στον πρίγκηπα αυτοκτονία και κατόπι ν’αναλυθούμε σε δάκρυα
γεμάτοι μαζοχισμούς και υστερίες,
έλα να μας δεις απόψε
στο έργο που πρωταγωνιστούμε, «Νίκαι Απωλεσθείσαι»,
Λοιπόν εγώ δεν μεγαλώνω άλλο.
μοιάζω τώρα με κείνα τα σκυλιά του καναπέ που η ανάπτυξη, περιορισμένων δυνατοτήτων, φτάνει μόνο μέχρι ορισμένου σημείου
και ετά απλώς και μόνο αρχίζει
η φθορά αναίτια.
απρόσωπα.
Έτσι κι εγώ, ίσως προϊόν ενδομήτριου θανάτου, ίσως θύμα περιστάσεων,
ίσως άλλο ένα φαινόμενο της ομαδικής διαδικασίας, ακόμη ένας μοχθηρός καραγκιόζης
εν ευδαιμονία και εν αγνοία,
τρώω, χέζω, γράφω ποιήματα συμβατικά,
διαβάζω πολύ, κοιμάμαι.
Δεν αγωνιώ
Δεν αντιδρώ
Περιμένω
Παραμένω
Τα βράδυα το κρεβάτι μου γεμίζει
με διάφορα άτομα που δεν τα ξέρω
που με φιλάνε με χείλια σα φίδια
και βολεύονται στην παγωνιά μου
και τα χαράματα τότε που οι ανομολόγητες
οι ενοχές αρχίζουν και μποχάρουν και το φιλί που έπαιρνα όλη νύχτα
βγάνει πλοκάμια κι’απλώνεται μέσα μου
να με σαπίσει
συνειδητοποιώ πως
όλους αυτούς που στο μισοσκόταδο .
της νέας μέρας
τους ικετεύω ψυθιριστά να γυρίσουν πάλι
και να με πάρουν ξανά απ’το χέρι,
να με σεργιανίσουν όπως παιδάκι
σε πλατείες με πολύχρωμα φώτα, όλους αυτούς ουσιαστικά τους έχω απορρίψει.
του Γιωργάκη
“Τον Φλεβάρη εδώ ανθίζει η ηρωίνη
μ’ένα φως γαλάζιο θαλάμου καταψύξεως
να λάμπει μέσα στα μυαλά των φίλων,
φίλων που εκλιπάρησαν το ‘Ασπρο Δάκρυ
του «Δεν ακούΟ}-Δεν βλέπΟ}-Δεν μιλώ»
μέσα στις νότες της μουσικής των παραισθήσεων, ανήμποροι κι’αδιάφοροι σε σκοτεινά δωμάτια γεμάτοι θλίψη,
ξεθωριασμένοι φίλοι που εκλιπάρησαν, αποσκελετωμένοι και μοναχικοί,
που εκλιπάρησαν για όλα όσα δεν τους δώσαν
χτυπώντας με λύσσα τις γροθιές τους στα γόνατα.
Φορτηγατζήδες ψωλαράδες που σε πήραν στα όρθια πρόχειρα και βιαστικά,
μεθυσμένων το σπέρμα που ρούΦηξες πάνω
σε βρώμικα σεντόνια,
κι άγνωστοι που σε δείραν μέσα στη νύχτα. Κλέφτες, κύναιδοι και τυμβωρύχοι
πούσουνα μαζί τους μονάχα από μοναξιά στριΦογυρίζοντας Ινδία, Άμστερνταμ και Ρώμη, όλος ο παροξυσμός σου στις Φυγές σου,
στα χάπια σου, μικρά χαπάκια κίτρινα, επικίνδυνα κι’εγώ λοιπόν να σε βλέπω μέσα
από κυλοττάκια θαλασσί,
να σε ξέρω γυρ’από στόμα π’ανοίγει,
υγρές παραχωρήσεις και ιδρώτα,
να σ’ακούω ύστερα να τριγυρνάς ξυπόλητη
κάτι ψάχνεις στην κουζίνα,γαλήνια μετασχηματισμένη,
είσαι συ:
Άσε με να σφίγγωμαι πάνω σου
σαν πτώμα που γυρεύει να ζεσταθεί,
έτσι σαν φριχτή αρρώστεια
που αποδιωγμένη από γιατρούς και ξόρκια αγωνίζεται, γελοία και μάταια,
να διαΦυλάξει το παρασιτικό της ύπαρξής της
στον τελευταίο άρρωστο που της απόμεινε.
Με κομμένο το λαιμό, μια νύχτα του χειμώνα,
θα σε βάλω στο κρεβάτι σου να κοιμηθείς
και πριν να φύγω θα σε σκεπάσω μην κρυώσεις.
Παράξενες μέρες έρχονται τώρα, πράγματα
παράξενα θα γίνουνε σε λίγο
τώρα που πια οι άνθρωποι δε με κοιτάζουνε στα μάτια κι ενώ Φαρσέρ πανέξυπνο ι με πλησιάζουνε κάθε μέρα γεμάτοι μ’υποσχέσεις ή απειλές,
όλοι δολοΦόνοι να σκοτώσουν ύπουλα
και σιωπηλά με βρόγχους
είναι τόσα αυτά που με συνθλίβουν τώρα ακόμα
τόσα τα βράδυα που λυπημένος γυρίζω
το πρόσωπο στον τοίχο για να κλάψω (κανένας πια δε μου ξορκίζει το κακό)’
που ούτε κι’ όταν πεθάνω δεν πρόκειται να ησυχάσω, τυμβωρύχοι διαρκώς θα μπαινοβγαίνουν,
κοριτσάκια που θα μου Φέρνουνε λουλούδια
κι’εγώ τάχατες συγκινημένος θα τα παρασέρνω
με κάποια σοκολάτα,
συνωμότες τα μεσάνυχτα θα χτυπούνε συνθηματικά «άνοιξε, το σύνθημα είνΆΙΜΑ», ,
όλη νύχτα συμπλοκές σε μισοσκότεινες στοές,
συνθλιμένο κρανίο, ανακάτεμα από μεβράνες
κι αίμα
τον βρήκαν παγωμένο το πρωί,
κάποιος ύστερα που Φεύγει τοίχο-τοίχο,
με ύποπτη βιασύνη,
πανικός σα πάχνη τον φώτιζε καθώς
άρχιζε να Φεύγει,
τ’άσπρο πουκάμισο του δολοΦόνου που λένε, κάποτε-κάποτε οι Φίλοι που προβάλλουνε στα όνειρα μ’ένα πλήθος άσπρα σκουλίκια στα μαλλιά ν’αργοκουνιέται και ν’αναδύεται σιωπηλό,
και η νεκρή μου ερωμένη,
το κουΦάρι της νεκρής ερωμένης
που δεν πέθωε ακόμη,
οι Φίλοι στις ονειρώξεις που προτρέπουν
σε κοινής ωΦελείας απαγχονισμούς
γενικεύοντας τα έσω,
το αίμα αντί για τους ανθρώπους που δεν
μπορούν να μας ανήκουν,
ανατριχιάζοντας που οι άνθρωποι μονάχα
στον εαυτό τους μπορούνε ν’ανήκουν, ενώ οι θλιβερές μεταπτώσεις
‘αρρωστημένου δολοΦόνου
παντιέρα στ’αδιέξοδο, εντοπίζοντας τον πόνο,
παντιέρα στ’αδιέξοδο, ενοχές, ενοχές…
Σ’αγαπώ εδώ μέρες παράξενες έρχονται.
Εάν εσύ ποτέ έρθεις πάλι εδώ
και με πιάσεις ξανά απ’το χέρι,
αν έχω ακόμη χέρι,
ή αν με Φιλήσεις, ως δια κνούτου φιλί, πριν να με πάρει το παράπονο και ξεχαστώ να σε πάω να δει ς από κοντά κι’εσύ
όλες αυτές τις ιπτάμενες άσ”πρες θλίψεις που εν είδει σπέρματος έχω σκορπίσει απ’δω
κι’απ’εκεί,
και μετά να σε πάω να δεις όλα αυτά
τα Φθοροποιά νεψίματα στα οποία έχω ενδώσει
κι’ακόμη να σου δείξω ύστερα
όλες αυτές τις υποσχέσεις τις καθημερινές
που δίνω απελπισμένα στον εαυτό μου.
Αγαπώ τα μικρά τα κοριτσάκια
με ροζ και άσπρο κρέας,
τη παιδική έπαρση, τα δυο μεγάλα δόντια
που τα ξέρουν όλα,
τις παιδικές προλήψεις και τις προσωπικές
ερωτήσεις π’απευθύνουν,
τους αυθορμητισμούς των π’απορυθμίζουν
τους μεγάλους, την αθωώτητα.
Μετά απόπειρες αυτοκτονίας δύο, σε πήραν σε
μια κουβέρτα,
με τη Φούστα ανάποδα να Φανερώνει,
τα μαλλιά ανάποδα να κρέμονται,
σπασμοί, σάλια και ούρα.
Τώρα χαζεύει ς πάλι μόνο βιτρίνες με παιγνίδια,
τρως το φαι σου όλο,
διατηρείς ακόμη τους ακατάσχετους Φόβους σου,
και τις Φαντασιώσεις σου, τις ματαπτώσεις σου,
τους τρομαγμένους ύπνους σου
και εν γένει την ευθραυστότητα του μυαλού σου που πάει πια στο διάολο,
όλα αυτά τα κουσούρια που σου άΦησα,
αποΦεύγεις επίσης τις παλιές κακοτοπιές
και τα μέρη όπου μπορεί να με συναντήσεις,
τον υποψήΦιο δολοΦόνο σου που σε παραμονεύει.
Αν πας προς το κάτω μέρος της πόλης
μια απ’αυτές τις παράξενες νύχτες του χρόνου
πολλά ειν’αυτά που πρόκειται να δεις.
Υπάρχουν χαμηλοτάβανα σπιτάκια σκοτεινά
και ρόπτρα που τα χτυπάν μ’αδέξια φυσικότητα
φαντάροι,
ξενοδοχεία πρόστυχα και σιωπηλά, υπόγεια μπαρ
με πρόσωπα κι’ονόματα που τα ξεχνάς αμέσως,
άγνωστοι που θα σ’αγγίξουν παρακαλεστικά .
μεσ’από καπνούς και παραλυσίες των κάτω άκρων,
μισοπετυχημένοι και μισοέντιμοι, που αποΦεύγουν
το βλέμμα σου και συ το δικό τους,
ναυτικοί, μεθυσμένοι και ρυτίδες, πουτάνες
και πρόχειρα φτιασίδια,
καυγάδες, φώτα «νέον» και καπότες που γνέφουνε
θλιμμένα,
στο κάτω μέρος της πόλης.
Eνα πανηγύρι φανταχτερό και θορυβώδες
για μοναχικού ς με βαθουλωμένα μάγουλα
και το σουγιά στην τσέπη,
‘π’ανυπομονούν, φορτίζονται και περιμένουν,
στα σκοτάδια καπνίζοντας περιμένουν κι’απ’τις γωνιές σε παρακολουθάν,
στο κάτω μέρος της πόλης.
Στις λαϊκές πολυκατοικίες
οι Φωταγωγοί με μάτι άδολο σκοτεινιασμένο
εκλιπαρούνε μεταμεσονύχτια τους αστούς
Φριχτός απολογισμός, καταραμένες επικλήσεις
οι κοινόχρηστοι χώροι ,
σπασμένα γυαλιά κι’άδεια κουτάκια μπύρας,
κιτρινιασμένα περιοδικά «Ρομάντζο»,
Φτηνές συνοικιακές πoρνo-ταtνίες
ξέπνοες επιθυμίες ανικανοποίητες
Κάλοκρυμένα οιδιπόδεια, ο γάμος,
παιδιά που δεν θα δούνε ποτέ τους τη δημοσιότητα,
ρυπαροί άνθρωποι που παίζουν «κρυΦτό»
με τα γραμμάτια
των δόσεων για το πλυντή ριο
που θα καλυτερέψει τη ζωή τους,
‘Ο σοι πέφτουν ουρλιάζοντας στους Φωταγωγούς
τα βράδυα
και το κεΦάλι τους σκάει με πάταγο πιτσιλίζοντας τους τοίχους με μυαλό και αίμα
ταράζoυν μεταμεσονύχτια τη γαλήνη.
Κοίταξε να μην πειστείς
να μη σε ξεγελάσουν για άλλη μια Φορά,
δεν ανήκεις πουθενά εσύ παρά στον εαυτό σου
.. έστω κι αν είν’αυτός εγκλωβισμένος και σακάτης
μην ενδώσει ς για άλλη μια Φορά
στην παγκόσμια μακάβρια φάρσα
όλων αυτών που αποσπούν επιβεβαιώσεις
για να επιζήσουν,
εσύ σκάστο, ξέφυγε από μια μικρούλα τρύπα,
από μια τόση δα ρωγμή που θα υπάρχει
σ’όλα τα Άσπρα Κτίρια
γλύτωσε απ’τ” Ασυλά τους και τ’ Α ναμορφωτή ριά τους και τις Καταραμένες Κυβερνήσεις τους
που σε προτρέπουν και σ’εγκλωβίζουν,
να φύγεις λοιπόν να δραπετεύσεις
μπορείς από κείνη τη ρωγμή
που χάσκει στους τοίχους σα μουτζούρα
να διαφύγεις έτσι σαν ηρωίδα γεμάτη μυστήρια
από τις χίλιες και μία νύχτες
κάτι σαν ροζ οδαλίσκη του παραμυθιού
στρουμπουλή ροζ οδαλίσκη μέσα σε διάφανα μετάξια
αρνήσου τις αγκυλωμένες σκέψεις και τα ήδη
αιχμάλωτα κύτταρα του κορμιού σου
πεσ’τους με μια λέξη-ουρλιαχτό να τα βάλουν
όλα στον κώλο τους και διέφυγε σήμερα,
αύριο θάσαι και συ σα την ακρωτηριασμένη
ηλίθια σέξυ
γκόμενα στο κόκκινο πακέτο των SANTE.
Τώρα να, είσαι αλογάκι λούνα-παρκ
με χέρια σ’ανολοκλήρωτες χειρονομίες, αλογάκι με τα τετράγωνα τα δόντια του
που τρέχει το Φτωχούλι και κάνει πιρουέτες γύρω από χρώματα και Φασαρία.
«Ψιτ, ψιτ» τα παιδάκια του Φωνάζουν τις βραδυές ενώ τις μέρες οι εργάτες δίβουλο
το παίρνουνε παράμερα
να του κάνουν κακά πράμματα
και μετά όλο Φολίδες και οιδήματα
να γυρίσουνε στη ράμπα.
Κι’αυτό λίγο κουρασμένο, λίγο ένοχο,
με λεκέδες από σπέρμα στο γυακά και
στο πουκαμισάκι να γυαλίζουν αναστενάζει στ’αυτί μου σιγανά.
Νοιώθω πως κάτι αναδύεται τις νύχτες
μεσ’απ’τα σκονισμένα καταγώγια του μυαλού μου εκεί όπου συχνάζουν οι δολοΦόνοι
κιΌι χαρτοκλέΦτες,
οι δραπέτες με το ξουρισμένο κεΦάλι, χασικλήδες, παρΦουμαρισμένοι γυναικωτοί, μαχαιροβγάλτες ικανοί για όλα,
γυναίκες της νύχτας «αδήλωτες» που μόλις ξέφυγαν λαχανιασμένες κι’υστερικές απ’την αστυνομία, όλοι τους τραγουδώντας μεθυσμένα
στίχους πρόστυχους,
προκλητικοί κι’απελπισμένοι,
να βρίζουν, να φτύνουν, γελώντας ψεύτικα
μεσ’ από δόντια σάπια,
όλα μια ατμόσΦαιρα θανάτου και στείρας ηδονής που εκτοξεύεται στην πόλη τις νύχτες
(από το μυαλό μου μέσα) στριΦογυρνάει στους δρόμους και ψάχνει.
Ο κόσμος είναι μια αμπούλα γεμάτη Φασαρία
και χρώματα που δε τα ξέρω. .
ΠεριΦέρωμαι παντού σα μετέωρη λεχώνα
που δε βρήκε ούτε μέρος να γεννήσει,
έτσι σαν καταχθόνιος οπαδός μυστικής αίρεσης
που τα σύμβολά της είν’γραμμένα στα ουρητήρια,
Φονιάς απελπισμένος σε τροχιά,
εραστής μιας θλίψης, τοσοδούλι κοριτσάκι,
που γνέΦει πρόστυχες χειρονομίες.
Αα, κυρίες και κύριοι, εξομολογούμαι,
αν κανείς ποτέ σας βλαστήμησε δυνατά
μέσα στη νύχτα
ήμουν εγώ, παίζοντας παράξενα παιχνίδια
με δανεικά ρούχα και ψεύτικη ταυτότητα, κρυμμένος στα σκοτάδια,
στην ερημιά της αποσύνθεσής μου.
Τ’ άσπρα καλτσάκια του μικρού παιδιού
την ώρα που το βίαζα στα πλαίσια του «όλα επιτρέπονται», οι καλοί κύριοι με τ’άσπρα
που σε λίγο χωρίς πολλές τελετουργίες
θα με λοβοτομούνε
κι’η νάρκη μου στ’αΦιονισμένα κύτταρά μου.
Μελίζεται και διαμελίζεται λοιπόν το σώμα μου
μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα,
άγνωστος μεταξύ αγνώστων σ’ όλη μου τη ζωή
σε τόσους και τόσους λήθαργους σε γυμνά δωμάτια.
φτηνών ξενοδοχείων
σε τόσες και τόσες γνωριμίες της μιας νύχτας,
γαμήσια διάΦορα σε τριανταφυλλί δωμάτια
απλώς για να ξεφύγω,
σουλάτσα ατέλειωτα στα βρώμικα λιμάνια
και στους θλιμμένου ς δρόμους της επαρχίας
μέτοχος στη μοναξιά των φορτηγατζήδων
που θα πιούνε μπύρα περαστικοί,
στο άγχος δεσποινίδων με κόκκινο νύχι,
«προσΦέρονται εξαίσια γαμήσια
με αντάλλαγμα το γάμο»,
ήπια αμέτρητους καφέδες περιμένοντας τίποτα
σε καΦενεία με Φαντάρους και μικροπουλητάδες,
με νέους που θα πάνε εργάτες στην Γερμανία,
διάβασα χιλιάδες μικρο-εΦημερίδες
ψάχνοντας τίποτα
σ’αναγγελείες γάμων και θανάτων και δωρεών,
έστησα κώλο, μέθυσα, τα γκρέμισα όλα και
δεν τα ξανάΦτειαξα,
πέρασα μέσα από σένα και δε σε γνώρισα,
έκανα όνειρα που γίναν,
δυο-τρεις απόπειρες αυτοκτονίας ετησίως,
κανένας κάποτε δεν πρόκειται να βρει
το πτώμα μου
καθώς καθημερινώς και καθώς πρέπει
μελίζεται και διαμελίζεται το σώμα μου.
Δεν ξέρω τι συμβαίνει τώρα
έχω χάσει τα νήματα από πριν
κάτι που θάχει κεφάλι και αρθρώσεις
θάρθει σε λίγο να με πάρει
ίσως με πάει κάπου
μπορεί
δεν ξέρω πια τι χρειάζεται ο κόσμος
είναι τόσο νωρίς
είναι αναπόφευκτη αρχή αναπόφευκτου τέλους
τέρμα τώρα στις εκκλήσεις
υπάρχουν γονίδια που δεσπόζουν
παράνοια
σκιές αυτάρκεις μ’αΦηρημένα πάθη
τυχαία γεγονότα χαρακτηριστικά’
εγώ θα κατέβω εδώ, εδώ ήρθα,
εδώ στη μέση μιας άσκοπης πρωϊνής στύσης
που δεν έχεις μαχαίρι πάνω σου να την κόψεις
απ ‘τη ρίζα,
μια κι’έξω.
Ο Αντρέας Μιχελιουδάκης γεννήθηκε το 1957 στη Ξάνθη. Ο πατέρας του, Κρητικής καταγωγής, αξιωματικός τουΕλληνικού Στρατού Ξηράς. Φοίτησε απ’το 1970 ως το 1972 σε ιδιωτικό σχολείο στο Ηράκλειο της Κρήτης και, το 1973 στην Κοργειαλένιο Σχολή Σπετσών, εσωτερικός. Το 1974-76 αποφοιτά απ’ το Γυμνάσιο «ευκολίας» Παπαϊωάννου, του Πειραιά. Το 1977 εισέρχεται στην Σχολή Ευελπίδων όπου, το 1979 παραιτείται ενώ φοιτά στο δεύτερο έτος. Το 1980 πηγαίνει για ένα χρόνο στο Ζαίρ της Αφρικής. Επιστρέφοντας, στα τέλη του 1981, ανοίγει ένα «στέκι» στην οδό Ιπποκράτους και ΔερΒενίων, με ΒιΒλιοπωλείο, δανειστική ΒιΒλιοθήκη, αίθουσα εκθέσεων και τ’ονομάζει «ΚρεΒΒατίνα» με τηνευκαιρία που κυκλοφορούσε τότε, το ομόνυμο περιοδικό. ΗΚρεΒΒατίνα κλείνεt, λόγω της ατυχίας του μεγάλου σεισμούπου συνέπεσε στις αρχές του 1982. Εργάζεται για λίγο καιρόκαι το 1984 παντρεύεται μια φοιτήτρια Ιταλίας, απ’τα Χανιάτης Κρήτης. Ο γάμος διαλύεται μετά από ένα περίπου χρόνο. Για ένα μικρό διάστημα εργάζεται ξανά ενώ παράλληλαφοιτά σε Δραματική Σχολή της Ρεθύμνου. Κάνει χρήση ψυχεδελικών ουσιών. ΣυλλαμΒάνεται με τις γνωστές κατηγορίες για εμπορία και χρήση και μετά από περιπέτειες προφυλάκισης στον Κορυδαλλό, αθωώνεται. Αμέσως μετά τηναθώωσή του ξαναφεύγει για τη Ρέθυμνο όπου εργάζοντανστο ξενοδοχείο «Ρέθυμνα». Στις 13 ΣεπτέμΒρη του 1988 τονΒρίσκουν νεκρό στο σπίτι του, στη Ρέθυμνο, μετά από χρήση υπερΒολικής δόσης ΒαρΒιτουρικών ουσιών!
Απ’το 1977 μέχρι και το 1981, έγραΨε πολλά ποιήματα, ποιητικές πρόζες και διηγήματα καθώς και ένα μυθιστόρημα πουδημοσιεύτηκε απ’τις εκδόσεις «Δωδώνη» το 1989. Το ΒιΒλίο αυτό (εκδόσεις Κουλτούρα και Χάος του Λεωνίδα Χρηστάκη)περιέχει μόνο τις συλλογές που είχαν εκδοθεί και κυκλοφορήσει απ’το 1975 μέχρι το 1981.









