ΓΙΑΝΝΗ Σ. ΧΡΥΣΟΥΛΗ ΟΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
ΜΕΡΟΣ ΕΙΚΟΣΤΟ ΠΡΩΤΟ
--------------------------------------------------------------------------------
Τώρα γράφω σέ μιά μεικτή γλώσσα καί σέ μιά εφεύρεση γλώσ-
σας, η εφεύρεση έχει κάνει στήν γλώσσα ένα άνοιγμα σάν κο-
χύλι, τήν έχει σχίσει καί γεννά, σάν βρύση τρέχει και σάν φου-
σκωμένη κοιλιά γεννά σ' αυτή τήν ευτυχισμένη εποχή, ύστερα
από τόσα βάσανα, επειδή ο λόγος μετά από πολλή προσπάθεια
νά σχηματίσει τόν εαυτό του, μετά από πολύ κόπο νά μιλήσει
γιά τόν εαυτό του, είχε πάθει κάτι σάν εξάντληση καί σάπιζε ό-
πως τό σιτάρι, είχε αρχίσει νά φοβάται τήν γλώσσα, τυλίγεται
γύρω της σάν σιωπή καί σάν χώρος σφίγγεται γύρω της καί
σάν μηχανισμός τήν κλείνει καί τότε μερικοί άνθρωποι μέ μιά
σιγανή σιωπή αλλά όχι σιωπή, εντελώς βαθειά σιωπή, τόν πλη-
σιάζουν σάν νά μιλάνε μεταξύ τους γιά νά μήν τόν φοβίσουν
καί σάν γιά νά ανοίξουν τυχαία έναν χώρο καί αρπάζει τήν ί-
δια στιγμή τήν γλώσσα από μέσα του αυτός που θά κάνει τήν
εφεύρεση, τήν χαϊδεύει νά μαλακώσει καί νά ημερέψει επειδή
κι αυτή έχει φοβηθεί, τρυφερά τήν συντρίβει σάν σπλαχνικός
Άγγελος μέ μιάν αγάπη πράσινη καί χύνει ένα σπέρμα νά γεν-
νηθεί ο λόγος που δέν φοβάται τήν γλώσσα, αισθάνομαι τό ευ-
γενικό μυστικό λόγος, που σάν τό σανσκριτικό αυγό ναπάλμ
κάθεται στήν μέση τού δρόμου σάν μιά πράξη σκεφτική, γι' αυ-
τόν τόν λόγο αισθάνομαι, αισθάνομαι τόν λόγο καθισμένο σάν
μοσχάρι στήν μέση τού δρόμου.
Σάν μοσχάρι κι αναχαράζει ήσυχα όλες τίς πράσινες χορταρια-
σμένες γλώσσες τού κόσμου, πέρασε κι ένας φωτισμένος καί
προσκύνησε: "Ώ ευγενικέ, εσύ που έχεις μασήσει όλες τίς γλώσ-
σες που υπάρχουν σ' αυτόν τόν μεγάλο κόσμο καί μέσα από
τήν κοιλιά σου μπορεί νά βγεί η υπέρτατη αλήθεια, έτσι που νά
είναι δυνατόν ο άνθρωπος νά τήν καταλάβει καί νά τήν εννοή-
σει βαθειά, απάντησέ μου ποιά είναι αυτή η μεγίστη;". "Μού",
είπε ο λόγος.
24-7-1998 Αφεντάκι
"Τό πετρωμένο φίδι αγίνωτο", έλεγε ο παππούς μου κάθε Κυ-
ριακή στό καφφενείο τού χωριού, καί οι ασπρομάλληδες συνο-
μιλητές του κούναγαν μέ βαθειά επιδοκιμασία τά κεφάλια τους
γιά τόν σοφό λόγο, απλώνοντας γιά τήν ρακή που τούς είχε κε-
ρασμένη.
"Τό πεπρωμένο φυγείν αδύνατον, είναι παππού", έλεγα κι εγώ
στό σπίτι προσπαθώντας νά τού εξηγήσω τήν γλωσσική παρα-
φθορά τού αρχαίου ρητού, μέ κίνδυνο κάθε φορά νά μέ ξαπλώ-
σει στίς πλάκες τής αυλής η μαγκούρα που ο γέροντας, σάν πα-
λιός τσέλιγκας, είχε σβουρίξει κιόλας, όπως τά χαλίκια τού πο-
ταμού πάνω σ' ένα ξεστρατισμένο αρνί. "Αν δέν σάς καταχε-
ριάσουν όλους σας τούς 'φωτισμένους', δέν θά ιδεί χαΐρι αυτός
ο κατακαϊμένος τόπος", αναστέναζε καθώς η γιαγιά μου τού-
φερνε τίς κεντητές παντόφλες του. "Όρα τόν εγγονό σου, μωρή
δυστυχισμένη κι εσύ γερόντισσα, που μού τόν έχεις παραχαϊδε-
μένο, τί τόν μαθαίνουν στίς επιστήμες που τόν έχουμε καί
σπουδάζει, καί δέν σέβεται τήν παράδοση που τού δώκαν οι
πρόγονοί του. Θέλει τώρα νά μάς κανονίσει καί πώς είναι τό
σωστό νά λαλούμε τήν γλώσσα μας!". Η γιαγιά μου τού χάϊ-
δευε τά πόδια, νά τά γλυκάνει, όπως έλεγε, από τόν κάματο που
είχαν μαζέψει πολληώρα στόν κάμπο. "Μήν τό αποπαίρνεις α-
φεντάκι μου τό παιδί μας", απαντούσε χαμογελώντας μέ τόν
θυμό τού γέρου, "καί τό μυαλό του έχει μιά σύγχυση τώρα σάν
οργωμένο χωράφι. Μά όταν η καρδιά του έρθει στόν τόπο της
μαθές μέ τό καλό, θά ξαναθυμηθεί τά χούγια μας καί θά σέ τι-
μήσει".
Τιμώ τά χούγια των.
Κι άν είμαι λίγο, κι άν είμαι τί θλιβερά! φτωχός, κι άν δέν με-
τέχω, έχω γράψει κάτι γράμματα
Εγώ, Χρήστο, δέν πρόκειται νά λυτρωθώ ποτέ γιατί έχω προ-
σβάλλει θανάσιμα τόν Κόσμο, καί δέν ξέρω πότε καί πώς, μόνο
τήν προσβολή συναισθάνομαι νά μέ τρώει, όχι νά μέ τρώει αλ-
λά σάν είδος ένωσης μέ κάποιο άγνωστο οξυγόνο όπως τό σίδε-
ρο που βγήκε κάποτε χωρίς προστασία στόν αέρα γιατί τά χώ-
ματα γύρω του γκρεμίστηκαν καί τό αποκάλυψαν καί αμέσως
τού επιτέθηκε τό οξυγόνο που κολυμπούσε έτσι χωρίς νά έχει τί
νά κάνει σέ κείνη τήν περιοχή στόν αέρα καί χωρίς κακία ίσως
καί μέ κάποια ηδυπάθεια σάν κι αυτή που έχουν κρυφά οι μι-
κροί άγγελοι επειδή καί τό οξυγόνο ένας άγγελος μπορεί τρίτου
ή τετάρτου είδους αλλά τόν κρατούν σφιχτά περιορισμένον
στήν Γή λόγω τής ηδυπαθείας του καί σκουριάζει αθώα όλα τά
αθώα όντα τής Πλάσης καί τό σκούριασε τό σίδερο καθώς τό έ-
βρεχε καί η βροχή (δές πρακτικά ΟΕΣΒ βιβλίου Χημείας 3ης
Γυμνασίου 1958).
Θανάσιμο οξυγόνο όχι κατ' ανάγκην θανάσιμο αλλά θανάσιμο
γιά τόν Γιάννη Χρυσούλη τού Σταύρου καί τής Σαπφούς γεν-
νηθέντα καί ποιηθέντα εις τήν πόλιν Καλαμάτα τής Μεσσηνί-
ας τό 1943 καί αμέσως αποσπασθέντα εις Αθήνας λόγω οικογε-
νειακών υποχρεώσεων που μετά διαδοχικάς περιπλανήσεις τόν
βρίσκουμε νά μεγαλώνει στό αδιέξοδο τής οδού Φυλής 4 πάνω
σ' ένα πατίνι μέ ρουλεμάν παίρνοντας βαθειές ανάσες από τό
καθαρό οξυγόνο τών δρόμων χωρίς αυτοκίνητα αλλά κι όταν μέ
αυτοκίνητα κυνηγώντας από πίσω τά φορτηγά γιά νά τόν σύ-
ρουν μέ τό πατίνι αναπνέοντας μέ βαθειές ανάσες τό σπάνιο ά-
ρωμα τού πετρελαίου.
Θανάσιμο τελικά τώρα εδώ στό Πολύδροσο νά γράφει μέ τό έ-
να χέρι μπροστά σέ μιά δηλητηριώδη οθόνη έχοντας μετατρα-
πεί κατά τά 23 σ' αυτό τό καθαρό προϊόν τής ένωσης τών προ-
ηγούμενων 34ων του μέ τό άγνωστο μή επιτρεπόμενο νά τού
αποκαλυφθεί σέ κάποια στιγμή έξαρσης ή ονείρου ή παρακλή-
σεως ή ξαφνικής αφασικής αναστροφικής ενδοσκοπήσεως καί
μέ τό 14 νά συναισθάνεται απολύτως τώρα τήν προσβολή που
τού έκαναν σέ ανταπόδωση καί νά συναισθάνεται περισσότερο
από τό απολύτως έτσι σάν νά τό φτάνουν κάτι τύψεις από κεί
προσθέτοντας μερικούς βαθμούς στήν αδύνατον νά είχε αυξη-
θεί μέ διαφορετικόν τρόπο ευαισθησία του ότι ο Κόσμος είναι
πολύ φτωχός γιά νά τού τήν ξεπληρώσει.
Δέν είμαστε πάτσι μέεεεε... μέ τόν Κόσμο, Χρήστο.
Στήν αδύνατον νά είχε αυξηθεί μέ διαφορετικόν τρόπο ευαι-
σθησία του προστίθενται τώρα ορισμένοι βαθμοί όχι τυχαία όχι
εξ επίτηδες σάν παπούτσια σκισμένα απ' τήν βροχή καί τόν
φάλαγγα τών δρόμων που αφίνεις έξω απ' τήν πόρτα σου γιά
νά τούς σταματήσουν στό κατώφλι καί νά μήν περάσουν μέσα
απ' τό σπίτι επειδή τί σπίτι θά ήταν αυτό άν στριφογύριζαν μέ-
σα του οι δρόμοι (δές καί Κοράνι άποψη Μωάμεθ όπου επιβάλ-
λεται καί τό πλύσιμο τών κουρασμένων ποδιών από σεβασμό σ'
αυτά τά ευλογημένα μέλη που έχουν μεταφέρει όλο αυτό τό α-
πίστευτο βάρος ενός ανθρώπου που σκέφτεται που έχει ίσως
κιόλας μετανοιώσει γιά μιά πράξη τόν έσυραν στόν οίκο τών
προσευχών γιά νά εξαγνίσει τό εσωτερικό του από τό αθώο αί-
μα που αλλοιώς θά στάζει στά μάτια του μετά από κάποια
σφαγή στό όνομα τού Αλλάχ του πολυεύσπλαχνου) άν δέν τε-
λείωνε εκεί τό πρόσωπο τού Κόσμου καί δέν κούρ%









