Οι φίλοι μου Σαλτάρουνε…

ΤΡΙΑ ΜΕΝΤΑΓΙΟΝ

Ο Μη Αστυνόμος Σαϊνης

Ήταν λεει το κακό παίδι της πιάτσας… Είχε όλα τα προνόμια του μεγάλου ανθρώπου. Με όλες τις αντιφατικότητες αυτού. Όπως ένας κόκκος άμμου μπαίνει μέσα στο στρείδι και αρρωσταίνει, δημιουργώντας το μαργαριτάρι, έτσι και η εξελικτική πορεία αυτού στο επάγγελμα και στην ζωή.
Έσπασε μούρη και δάκτύλα χτυπώντας μανιασμένα γραφομηχανές για να επαναπροσδιορίσει ότι τα ζωώδες ένστικτα του ανθρώπου περνάνε κατά κόρον μέσα από αυτό που έχουν ονομάσει γήπεδα, και από την πέννα του πέρασε, προϊδέασε καλλίτερα, στους υποψιασμένους που ήταν πολλοί αυτήν την εποχή, ότι το ποδόσφαιρο καμία φορά κάτω από ακραίες, από αυτό που ονομάζεται κοινός παραδεκτό, ( τι είναι το κοινός παραδεκτό, ο γράφων δεν κατάφερε ακόμα να το προσδιορίσει επακριβώς), συνθήκες μπορεί να έχει και την πρέπων ιδεολογία ακόμα και το ποδόσφαιρο και μπορεί και επίσης να έχει, μεταξύ άλλων, την δική του θέση στο συναίσθημα του κόσμου ακόμα και αυτών που δεν ενταχτήκανε στο άθλημα στα ποδοπατημένα χόρτα της αλάνας της γειτονίας…. Και όλα αυτά τα προϊστορικά που τα χρόνια πέρασαν και τα ξεθώριασαν ή μάλλον γίνανε μπετόν.
Το «ποδόσφαιρο και η ιδεολογία του». Από τις αναρχικές εκδόσεις «Διεθνής Βιβλιοθήκη», ένα μικρό μαύρο βιβλιαράκι ( που κυκλοφορεί ακόμα και σήμερα), που βγήκε μερικά χρόνια αργότερα έκαναν τις απόψεις του, τα σχόλια του, τα ρεπορτάζ του, από φρικαρισμένα σε κάλτ. Και η πλάκα είναι ότι πρώτος τα έβγαλε στην πιάτσα.
Η αναγνώριση ήταν άμεση, ραγδαία και σύντομη. Ο χρόνος σύμμαχός του. Εκείνος όμως το έβλεπε για εχθρό. Το ιδεατό του το « θα πεθάνω νέος» του, και των δυο μας αγαπημένου, Μπόρις Βιάν. Νυχτοπερπατήματα σε κωλόμπαρα. Πουτάνες να πίνουν το σπέρμα ενός διαμορφωμένου Ποιητή – που όπως έλέγε αψεγάδιαστα ο Γιωργάκης Χειμώνας, ότι μεγαλύτερος δημιουργός από τον Ποιητή δεν υπάρχει και πρέπει να γράφεται πάντα με κεφάλαιο- μόνο που ο δικός μου, με κάθε σεβασμό από την πλευρά μου το κτητικό, ένιωθε ένοχες που η ποιητικότητα ήταν η παιδικότερη και αγνότερη πλευρά του χαρακτήρα του, την κοινωνούσε με αλκοόλ και κοκαΐνη, και μπόλικο αψέντι κατά την ανατολή του ηλίου το τελευταίο, για να πει, στους ουκ ολίγους φίλους του, καβατζωμένα μουνοσκύλα μερικοί από αυτούς πια, με στυλ και νοοτροπία του αγνώστου γεννηθείς και απεβίωσων, νταβατζή για βιοποριστικούς και επικροτηθείς, ως προς τον εαυτό του πάντα μιλάω! Φρασούαν Βιγίον. Καλή νύχτια μάγκες. Αποσύρομαι τώρα στο ησυχαστήριο μου, εκεί πού δεν μπαίνει φως ούτε από την χαραμάδα του παντζουριού, ούτε από τις εκρήξεις αυτοκτονημένων αστεριών που είναι ο αυτοσκοπός και η πυρπόληση ψυχών, της δικής του και της Κατερίνας Του, και ύστερα όλων αυτών που ακολουθούν, μεταξύ των οποίων, το γράφω με μεγάλη οδύνη μπαμπά, και εμού, όλων των αλκοολικών της Τέχνης όπως εύστοχα είπε σε περιπετειώδης καιρούς ο Λαπαθιώτης, όλων εμάς που είδαμε το μπωνταιρικό σύμπάν στο πάτο της μπουκάλας, που νιώσαμε την βλαστήμια προς τους άλλους ως το μέσο επιβολής για την γαμημένη τους αξιοπρέπεια, την βλαστήμια προς το θεούλη το φτωχό που τα έχει τινάξει τα πέταλα από τότε του το συνειδητοποίησε ο Νίτσε, αλλά το μόνο που υποσυνείδητα γράφτηκε μέσα μας, σ’ αυτό που οι άνθρωποι ονομάζουν υπαρξισμό, από την φιλοσοφική του παραγωγή, του
μέγα της ζωής είναι ο Ζαρατούστρας, ειδικά το κομμάτι με το παίδι και το βουνό και το μαρτύριο του κάθε καταραμένου για αυτά που αναγκαστικά αφήνει πίσω του και από την άλλη του παραγωγή αύτη που κρατά τα σκήπτρο, και βαθιά μέσα μου, ορίζει και διαχωρίζει την τρέλα από την παράνοια το Ποίημα από το Διονύσο, το Φευγιό του Μορρίσον δηλαδή, τα κατάφερε ο κωλοπετσωμένος πρεζάκιας και μαγκιά του, «Τρελός μονάχα, Ποιητής Μοναχά» ν’ αποθεώνει το νεκρό στοιχείο, το κανονικό που δεν ζήσαμε, εξάλλου η κανονικότητα προκαλεί φαγούρα, έχει γίνει δέρμα πια όπως και όσο ότι τα σημάδια του « υψίστου» είναι τα μύχια των ανθρώπων αυτά που αν τα βγάλεις προς τα έξω έχεις μια αξιοπρέπεια και μια ευπρέπεια ως προς τον εαυτό αλλά για τους κυριλέ καταντάς, και το ανάποδο. Και να σκεφτεί κανείς ότι από τα ίδια κανάλια δεν χρειάζεται να πω ποια πέρασε ένας Γρυ Ντε Μοπασσάν, ένας Αρτώ και από τους εγχώριους ένας Βυζιηνός, ένας Μιτσάκης ένας Φιλύρας. Άνθρωποι του ίδιου βεληνεκούς όλοι, δεν παίζει ρόλο η καταγωγή, το διάβασα πρόσφατα σε ένα τόμο του Τόμας Μάνν, «Στοχασμοί ενός Απολιτικού» λέγεται, και σκιαγραφεί με τα ποιο μελανά και τα ποιο έντονα χρώματα εξαρτάται από την οπτική γωνία που το προσεγγίζει κάνεις το θέμα και φυσικά από τον αποδέκτη, ότι το πνεύμα πρέπεί και επιβάλλεται να είναι διεθνιστικό, πήρα μια χαρά ο Τροτσκιστής ούτε που λέγεται.
Από την άλλη τα «περιθωριακά μας» ψυχοδηλωτικά. Ξέρεις σωρηδόν οι κατακραυγές. Ο έτσι, ο αλλιώς, που ξηγιέται στο αλλιώτικο. Μόνο που τέτοια ανθρωπάρια είναι κούφα στην απόγνωση του άλλου και οι βουβές κραυγές για αυτούς είναι ανύπαρχτες. Η φρίμπα κακό πράγμα, τι πράγματα είναι αυτά, κοίτα ο κακός ο άνθρώπος τι κακά πραγματάκια που καπνίζει, μίασμα της κοινωνίας αν και ταπεινά προτιμώ το φυλακό- βίο Κενόνια που απαρτίζει το κενό, το μη υπάρχον τόσο οσο να σου δημιουργούν ενοχές του στυλ … άντε ρε τράβα σε καμιά καβάτζα και άντε ψόφα… Μόνο, είδωλο μου, που αυτοί δεν έχουν ανάγκη από φάρμακα της ψυχής, γιατί ακριβώς δεν έχουν ψυχή.
Σε τράκαρα πριν από ένα χρόνο… επικοινωνήσαμε με την πρώτη ματιά. Πολιτικά παρεμφερές οι απόψεις μας. Ίδια αιτία εισαγωγής… Απροσάρμοστοι και οι δύο… Για μένα ήσουν απλά ανυπότακτος, η μέγιστή κατά την άποψη μου διάκριση των ανθρώπων. Τώρα προσθέτω ταπεινά προς το μέγεθος σου την λέξη Μέγας.
Ο άνθρωπος που μιλάω δεν είναι της φαντασίας μου. Το μόνο σίγουρο. Και του χρωστώ τα πάντα. Το ότι με δέχτηκε. Ότι περάσαμε μαζί Άβατον. Και από εμπειρικά πράγματα, κάτι ούζα στο Μεταξουργείο μετά της επιβαλλόμενης μαστούρας, κάτι σφηνάκια σε λεσβιάδικο και μια βραδιά στην Στοά των Αθάνατων να ακούσουμε αγαπημένα χασικλίδικα. Για αυτούς που ήρθαν, απήρθαν αλλά δεν πέρασαν απαρατήρητοι ανάμεσα μας. Ως ελάχιστο μνημόσύνο πάρτε το, αν ξέρετε τι πάει να πει, πένθος ψυχής. Και όσο για το όνομα σίγα να μη σας το πω, μου αρκεί να το ξέρω εγώ και οι τιτάνες Ποιητές της γένια του 1970. Όπως ο Λευτέρης, Ο Γιάννης, ακόμα και ο Σωτήρης. Ηλικιακά εκεί ανήκει.

Γιουσουρούμ

…ξεπουληθήκαμε στο γιουσουρούμ για ένα κουστούμ για ένα κουστούμ… Στίχοι του Νικόλα Ασίμου. Από έναν άνθρωπο που έδρασε στο περιθώριο μελοποιήθηκε μια άκρια του εμπορίου ή του παραεμπορίου. Εξαρτάτε από τον αποδέκτη. Εκεί που τελειώνουν τα μαγαζιά της περιοχής του Μοναστηρικίου ξεπροβάλει ένα διαφορετικό είδος, κυρίως υπαίθριο, ξεπούλημα διαφόρων ειδών και κάθε λογής ευτελών συνήθως πραγμάτων. Πράγματα, που έχουν απαλλαγεί από της τύψεις του κομφορμισμού του κάθε ιδιοκτήτη που του επέτρεψε να κάνει ένα βήμα μπροστά, ζητούν εκ νέου ιδιοκτήτη χωρίς να διαθέτουν τα προνόμια των καινούργιων. Χωρίς φρουφρού κι άρωμα και χωρίς το ελεγκανς των μαγαζιών του Κολωνακίου, βιβλία κάθε λογής, χρήματα που δεν περνάνε, μπουκάλια από κολόνιες, διαφημίσεις τσιγάρων, καπάκια από μπύρες, βαριά 78άρια…
Περπατάω στα δρομάκια που θυμίζουν καλντερίμια πίνοντας κονιάκ χωρίς πάγο από ένα φλασκί και καπνίζοντας απανωτά άφιλτρα τσιγάρα, δεν είμαι και στα καλύτερα μου, προσπαθώ να καταγράψω εικόνες, να νταραβεριστώ με τους νταραβεριντζήδες, καταγράφω με τα θολά οπτικά μου κέντρα, τις κουλτούρες, τα χρόνια, την φθορά, την γοητεία των παραπεταμένων, τα αφτιά μου συνεχώς σφυρίζουν από αριθμούς, κολλάω στους τίτλους των βιβλίων που είναι ολόκληρη φιλοσοφία, μυρίζω το παλιό χαρτί, χάνομαι στις σκέψεις και στις γραμματοσειρές, αφουγκράζομαι τα υπογραμμισμένα, όσο πιο ακριβό τόσο πιο παλιό, πορνογραφίες δίπλα στα ποιήματα του Χάινε, Παπαδιαμάντης διπλά σε οδηγούς μαγειρικής, εκδόσεις Φέξη που δεν υπάρχουν, βιβλία από 50 λεπτά έκαστο, βρίσκω το λογοτεχνία και επανάσταση του Λέων Τρότσκυ, έπρεπε να γίνει ότι έγινε με την ενχώρια τρομοκρατία για να γίνει και πάλι φίρμα, ο βιβλιοπώλης μου λεει ότι είμαι τυχερός.
Ντουλάπες άλλης εποχής, σερβάν, εταζέρες , η γκόμενα από το σαντέ σε αφίσα.. Πόσο θα ήθελα να ήταν η προσωπική μου πουτάνα.
Μουσικές από τα παλιά, η Σωτηρία Μπέλλου τα λεει βάρια, μες τα βαθιά μεσάνυχτα, τραγούδι από τα πρώτα της, δίσκος προορισμένος για γραμμόφωνο, όλα περνούν και χάνονται μόνο με το χασίσι, , και από κέντα βρίσκω ένα 45αρη της Μπίλι Χολιντέυ κάτι για της Κυριακές που είναι ματωμένες. Προχωράω όσο πιο αργά μπορώ, δεν με χωράει ο τόπος τα αυτοκίνητα μου προκαλούν αηδία, επιμένω ακόμα με τα πόδια, όσο προχωρούν οι ώρες τόσο ποιο κοντά έρχομαι σ’ ένα σε μια γλυκιά μαστούρα, το χόρτο είναι σύρμα, η ώρα περνά, η διάθεση πέφτει, έχω φτάσει Θησείο επιστροφή στην κανόνικη ζωή στους κανόνικούς ρυθμούς βόλτα τέλος…

Η γυναίκα ιδέα

Στην Λία μνήμη πολύτιμη
Υπεράνω φαντασίας…

Ο γυάλινος κώδων σου δεν θα ακουστεί ποτέ σε κανενός καμένου ή όχι το αφτί. Μη φοβάσαι. Και το όνομα σου δεν θα μπει πότε σε λίστες ψυχοφραμακολογίας. Θα τα παίρνω πάντα εγώ. Εσύ μείνε όπως είσαι. Με αυτό το μάτι καρφίτσα να τρυπάει αιχμηρά τις συνειδήσεις αυτών που δεν τόλμήσαν και αυτών πού δεν είναι σαν και εσένα. Παίχτης. Πόνταρες τα πάντα, όχι με το γνωστό από την πλευρά του εξασφαλισμένου από το κοινωνικό γιγνέσθαι ανθρώπου. Άνοιξες σαν τον Χαξλέυ της Πόρτες της ενόρασης για την ανύψωση του προς το ουράνιο. Και από εκεί, από το απροσδιόριστο μπλέ, που ο Ελύτης λεει, ότι το ξόδεψε ο θεούλης για να μην δούμε την φάτσα του, έπιασες τι ακριβώς εννοούσε ο Χειμωνάς λέγοντας ότι ο Ποιητής κινδυνεύει από τους αγαπημένους του. Αυτούς που στην σχετικά μηδαμινή ζωούλα σου τους απομάκρυνες εγκαίρως ή ακριβέστερα και μεγάλη σου μαγκιά -θέλει αρχίδια για να το κάνεις-, δεν τους άφησες να σε αγγίζουν πότε. Δεν εννοώ σωματικά, που είμαι σίγουρος, ότι θα αντιδρούσες σαν να σε χτυπούσε ηλεκτροφόρο καλώδιο δισεκατομμυρίων βολτ, στο συναίσθημα κυρίως που παρόλο που ξεχειλίζεις έχεις μια καταπληκτική ικανότητα (και αυτό το λεει και στα δοκίμια του ο Χειμώνας) να διαβάζεις και ν’ αποδικοποιείς ανάμεσά τους τις λέξεις την αξία της σιωπής να ξεχωρίζεις την αφασική από την ψυχοσική γραφή και ομιλία με ικανότητα διδακτορικού στην εμπειρία της νευροψυχολογίας που ακόμα και διδάκτορες πανεπιστήμιων μόνο θεωρητικά μπορούν να εξηγήσουν. Και δεν χαλάστηκες όταν σου είπα να προτιμάς από το ετοιμοπαράδοτο καλό το υπό κατασκευή κακό, μόνο και μόνο να είσαι εσύ ο κυρίαρχος και ο κουμανταδόρος του παιχνιδιού, πολύ καιρό πριν διαβάσεις Μπωντλαίρ, ότι η ομορφιά αν είναι αμιγώς εξωτερική είναι επιδερμική και είναι για γαμωσταυρίδια κατά Ρεμπώ εκδοχή που είναι και η πιο προσφιλή στους ανθρώπους χωρίς άλλοθι, ότι ο ζωγράφος πάντα είναι ένας από τους αυτόχειρες της κοινωνίας, ο σκηνοθέτης πάντα κάνει την ίδια ταινία με διαφορετικές προσεγγίσεις κάθε φόρα, ο Αντρέι Ταρκόφσκι είναι ο μόνος νοσταλγός του παραδείσου, ότι ηθικό και ανήθικο στον Ερώτα δεν υπάρχει, ότι το παιχνίδι της περιπλάνήσης δεν υπάρχει αναγκαστικά στο διάβα σου, αν και σου εύχομαι να είσαι μια αλήτισσα στο συναίσθημα σου, θυμήσου το «αλητείας ωδή» του Γιάγκου Ανδρεάδη στις θρυλικές επόχες του 7Χ, ότι η μέθη χωρίς σκέψη είναι σπατάλη δυνάμέων και αντοχών, τα νηπενθή το μόνο παυσόδυνο που κοινωνούν το πόνο… ακόμα και αυτό που γέννα η έλλειψη και ή απουσία. Ότι τα μόνα πράγματα που μετράν στην βαριά λογοτεχνία είναι ο Έρωτας και ο Θάνατος και άλλα πολλά που αξία δεν έχουν .
Σε ευχαριστώ, χωρίς εσένα δεν θα μπορούσα να καταλάβω τι εννοούσε ο Φιλύρας στο Θεατρίνο Της Ζωής με την φράση του … Και τον πήρε ο ύπνος σαν να τον έπαίρνε ο θάνατος… Ότι η χείριστη μορφή αυτοκτονίας δεν είναι –όπως πίστευα για χρόνια- η ψυχολογική αλλά η πνευματική. Ότι η μαγκιά δεν είναι μουστάκια αλλά ειλικρίνεια και λόγος και ότι η πραγματική ελευθέρια των παιδιών αρχίζει από το βαθμό που έχουν σκοτώσει μέσα τους την εξάρτηση από τους γονείς του, που μεγαλύτερος νταβατζής στην ζωή ενός ανθρώπου από την αγία (γαμημένη οικογένεια) δεν υπάρχει.
Το ιερατείο του ύπνου και δια των ονείρων καύσεις των αιρετικών της νύχτας. Η ντάγκλες σου από εδώ και πέρα.

Νίκος Λέκκας