
Eκδόσεις ΕΝΔΥΜΙΩΝ
ΑΘΗΝΑ 2005
ΜΙΚΡΟ ΑΝΘΟΣ ΑΣΤΕΡΑΣ
Ο πνιγμένος οδηγός του φορτηγού της μπύρας
κουβαλήθηκε πάνω στο τραπέζι.
Κάποιος του είχε βάλει ανάμεσα στα δόντια
ένα λιλά φωτοσκιασμένο άνθος αστέρα.
Όταν του τράβηξα τον ουρανίσκο και τη γλώσσα
από το στήθος με μακρύ νυστέρι
κάτω απʼ το δέρμα θα πρέπει να το σκούντησα
γιατί το άνθος γλίστρησε στο διπλανό εγκέφαλο.
Το φύλαξα στο θώρακα
μέσα στα πριονίδια όταν το έραβαν.
Πιές να χορτάσεις στο ανθοδοχείο σου!
Αναπαύσου εν ειρήνη
Μικρέ Αστέρα!
ΟΜΟΡΦΗ ΝΕΟΤΗΣ
Το στόμα ενός κοριτσιού που για πολύ καιρό
βρισκότανε ανάμεσα στα βούρλα
έμοιαζε τόσο ροκανισμένο.
Όταν της έσπασαν το στήθος
ο οισοφάγος ήταν κατατρυπημένος.
Στο τέλος σε μια πέργκολα κάτω από το διάφραγμα
βρέθηκε μια φωλιά νεαρών αρουραίων.
Ένα αδελφάκι κείτονταν νεκρό.
Τα άλλα τρέφονταν από τα νεφρά και το συκώτι,
πίναν το παγωμένο αίμα και είχαν περάσει εδώ
μιαν όμορφη νεότητα.
Όμορφος και γοργός ήρθε κι ο θάνατος:
τα ρίξαν στο νερό.
Α!, πως τσιρίζαν τα μικρά μουσούδια!
ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ
Το πίσω δόντι από μια πόρνη
που πέθανε ανώνυμη
είχε μία κορώνα από χρυσό.
Τα άλλα δόντια είχαν ήδη αφανιστεί
σαν από συμφωνία σιωπηλή.
Ο νεκροθάφτης το έβγαλε έξω μʼ ένα χτύπημα,
το ενεχυρίασε κι έφυγε για χορό.
Γιατί, έλεγε,
Μόνον ο χους εις χουν μέλλει απελεύσει.
Η ΕΡΩΜΕΝΗ ΤΟΥ ΝΕΓΡΟΥ
Ριγμένος πάνω σε μαξιλάρια με αίμα μαύρο
ξάπλωνε ο ξανθός λαιμός μίας λευκής γυναίκας.
Ό ήλιος έδινε λάμψη στα μαλλιά της
κι έγλειφε από πάνω ως κάτω τους λευκούς μηρούς της,
και γονάτιζε γύρω από τα πια μαυρισμένα στήθη της,
τα ακόμη ανέγγιχτα από βίτσια κι από γέννες.
Δίπλα της ένας νέγρος: η οπλή ενός αλόγου
του είχε σπάσει μέτωπο και μάτια. Με τα δυό δάχτυλα
από το βρώμικο αριστερό του πόδι
τρυπούσε το μικρό λευκό αυτί της.
Μα εκείνη αναπαυόταν και κοιμότανε σαν ερωμένη:
σʼ ένα άγγιγμα ευτυχίας πρώτου έρωτα
και σαν λιγάκι πριν την απογείωση
σε ουράνια ταξίδια του ζεστού νεανικού αίματός της.
Μέχρι που
βύθισα το νυστέρι στο λευκό λαιμό της
και μια ποδιά ολοπόρφυρη από νεκρό αίμα
την κάλυψε ως τους γοφούς.
REQVIEM
Δυο σε κάθε τραπέζι. Άντρες και γυναίκες
σταυρωτά. Κοντά, γυμνοί, και όμως δίχως πόνο.
Το κρανίο ανοιχτό. Το στήθος χωρισμένο. Τα σώματα
αναπαράγονται για τελευταία φορά.
Καθένας τους γεμίζει τρεις λεκάνες:
απʼ τον εγκέφαλο ως τους όρχεις.
Ό οίκος του Θεού και η φωλιά του δαίμονα
τώρα στήθος με στήθος μες στο βάθος του κουβά
περιγελούνε Γολγοθά και προπατορικό αμάρτημα.
Τα υπόλοιπα στα φέρετρα. Όλα καινούριες γέννες:
πόδι αντρικό, παιδικό στήθος, γυναικεία μαλλιά.
Είδα αυτό που αναπαρήγαγαν, δυο που συνουσιάζονταν μια μέρα,
να κείται εδώ, σαν να είχε βγει από μητρική κοιλιά.
ΠΤΕΡΥΓΑ ΤΟΚΕΤΩΝ
Του Βερολίνου οι πιο φτωχές γυναίκες
-δέκα και τρία παιδιά σʼ ενάμισι δωμάτιο,
πόρνες φυλακισμένες και απόκληρες-
σφίγγουν εδώ τα κορμιά τους και στενάζουν.
Σε κανέναν τόπο δεν στενάζουν τόσο.
Σε κανέναν τόπο δεν μετράει τόσο λίγο
ο πόνος και το να υποφέρεις,
γιατί εδώ πάντα υπάρχει κάποιος που κραυγάζει.
«Σπρώξτε, κυρία! Καταλάβατε! Ναι!
Εδώ δεν ήρθατε για διασκέδαση.
Μην το αργείτε, το λοιπόν, το πράγμα.
Ακόμη και να βγούνε περιττώματα απʼ τις σπρωξιές!
Δεν είστε για ξεκούραση εδώ!
Δε βγαίνει μόνο του. Θέλει λίγη βοήθεια!»
Στο τέλος βγαίνει: μικρό και μελανό.
Ούρα και κόπρανα που το μυρώνουν.
Από έντεκα κρεβάτια με δάκρυα και αίμα
οι στεναγμοί το χαιρετούν.
Μονάχα από δυο μάτια ανεβαίνει
μια χορωδία από αγαλλίαση στον ουρανό.
Από αυτό το μικρό κομμάτι σάρκας
θα περάσουν όλα: η απόγνωση κι η ευτυχία.
Και σαν μια μέρα πεθάνει βυθισμένο
μέσα σε ρόγχο και πόνους αφόρητους
δώδεκα άλλα θα κοιμούνται στην ίδια αυτή πτέρυγα.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Όλα εντάξει κι έτοιμα για την τομή.
Καπνίζουν τα νυστέρια. Η κοιλιά σημειωμένη.
Κάτω από τα λευκά πανιά υπάρχει κάτι που στενάζει.
«Κύριε καθηγητά, όλα είνʼ έτοιμα»
Πρώτη τομή. Σαν να κοβότανε ψωμί.
«Λαβίδες». Κάτι πορφυρό αναβλύζει.
Πιο βαθιά. Οι μυς: υγροί, λάμποντες, δροσεροί.
Ένα μπουκέτο με τριαντάφυλλα επάνω στο τραπέζι;
Πύον είναι αυτό που πετάγεται;
Έχουνε κόψει το έντερο;
« Γιατρέ, αν στέκεστε κόντρα στο φως,
ούτε ο διάβολος δεν μπορεί να δει το διάφραγμα.
Αναισθησία, δε μπορώ να χειρουργήσω,
ο άνθρωπος πάει περίπατο με το στομάχι του».
Σιωπή, βαριά, υγρή. Μες στο κενό
ένα ψαλίδι ντιντινίζοντας στο πάτωμα.
Και η νοσοκόμα αγγελική
προσφέρει αποστειρωμένα τα σεντόνια.
«Δεν μπορώ να βρω τίποτα σʼ αυτή τη βρωμιά!»
«Αίμα μαυρίζει, βγάλτε μου τη μάσκα!»
«Μα για το Θεό, αγαπητέ μου,
σφίξτε αυτές τις φτέρνες!».
Όλα σε παραμόρφωση. Τελικά εδώ είναι!
Το πυρωμένο σίδερο, αδελφή. Ένα τσιτσίρισμα.
Τη φορά αυτή είχες τύχη, παιδί μου.
Το πράγμα ήταν έτοιμο να σπάσει.
«Βλέπετε το μικρό πράσινα λεκέ;
Τρεις ώρες και το στομάχι γέμιζε με κόπρανα».
Κοιλιά κλεισμένη. Δέρμα ραμμένο. «Λευκοπλάστη εδώ!
Καλή σας μέρα κύριοι»
Η αίθουσα άδειαζε.
Φουριόζος καστανός και τρίζοντας τα δόντια
ο θάνατος γλιστράει στην πτέρυγα των καρκινοπαθών.
ΑΝΔΡΑΣ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΑ ΒΑΔΙΖΟΥΝ
ΣΤΗΝ ΠΤΕΡΥΓΑ ΤΩΝ ΚΑΡΚΙΝΟΠΑΘΩΝ
Ο άντρας:
Στη σειρά αυτή κοιλιές κατεστραμμένες
σʼ αυτή την άλλη τα κατεστραμμένα στήθη.
Κρεβάτια μολυσμένα δίπλα δίπλα. Οι νοσοκόμες
περιφέρονται ανά ώρα.
Έλα, σήκωσε δίχως φόβο την κουβέρτα.
Κοίτα, αυτή η άμορφη μάζα λίπους και σάπιων χυμών,
κάποτε ήτανε σημαντική για έναν άντρα
κι ονομαζότανε επίσης πατρίδα και ντελίριο.
Έλα, κοίταξε τις ουλές αυτές στο στήθος.
Νιώθεις το κομπολόι από μαλακούς ρόζους;
Άγγιξε χωρίς φόβο. Η σάρκα μαλακή και δεν πονάει.
Αυτή η γυναίκα αιμορραγεί σα να ʽχε τριάντα σώματα.
Κανένα ον ανθρώπινο δεν έχει τόσο αίμα. Σʼ αυτήνε
πρώτα έκοψαν ένα μωρό απʼ την άρρωστη κοιλιά.
Τους αφήνουν να κοιμούνται. Μέρα νύχτα. –Στους καινούριους
λένε: εδώ ο ύπνος είναι θεραπευτικός. Μόνο τις Κυριακές,
για επισκέψεις, τους αφήνουν λιγάκι ξυπνητούς.
Λίγο είναι το ψωμί που ακόμα τρώνε. Τα χέρια τους
είναι πληγές γεμάτα. Βλέπεις τις μύγες. Φορές
τους πλένει κάποια νοσοκόμα. Όπως πλένεις τους πάγκους.
Εδώ φουσκώνει γύρω από κάθε κρεβάτι χώμα.
Σάρκα που γίνεται λιβάδι. Φωτιά χάνεται.
Χυμός που ετοιμάζεται να τρέξει. Χώμα που καλεί.
ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ
824: ζωή και έρωτας των γυναικών.
Ε1 το βιολοντσέλο πίνει μια γουλιά. Το φλάουτο
ρεύεται βαθιά τρία διαστήματα: το ωραίο δείπνο.
Ε1 το ταμπούρλο τελειώνει την ανάγνωση μιας
αστυνομικής νουβέλας.
Πράσινα δόντια, στο πρόσωπο σπυριά
κάνει σήμα σʼ ένα πρήξιμο στα βλέφαρο.
Λίπος στα μαλλιά
Του μιλάει μʼ ολάνοιχτο στόμα με αμυγδαλές.
Πίστη, αγάπη, ελπίδα γύρω απʼ το λαιμό.
Νεαρή βρογχοκήλη επιθυμεί διακαώς δυό όγκους.
Την κερνάει τρεις μπύρες.
Ψύχωσις αγοράζει γαρίφαλα.
Να μαλακώσει το διπλό πηγούνι.
Μπεμόλ- μενόρ: η Σονάτα Ν 35.
Δυο μάτια ρίχνουν μια κραυγή:
Μη χύνετε το αίμα του Σοπέν στην αίθουσα,
για να το κατουράει ο συρφετός!
Φτάνει! Ε, Γκιγκί!-
Η πόρτα ξεχειλίζει: μια γυναίκα.
Έρημος απανθρακωμένη. Καφέ χαναανίτικο.
Παρθένος. Γέμει από σπηλιές. Ζυγώνει ένʼ άρωμα.
Λίγο άρωμα.
Είναι μονάχα μια γλυκιά προεξοχή του αέρα
ενάντια στον εγκέφαλό μου.
Μία παχυσαρκία ακολουθεί με κοντά βηματάκια.
ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΝΑ
Το βιβλίο
«Όταν έγραψα το Morgue …ήταν νύχτα, ζούσα στα βορειοδυτικά του Βερολίνου και είχα ένα μάθημα ανατομίας στο νοσοκομείο του Moabiter: Ήταν ένας κύκλος από έξη ποιήματα που προέκυψαν όλα την ίδια ώρα, που ανάβλυσαν ξαφνικά, που έφτασαν: λίγο πριν δεν υπήρχε τίποτα από αυτά• όταν τέλειωσε αυτός ο λήθαργος, ήμουν άδειος, πεινασμένος, τρεκλίζων: αναδυόμουν ξανά με δυσκολία από τη μεγάλη εξάντληση.»
Γκότφριντ Μπένν
(από την αυτοβιογραφία του)
Ο Γκότφριντ Μπενν (1886-1965) δημοσίευσε το Μάρτιο του 1912 το μικρό βιβλίο Morgue και άλλα ποιήματα, με τα εννιά ποιήματα που αποδίδουμε εδώ, στις εκδόσεις του ποιητή Άλφρεντ Ρίτσαρντ Μέγιερ. Η έκδοση από 500 αντίτυπα εξαντλήθηκε σε μια βδομάδα, προκαλώντας ένα από τα πιο βίαια σκάνδαλα στην ιστορία της Γερμανικής λογοτεχνίας. Οι επικριτές το είδαν σαν το τέλος του λυρισμού. Οι φίλοι σαν το πέρασμα της ποίησης στην νεοτερικότητα. Αργότερα, το 1916, το βιβλίο απαγορεύτηκε.
Το περιεχόμενο του βιβλίου αναμιγνύει θέματα γκροτέσκα και μακάβρια παρμένα από την ιατρική πρακτική με στερεότυπα λυρικών φράσεων. Η παρουσίαση της σαρκικής φθοράς με έναν τρόπο ψυχρό, “κλινική ματιά” το είπαν, και η ανάμιξη στοιχείων του τρομερού με το ωραίο και του καταραμένου με το υψηλό έκαναν το βιβλιαράκι ένα από τα πιο σημαντικά της γερμανικής ποίησης στον αιώνα μας.
Συνήθως το αποδίδουν στο κίνημα του γερμανικού εξπρεσιονισμού, αν και σήμερα φαίνεται μάλλον να ψυχανεμίζεται το τεράστιο σφαγείο που υπήρξε η Γερμανία στον αιώνα που πέρασε.
Μεταφραστικά
Χρωστώ ευχαριστίες στον νεαρό γερμανομαθή Άγγελο Παπαματθαίου, που η βοήθειά του έδωσε, σιγουριά στην απόδοση των ποιημάτων.
Ωρισμένως τα ποιήματα εκφράζουν αισθήματα ενός ανέργου υπό τη διακυβέρνηση μιας συμμορίας «σοσιαλιστικής» προέλευσης.









