ΘΕΡΜΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ
Σταμάτησαν στην άκρη του παραλιακού δρόμου. Κατέβηκαν απο τη ράχη της θηριώδους μηχανής. Ο ήλιος έκαιγε και μεθούσε. Ο ήλιος αρκούσε. Άρχισαν να μαλώνουν. Ήταν καλοκαίρι και ένα όμορφο ζευγάρι ήταν. Γυμνασμένα σώματα αθλητικά.
Η γλώσσα του στόματος έδειχνε ένταση υφέρποντος καννιβαλισμού. Το αίμα στη σωστή θερμοκρασία. Έβραζε. Πικρά –ίσως και νόστιμα- λόγια. Άγρια βλέμματα. Ένα αρπακτικό σφιχταγκάλιασμα, βρώση και πόση φιλιών και τέλος, μια οργιαστική συνουσία. Μέχρι θανάτου. Υποθετικό τελευταίο επεισόδιο σε μια μικρή Ιστορία της Βίας.
Όμως ανάμεσα σε τόσους ανθρώπους, στην άκρη ενός παραλιακού μα πολυσύχναστου δρόμου, η ιστορία δεν εδύνατο να εκτυλιχθεί τόσο φυσικά και αβίαστα… Υπάρχει και η Αιδώς βλέπετε…
Οι φωνές έμειναν χαμηλά. Έντεχνη κακία στην άκρη της πόλης. Ο χειρουργός μέσα τους, έσφαζε με το μπαμπάκι.
Κάτι τελευταίο είπε η γυναίκα και άρχισε να απομακρύνεται. Ο τελευταίος λόγος και η απομάκρυνση ανήκαν στην γυναίκα.
Και η γυναίκα πέρασε το δρόμο απέναντι και κατέβηκε στα αρχαία βράχια, δίπλα στο πέλαγος. Θυμωμένη, διψασμένη και ανεκπλήρωτη απο το σαστισμένο άντρα που πήρε τη μηχανή του να την παρκάρει λίγο πιο κάτω. Παρακολουθώντας διακριτικά προς τα πού κατευθύνεται το έτερον ήμισυ…
Η γυναίκα κάθισε και αγαλματώθηκε με ανοιχτά τα πόδια σε ένα ψηλό βραχάκι που έγλυφε τη θάλασσα.
Ο άντρας ήρθε μετά απο λίγο. Στάθηκε όρθιος δίπλα της με το ένα πόδι να στηρίζεται στην πλαγιά του βράχου που καθόταν η κοπέλα. Αμήχανος και σιωπηλός παραστάτης σε μια συνουσία που τον υπερέβαινε. Τα αγάλματα γίναν δύο. Η σκηνή του θεάτρου πάγωσε.
Περιμένωντας υπομονετικά το τέλος της δίψας. Ένα κορεσμό και μια νέα πορεία.
Χειροκρότημα.
ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΗΘΟΠΟΙΟΥ
Πάλι το ίδιο όνειρο.
Είμαι μόνος μου πάνω στη σκηνή. Η σκηνή είναι πολύ μεγάλη για μένα. Οι προβολείς φωτίζουν εκτυφλωτικά το προσκήνιο. Δεν ξέρω αν φταίει η ένταση των προβολέων ή αν επικρατεί ένα τόσο πυκνό σκοτάδι στο θέατρο, πάντως δεν μπορώ ούτε να ακούσω, ούτε να δώ το κοινό.
Στέκομαι στο κέντρο της σκηνής και κοιτάω μπροστά. Ίσως το θέατρο να είναι άδειο σήμερα. Ίσως να είναι γεμάτο, και οι θεατές να με κοιτούν σιωπηλά, να με περιεργάζονται, περιμένωντας να πω κάτι. Η απόλυτη ησυχία με κάνει να πιστεύω στην απουσία κοινού. Και όμως, νοιώθω άπειρα βλέμματα στραμμένα απάνω μου.
Προχωράω λίγο μπροστά, στο χείλος της σκηνής. Σκύβω το κεφάλι και αισθάνομαι έναν απαλό αέρα να μου χαιδεύει το πρόσωπο. Νοιώθω πως είμαι στην άκρη ενός γκρεμού και κοιτάζω το φαράγγι, ή ίσως πως είμαι στα ανοιχτά ενός πελάγους. Σε κάθε περίπτωση, νοιώθω πως είναι νύχτα. Χωρίς αστέρια. Χωρίς φεγγάρι.
Ξαφνικά, βρέθηκα στιγμιαία να κάθομαι στην πλατεία και να με παρακολουθώ. Αυτό ήταν που με τρόμαξε περισσότερο απ ‘όλα. Δεν έπαιζα κάποιο ρόλο. Ήμουν απλά ο εαυτός μου.
Ξύπνησα.
Ήμουν αποφασισμένος να συνεχιστεί αυτή η ιστορία.
Ο ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΣΤΟΝ ΠΕΖΟΔΡΟΜΟ
Ο πολιτικός στάθηκε στη μέση του μεγάλου πεζόδρομου. Κοίταγε τα πρόσωπα των ανθρώπων που περνούσαν. Ένας βιαστικός τριαντάρης. Μια παρέα κοριτσιών, ρίχνουν κλεφτές ματιές και κρυφογελάνε. Ένα ζευγάρι ηλικιωμένων, μέσα στο φως του απογεύματος. Η νύχτα ετοιμάζεται. Μια μητέρα τραβάει το παιδί της. Αυτό κλαίει αλλά δεν ξέρει κανείς για ποιό λόγο. Ένας μοναχικός πενηντάρης, καπνίζει και κοιτάει τον έρωτα απελπισμένα. Παρατηρεί τον έρωτα ανυπόμονα. Σιγά-σιγά, βλέπει τον έρωτα να περνάει απο μπροστά του, στωικά. Για όλους, ετοιμάζεται η νύχτα.
Ο πολιτικός δεν μπόρεσε να κρατηθεί. Έπεσε στα γόνατα και έβαλε τα κλάματα. Την ώρα που έκλαιγε, άκουγε τον κόσμο να περνά απο δίπλα του. Καμμιά διαφορά. Ο κόσμος περνούσε. Το πλήθος συνέχιζε τη ρότα του. Μόνο κάποιοι ψίθυροι έρχονταν στ’ αυτιά του. Κάποιες έκφράσεις έκπληξης και λύπης. Κυρίως απο γυναίκες.
Ο πολιτικός είχε κλείσει τα μάτια του και έκλαιγε. Δεν τον ένοιαζε πια τίποτα. Η εικόνα του εαυτού του, ήταν μια μακρινή ανάμνηση. Δεν ντράπηκε. Δεν φοβήθηκε. Δεν μπόρεσε να ντραπεί ή να φοβηθεί. Ίσως απλά να μην πρόλαβε. Τα συναισθήματα είχαν προλάβει κάθε σκέψη. Εκτός απο την αίσθηση της ύπαρξης όλα τα άλλα ήταν ανόητα.
Εκεί που καθόταν γονατιστός, στη μέση του πεζόδρομου, σαν παράξενο δρώμενο, με το πρόσωπο μέσα στις δυο του παλάμες, απρόσωπος και ημιτελής, κλαίγοντας μπροστά σε κάποιο αόρατο, αρχαίο ιερό, άρχισε να νοιώθει πως κάτι αλλάζει.
Χωρίς να ανοίξει τα μάτια του, έχοντας το πρόσωπο καλυμμένο μέσα στα δακρυσμένα χέρια του, ένοιωσε πως ο ήλιος τον χτύπαγε δυνατά. Σαν μεσημέρι Αυγούστου. Ακτινοβολούσε δυνατά και διαπεραστικά, φτάνοντας οι ηλιαχτίδες μέχρι τον πυρήνα της ψυχής του.
Αισθάνθηκε επίσης να φυσάει. Να φυσάει δυνατά ένα δροσερό αεράκι, που στέγνωσε γρήγορα τα δάκρυα και τον ιδρώτα.
(Περίεργο… Αυγουστιάτικο μεσημέρι με δυνατό αέρα. Κυκλάδες…)
Άνοιξε το μάτια του. Όλος ο κόσμος φιλιόταν αγκαλιασμένος μέσα στο φως.











Γεια σας κ. Μίχο,
“Προσοχή πάντα στα ευρήματα ανανέωσης του λεκτικού.”
Τι εννοείτε ακριβώς σε αυτό το σημείο; Ένα παράδειγμα θα με διευκόλυνε.
Θεωρώ πάντως τα “ευρήματα ανανέωσης του λεκτικού” ως ουσιαστικό στοιχείο κάθε ποίησης. Οπότε, με αυτή τη συλλογιστική, συμπεραίνω πως η προτροπή σας για προσοχή σημαίνει πως είδατε κάποια επικινδυνότητα στο ποιητικό στοιχείο των κειμένων μου. Αν είναι έτσι, τότε πέτυχα το βασικό μου στόχο. 🙂
Αν βαυκαλίζομαι και παρερμηνεύω, παρακαλώ διορθώστε με.
Σας ευχαριστώ για την ενθάρρυνση και το σχόλιό σας.
Θερμή και επεισοδιακή η γραφή του κυρίου Ράπτη, γεμάτη ονειροβασία αλλά και πολιτικό ρεαλισμό. Η υπέρβαση παραμένει το ζητούμενο. Εύχομαι να συνεχίσετε έτσι κύριε Ράπτη.
Σας ευχαριστώ πολύ κύριε Σερίφη.
Σε εποχές σαν αυτήν που ζούμε, της μαζικότητας της υποκουλτούρας , των “σκουπιδιών”, ειναι ελπιδοφόρο να υπαρχουν νέοι σαν τον Νίκο, που ακόμα σκέφτονται και νιώθουν..σ’ευχαριστούμε Νίκο συνέχισε ετσι, μην αλλάξεις…