`
Αγαλματοποιός
Γεννήθηκε με χάρισμα
σμιλέματος
και τράφηκε με γάλα
απʼ τους μαστούς της Ερατώς
και της λύρας.
Έπλαθε αγάλματα.
Ιδέες θεϊκές
μαρμάρινο πάθος
όλο στητές καμπύλες
αιχμές πολεμικές
ορμή και σφρίγος
κύματα ουράνια επάνω σε μια πέτρα.
Αγαλματοποιούσε
με μούσα την Πενία
κι έμοιαζʼ η Ερατώ
σαν να ʽταν Μελπομένη.
Στα είδωλα αυτά
έλειπε η πνοή
του δημιουργού.
*
Ο Ασκός του Αιόλου
Οι μέρες της ύψιστης δόξας
έκαναν τον κύκλο τους
και η πόλη βυθίστηκε στο σκότος.
Όλοι ούρλιαζαν για θεούς και Σόδομα
και Γόμορρα και αμαρτίες.
Μα έφταιγαν τα θεμέλια
τα ευσεισμικά.
Δεν άντεξε η γη τον πρώτο τον σεισμό.
Κατέρρευσε, κομμάτι – κομμάτι,
όνειρο – όνειρο,
βρυχούνταν τα θηρία από μέρες.
Κι ήρθε μια μούσα και τραγούδησε
το άνυδρο τοπίο,
της ερήμου την άκρα την σιγή.
Τώρα αναμένουμε,
να έρθει ένας άνεμος
– κι είναι σφιχτά δεμένος ο ασκός του Αιόλου –
με το σφυρί και την σκαπάνη
κόκκο – κόκκο να λυτρώσει την άμμο και τη σκόνη,
να δούμε τι ήμασταν, τι γίναμε,
τι χάσαμε,
νʼ αποκαλυφθούν τα ερείπια,
να θρηνήσουμε, να γιορτάσουμε.
Μα ο ασκός του Αιόλου είναι σφιχτά δεμένος.
`
*
Ναυάγιο
Έβγαλα την εικόνα σου απʼ το μυαλό μου
και την κρέμασα στον τοίχο της ψυχής μου.
Κατά τη μετακόμιση εφθάρθηκες λιγάκι,
γέμισε η εικόνα σου αίματα και θραύσματα ο νους μου.
Ο τοίχος άδειος και μουντός,
όλο ρωγμές χαλάσματα.
Μα αντέχει ακόμη να σε συγκρατεί.
Το κοράκι πάντα χάνεται στο μελανό της νύχτας.
Η βροχή που ορμά από τις τρύπες της σκεπής
– θυμάσαι πόσο κόπιασες να με σκεπάσεις; –
σε αλλοιώνει.
Τα δάκρυα επίσης.
Μετά την καταιγίδα βγαίνω έξω.
Ψάχνω το άρωμά σου στο χώμα το νωπό,
στα γιασεμιά, ενίοτε στις ανεμώνες.
Αφού συνέχεια ναυαγείς σε θάλασσες φθοράς,
ας έχω μόνον αυτό.
`
*
Η Άνοιξη
Στις χειμερίες νάρκες
εκρήγνυται η αυλαία
σκορπάει ροδοπέταλα
νεκρά ματοβαμμένα.
Και ξεπροβάλλεις, Άνοιξη
τραγική μου τυχοδιώκτρια
με οδυρμούς ως Μήδεια.
Αθρήνητη θα πας.
Τα πεθαμένα χελιδόνια
σάπια μου λένε «πρόσεχε
φοίνικες δεν υπάρχουν».
Όσο και να θρηνείς επί σκηνής
– το θέατρο είναι άδειο –
στο λαιμό θα σου περάσω τη θηλιά.
Ένα δειλό θα σε πνίξω δειλινό
μες στα κύματα και τα νανουρίσματα
με το γράμμα της αυτοκτονίας μου
σφιχτά μες στη γροθιά σου.











Μου άρεσαν! Μπράβο!
όσο για το “φοίνικες δεν υπάρχουν”
λέω ”κολχίδα δεν υπάρχει πια” όπως λέει ο Αλκης Αλκαίος σ’ ένα τραγούδι
Αναμένοντας τον άνεμο και την άνοιξη λοιπόν
αμήν
Ο Νίκος Τσουκαλάς είναι μεγάλος ποιητής και γεννημένος να γίνει ποιητής. Ποιήματα εντελώς “γυμνά” εκτεθειμένα στη παγωνιά της μοναξιάς. είναι ποιήματα με βάθος και μοιάζουν να προέρχονται από δημιουργό που ξέρει να μεταποιεί τον πόνο σε χρυσάφι.
Ποιητής με πένα φτερό και πένα λεπίδι.Διακρίνει το ναυάγιο.Είναι η βάρκα του ή μήπως το πλοίο μας;Στο αμπάρι ή στο κατάστρωμα , δεν έχει σημασία.Το καταγράφει ,το ζει και πενθεί γι αυτό.Αναμένει όμως τους καθαρτήριους ασκούς του Αιόλου .Κι εμείς μπορούμε να αναμένουμε από αυτόν, να κόψει με τη γραφίδα του τον σφιχτοδεμένο Γόρδιο δεσμό των Ασκών .Υπάρχει ελπίδα.Δόξα σοι…