
«Γυναίκα
Πόσο θερμή επιδερμίδα
Κρύβει»
Κυρία Ντεν Σουτέτζο
Μάθημα αισθητικής δεοντολογίας. Η ποίηση, το απόλυτο πεδίο της συμβολικής συμπεριφοράς.« Απʼ όσα παρατηρούμε, τίποτε δεν υπάρχει που να μην είναι άνθος, από όσα μας μαρτυρούν οι αισθήσεις μας, τίποτε δεν υπάρχει που να μην είναι σελήνη. Βάρβαροι είναι αυτοί που δεν ξεχωρίζουν το λουλούδι εντός των πραγμάτων »: επιστροφή στο Τόκυο, τον χειμώνα που μας πέρασε, άλλη μια φορά να ακούσω να μου διαβάσουν ποιήματα και αποσπάσματα από τα ταξιδιωτικά έργα του γερό – Μουνεφούσα, που έγινε βέβαια ευρύτατα γνωστός ως Μάτσουο Μπασό, στη γλώσσα του. Έρχομαι εδώ να αποστηθίσω νέα τοπία, να μελετήσω παραστάσεις της καθημερινότητας, να μείνω σε συγγενείς, να δω ξανά και ξανά φίλους Γιαπωνέζους, που γνώρισα στη Νέα Υόρκη, στις αρχές της δεκαετίας του ʼ80. Συμφοιτητές μου τότε στο μεταπτυχιακό τμήμα της Σχολής Διεθνών και Δημοσίων Σχέσεων του Πανεπιστημίου Κολούμπια, τώρα στελέχη του ιδιωτικού τομέα, επιμελητές εκδόσεων, διευθυντές πατρικών επιχειρήσεων.
Είναι όπως τότε, διαθέσιμοι, έτοιμοι να οργανώσουν τη μύησή μου τόσο στις συχνά απροσδόκητες απολαύσεις της νύχτας στη δαιδαλώδη πρωτεύουσα, όσο και στην παραδοσιακή τέχνη της πατρίδας τους, ιδίως στις χρήσεις και στη σκοπιμότητα του χαϊκού σήμερα. Κάτι που ξέρουν ότι από παλιά με ενδιέφερε ιδιαίτερα. Πόσες φορές δεν είχαμε κάτσει σε καφετέριες μετά το μάθημα για να συγκρίνουμε πρόσφατες μεταφράσεις στα αγγλικά αυτών των επιγραμματικών αποδόσεων της στιγμιαίας αιωνιότητας.
Άλλες αποσπούσαν αμέσως τις επιδοκιμασίες τους, ενώ άλλες τους έκαναν να αναρωτιούνται αν οι μεταφραστές ελευθερίαζαν, ή απλώς αυτοπαγιδευόντουσαν π. χ. στην προσπάθειά τους να αποδώσουν τη βουτιά του διάσημου βατράχου του Μπασό στη λιμνούλα. «Στη λιμνούλα του μηδενός, στη λίμνη του Central Park του Μανχάταν», όπως επέμενε να τονίζει πάντα, θυμάμαι, με έμφαση ο ίδιος φίλος.
Κάθε φορά που φτάνω στο Τόκιο, που επί λέξει σημαίνει
« Ανατολική πρωτεύουσα », αφήνω σʼ εκείνους την πρωτοβουλία να προγραμματίσουν την έκπληξη. Τους έχω ασφαλώς τυφλή εμπιστοσύνη. Είναι ατσίδες. Σαν τους μάστορες της ανθοδετικής τέχνης, της ικεμπάνα, που ένα φυλλαράκι χρυσάνθεμου μπορούν να το κάνουν άνετα, μέσα σε λίγα λεπτά, να μοιάζει με μικρογραφία του βουνού Φούτζι την άνοιξη.
Προνόμιο, αναμφισβήτητα: να περπατώ και πάλι μαζί τους στην ασπαίρουσα γη του Πωλ Κλωντέλ:« Η Ιαπωνία / σαν ένα μακρύ / Κότο / ανατριχιάζει ολόκληρη / κάτω απ ΄ τα δάχτυλα / του Ανατέλλοντος Ηλίου ».
Προηγείται η καθιερωμένη περιπλάνηση στα περιώνυμα κέντρα της καταναλωτικής ενδοχώρας, Σιντζούκου, Σιμπούγια και μετά Ομοτεσάντο. Τρεις περιοχές, τρεις στίχοι ενός χαϊκού. Η προοδευτική μου εξοικείωση με το Τόκιο είναι εν τέλει ευθέως ανάλογη με εκείνη που βιώνω ερχόμενος σε τακτική επαφή με την άδολη, εναργή, ελλειπτική κι άλλο τόσο καθηλωτική ποιητική του Κομπαγιάσι Γιατάρο, δηλαδή του αρχιμάστορα ʽΙσσα, που μας έμαθε με τα ποιήματά του να βλέπουμε τις μύγες και τους Βούδες ως ισότιμους πολίτες της ίδιας κειμενικής τάξης.
Επισημαίνω εδώ την προσφορά των επιμόνων και διεξοδικών μεταφραστών μας, του Γιώργου Μπλάνα και του Γιώργου Μπρουνιά, που με τις επιτυχείς προσπάθειές τους να γυρίσουν στη γλώσσα μας αυτά τα επιτεύγματα της ρηματικής κομψότητας και της σπάνιας αισθητικής ολοκλήρωσης, μας φέρνουν κοντά στις ρίζες της καλλιτεχνικής δημιουργίας, όπως την αντελήφθησαν και την εμπέδωσαν στην στιχουργική πράξη, αφιερώνοντας μάλιστα σʼ αυτήν την ίδια τους τη ζωή, οι μύστες της οριακής αφαίρεσης. Το ότι μάλιστα οι προαναφερόμενοι μεταφραστές συμπαρατάσσουν από συστηματική αβρότητα τις ιαπωνικές, αμιγώς εικαστικές, αυτές γραφές δίπλα, ή κάτω από τα ελληνικά ισότιμά τους, προσδίδει αν μη τι άλλο στο όλο εγχείρημα μια οπτική απόλαυση πρώτης τάξεως.
Σταματήσαμε σ΄ ένα βιβλιοπωλείο. Ένα τμήμα του πρότεινε μόνο δεκάδες συλλογές χαϊκού, αλλά και περιοδικά αποκλειστικά αφιερωμένα στο είδος αυτό. « Αυτό άνοιξε τώρα. Κι έχει μεγαλύτερη ποικιλία εκδόσεων χαϊκού από κάποια άλλα σʼ αυτή την περιοχή. Δεν είναι περίεργο – είναι παρήγορο. Ευτυχώς είναι μια μόδα, που δεν παλιώνει ποτέ. Με τα χαϊκού μαθαίνουμε ό, τι η άλλη λογοτεχνία θέλει να δείξει και συνήθως δεν μπορεί- δεν υπερβάλλουμε », έσπευσαν να με βεβαιώσουν οι συνοδοί μου. Με είχαν τόσο καλά μάθει πια, ώστε είχαν αρχίσει να μαντεύουν σκέψεις κι απορίες, τις ίδιες μου τις εμμονές δηλαδή, που διαπίστωνα με τη σειρά μου και με εύλογη ευχαρίστηση ότι ήταν και είναι εμμονές εκατομμυρίων συμπατριωτών τους. Το χαϊκού εκφράζει πάνω από όλα την ανάγκη του Γιαπωνέζου να βγει από το πολύ της έννοιας, να απλοποιήσει το είναι και το γίγνεσθαι, να απογυμνώσει την ψευδεπίγραφη είδηση, το απρόσωπο μήνυμα των μέσων μαζικής ενημέρωσης από το λούστρο της σοβαρότητας και να το αποδώσει ως έσχατο σημείο, ως κάτι τι, που απέχει ένα τίποτε από το τίποτε.
Την ομολογία του Πατρίκιου Λευκάδιου Χερν, όπως παρατίθεται σε μια επιστολή του στον φίλο του Έλγουντ Χέντρικ, θα την πάρω βεβαίως στα σοβαρά: « Το Ιερό Φάντασμα των ποιητών δεν ζει στο Τόκυο […] Πρέπει να πάω στις ακρογιαλιές να το ψάξω… ». Σήμερα όμως, εδώ, στις αρτηρίες των πάνδημων ακροτήτων της πρωτεύουσας, θα με κατακλύσει η ανέσπερη μνήμη των τρίστιχων αναθημάτων. Αντιστάθμισμα και πείρα παρελθόντος. Κι αυτό μου αρκεί.
Συνοψίζουμε πίνοντας τις προκαταρκτικές μπύρες. Αν το γιανγκ είναι η ευμάρεια και η φρενίτις για την ευμάρεια, τότε το σύγχρονο χαϊκού και οι πρόγονοί του είναι το αναπόφευκτο, το απαραίτητο συστατικό του διαλεκτικού του ισόποσου, του ζωοποιού γιν. Το αντίπαλον δέος, η αντιστροφή των ρόλων: από την εξωστρεφή χλιδή και την προκλητική φωτοχυσία των εμπορικών κέντρων περνάμε στην αναπάντεχη λιτότητα των δέκα επτά στίχων, στην απολυταρχία μιας αυστηρής, φαινομενικά χαλαρής, στενής έκφρασης, που χωράει το δεδομένο παν, το δευτερόλεπτο της σημαίνουσας αίσθησης. Η διάταξη 5 – 7 – 5 είναι η χωροταξία της απαλλαγής από τα επικοινωνιακά δεσμά, από την κληρονομιά μιας αγχώδους ημέρας, από την ανελέητη μέγγενη της αγοράς. Το τρίστιχο αυτό, ανάλαφρο, αν είναι πετυχημένο, σαν την πρωινή δροσούλα, αλλά πάντως μαθηματικά αρχιτεκτονημένο, είναι το μη περαιτέρω της γλωσσικής δίαιτας. Αποτελεί την ακραία αγωγή του λόγου, που μπορεί ενίοτε να σου προσφέρει τα άγια των δικών της αγίων, το περιβόητο δηλαδή σατόρι. Είναι πολύ δύσκολο να το μεταφράσει κανείς. Ανήκει στα χρωμοσώματα της ιαπωνικής σκέψης – πράξης – μη πράξης. Ας το εξισώσω εδώ πρόχειρα με μια περίφραση, ατελή αλλά χρηστική πιστεύω: « άνοιγμα στην υπέρτατη σοφία ». Βρισκόμαστε με άλλα λόγια στις παρυφές του Ζεν.
Η παραδειγματική ετοιμότητα του Κομπαγιάσι Ίσσα. Το στόμα του ξέρει να ξεπλένει σφάλματα και ύβρεις: « Πάψτε τα μιξοκλάματα. Τα έντομα, τʼ αστέρια κι οι εραστές οφείλουν κάποτε να σβήνουν ». Οι σαφέστατες προειδοποιήσεις του: « Μην ξεχνάτε! Ταξιδεύουμε προς την Κόλαση απολαμβάνοντας τη θέα ανθισμένων λουλουδιών ». Στα σκοτεινά κλαράκια κατοικεί ο Εχθρός.
Η παρουσία του ζοφερού προμηνύματος μεταμφιεσμένη στα άσπιλα ανθάκια της παιωνίας. Όχι ένα ακόμη φάντασμα ή μια παραβολική σημασία, αλλά η βεβαιότητα του δαιμονικού σ΄ ένα κιόσκι με χρυσάνθεμα. Η πολυπρόσωπη νύχτα, που με παραμονεύει στο Τόκυο. Η άρρηκτη απειλή, η επισήμανση του επικείμενου ολέθρου. Οι στίχοι επιμένουν: « αυτή η παγωνιά έρχεται από το μέρος του θεού ». Να υπονοείται εδώ το τέλος των βασάνων και των ηδονών μας μέσα στο χάος, που θα αφήσει πίσω της μια μεγάλη σεισμική καταιγίδα; Μάλλον.
Η σαγήνη είναι το μοιραίο χάρισμα του χάι κου. Αυτό πάει να πει ότι επειδή δεν μπορούμε να του δώσουμε κάθε φορά εκείνη τη σημασία που χρειαζόμαστε για να σωθούμε, του παραδινόμαστε.
Η διάδοση του χαϊκού από γενιά σε γενιά πιστοποιεί μʼ άλλα λόγια όχι μόνον την εγγενή ροπή των Γιαπωνέζων να αναχθούν στην απόλυτη ακρίβεια της διατύπωσης, στην τελειομανή διακρίβωση αιτίων και αιτιατών του περιβάλλοντος κόσμου, ό, τι δηλαδή τους οδήγησε μεταπολεμικά στον σχεδιασμό και στην παραγωγή υψηλής τεχνολογίας, αλλά και στο ξεπέρασμα της νεύρωσης που προκαλεί το άγαν, στην οργανική αποβολή του ανείπωτου Τρόμου, που εμπεριέχεται ανέκαθεν στην ύλη. Να γυρίσουμε πίσω μερικούς αιώνες, για τους απαραίτητους διδακτικούς συσχετισμούς, στην άλλη άκρη του πλανήτη, να ακούσουμε τον Γαλιλαίο, το 1623, εικοσιένα ακριβώς χρόνια πριν από τη γέννηση του Μάτσουο Μπασό: « Η φιλοσοφία είναι γραμμένη σʼ αυτό το πολύ μεγάλο βιβλίο που είναι μονίμως ανοικτό μπροστά στα μάτια μας ( εγώ το ονομάζω σύμπαν ), αλλά δεν μπορεί κανείς να το κατανοήσει αν πρώτα δεν μάθει να κατανοεί τη γλώσσα, να γνωρίσει τους χαρακτήρες με τους οποίους είναι γραμμένο. Το βιβλίο αυτό έχει γραφτεί σε μια μαθηματική γλώσσα, και οι χαρακτήρες είναι τρίγωνα, κύκλοι και άλλα γεωμετρικά σχήματα, χωρίς τα οποία είναι αδύνατο να καταλάβει κανείς έστω και μία λέξη∙ χωρίς αυτές είναι σαν να γυρίζεις ματαίως σε έναν σκοτεινό λαβύρινθο ».
Αν ο Γαλιλαίος είδε στη γεωμετρία το κατεξοχήν αλφάβητο – κλειδί, ο Μπασό, παιδί – σοφός του ίδιου αιώνα, το είδε στο τριγωνικό άνθος, στους μίσχους του χαϊκού, στην αριθμητική τελειότητα των δεκαεπτά συλλαβών, στην αρμονική παράταξη των ιδεογραμμάτων. Εκεί που ο άτεγκτος μαθηματικός ορθολογισμός του Ιταλού οριοθετούσε νόμους και ήθη του σύμπαντος, η λεπτολόγος παρατηρητικότητα του Γιαπωνέζου έβλεπε τον μηχανισμό που κινεί τον κόσμο στα γεμάτα φύλλα κλωναράκια του ιβίσκου. Ο μικρόκοσμος μας αρκεί για να μάθουμε τους νόμους της Φύσης. Είναι κάτι που οι σύγχρονοι Γιαπωνέζοι, εκείνοι που θέλουν να σέβονται τον εαυτό τους, έχουν πάντα κατά νου.
Το χάι κου συνιστά την ισχυρότερη απόδειξη αφιλοκέρδειας.
Ο Ίσσα επανέρχεται στο βάθος των φαινομένων και των πράξεών μας: « Μπορεί αυτός ο κόσμος να είναι ένα λάθος, αλλά οι κερασιές ανθίζουν ». Προφανώς οι στίχοι επιχειρούν να απαλύνουν το ψέμα μας. Ως αμετάπειστος φορέας ενός πειστικού πάθους, το χάι κου αποτελεί πρότυπο του βιωμένου ρήματος. Εξωστρακίζοντας ό, τι μας συνδέει με τα λαγούμια των φόβων, παραμένει ακλόνητο στην ειλικρίνειά του. « Στης Κόλασης τις πύλες άνθισαν οι δαμασκηνιές: ΚΛΕΙΣΤΟΝ ». Ναι, ας πούμε ότι κατά βάθος πρόκειται για έναν ένα έντιμο συμβιβασμό. Ίσως πρόσκαιρο. Η αλήθεια είναι όμως ότι κατά βάθος μας ανακουφίζει.
Πήραμε ταξί. Πλησίστιοι, έμπειροι για τα χαϊκού του μεσονυκτίου.










Το χαϊκού, συμπυκνωμένος λόγος που ασπαίρει προς χίλιες δυο κατευθύνσεις.
Κάλλιστα μπορώ να το συγκρίνω με την κρητική μαντινάδα, με τη διαφορά πως η τελευταία έχει δυο στίχους και 16 συλλαβές. Κατά τα λοιπά, μοιάζουν πολύ.
Συγχαρητήρια κύριε Βέη.
Κύριε Ψαραδάκη, η ανταπόκρισή σας είναι σαφώς έγκυρη. Έναν ολόκληρο χρόνο έζησα στις Μουρνιές Χανίων- ήταν το 1979: οι μαντινάδες σας μού είναι ασφαλώς οικείες. Από τότε…
Kύριε Βέη, εξ αφορμής του εξαίρετου κειμένου σας, διερωτώμαι:
Χαϊκού μπορούν να γραφτούν σε όλες τις εποχές και όλες τις γλώσσες;
Εγκαταλείποντας την ακολουθία 5-7-5, εγκαταλείπουμε και τα Χαϊκού;
Τηρώντας την ακολουθία 5-7-5, μένουμε υποχρεωτικώς πιστοί στα Χαϊκού;
Επιτρέψτε μου να αντιγράψω την πρότασή σας:
“Ο μικρόκοσμός μας αρκεί για να μάθουμε τους νόμους της Φύσης”
όχι για άλλο λόγο-μα επειδή συμπύκνωσε πολλά Χαϊκού.
Αγαπητέ κ. Μουζάκη, από όσα έχω μπορέσει να καταλάβω και μέσα από τη σταθερή προσήλωση των Ιαπώνων προς την τέχνη και την τεχνική του Χαϊκού, καταλήγω στα εξής:
1) Τα ποιήματα αυτά είναι σαφώς συνδεδεμένα με τους κύκλους των εποχών. Αν γραφτεί κάτι έξω από αυτήν την τάξη δεν θεωρείται πάντως “παράτυπο”. Ιδίως στους κύκλους των νέων δημιουργών…Οίκοθεν νοείται ότι να απαγγείλω ή να σκεφτώ 1 ή περισσότερα Χαϊκού εκτός του κύκλου των εποχών, “εμβαπτίζω” τα συγκεκριμένα ποιήματα στην καταδική μου λίμνη του υποκειμενισμού, τα ενσωματώνω στο όποιο εγώ μου, τα εγκαθιστώ στην ενδοχώρα μου, όπου “ξαναγράφονται” χωρίς να χάσουν τίποτε από την αλκή των…αυτή είναι και η περιώνυμη χάρις των Χαϊκού, τα οποία από σημασιοσυντακτικό άθλημα-παιχνίδι των ιαπώνων λογίων κατέστησαν φορείς, ικανοί και αναγκαίοι, οικουμενικς ηδονής των εκασταχού εκάστοτε φίλων της αληθινής ποίησης. Το να γράφουμε Χαϊκού στη γλώσσα μας, π. χ, είναι μια γόνιμη άσκηση. Σαν να γράφει δηλαδή σχεδόν αυθεντικά ένας έμπειρος στα περί μέτρων Ιάπων κρητική μαντινάδα ή μανιάτικα μοιρολόγια. Φαντάζει αρκούντως εξωτικό κι από τις δύο πλευρές. Πάντως οι “ανταλλαγές” αυτές φέρνουν κοντά πολιτισμούς. Μπορεί το Χαϊκού να μην το επιδιώκει αυτό per se, αλλά δεν το βλέπω αρνητικό από την πλευρά μου. Το ίδιο ισχύει ασφαλώς και για τα διάσημα εξ ίσου τάνκα.
2)Η στρατηγική των 5-7-5 στίχων είναι σαφώς περιοριστική. Αν βρω δείγμα ετός της γραμμής 5-7-5 θα το καταθέσω ευθύς.
3) Το φιλόξενο “ποιείν” έχει αφιερώσει προσφάτως σελίδες στα Χαϊκού-άλλη μια απόδειξη ότι ο έρωτάς μας γι αυτά δεν λέει να τελειώσει…(ευτυχέστατα, θα πρόσθετα).
4] Τους Ιάπωνες τους προσεγγίζω κατά τις συχνές παραμονές μου στο Τόκιο και όχι μόνον, εξ επαγγέλματος αλλά και για λόγους οικογενειακούς. Περισσότερα για τα εκεί ταξίδια μου ιδέτε στα βιβλία μου ‘Έρωτες τοπίων” (Κέδρος 2007)και “Απο το Τόκιο στο Χαρτούμ”, που θα κυκλοφορήσει τον χειμώνα του 2009, πάλι από τον “Κέδρο”.
[θα επανέλθω βεβαίως…]
erratum: οικουμενικής
Aγαπητέ κ. Βέη,
καταρχάς να σας ευχαριστήσω για την τόσο κατατοπιστική σας απάντηση. Μολονότι ίσως έχετε ήδη απαντήσει, επιθυμώ να αναδιατυπώσω εν των ερωτημάτων μου, προκειμένου να βεβαιωθώ ότι δεν έχω παρανοήσει την τοποθέτησή σας.
Η ευλαβική τήρηση της στρατηγικής 5-7-5 είναι αρκετή ώστε ο νέος δημιουργός-στις προσπάθειες του οποίου αναφερθήκατε και εσείς-να υπερασπιστεί το τρίστιχο πόνημά του ως πλανήτη του σύμπαντος των Xαϊκού;
Πρόκειται ασφαλώς για sine qua non συνθήκη. Οίκοθεν νοείται ότι ΚΑΙ το “πνεύμα” των Χαϊκού πρέπει να τον συνέχει τον ποιητή και μάλιστα εξ ολοκλήρου, μαζί με το περιώνυμο δοτό “γράμμα”, ήτοι 5-7-5, την ώρα της σύνθεσης. Σε διαφορετική περίπτωση θα εχουμε να κάνουμε με έναν τεχνοκράτη των Χαϊκού, αλλά όχι με έναν ποιητή αυτών. Σοφόν το σαφές, που έλεγαν οι παπούδες μας…
Αγαπητέ κ. Μουζάκη, το να μιλάμε-γράφουμε και για τα Χαϊκού δεν είναι μήπως Δωρεά; δεν υπάρχει συνεπώς πρόβλημα χρόνου κ.λπ…άλλα τινά μπορούν να μας περιμένουν, όχι όμως αυτά θαρρώ…
Δωρεά, αγαπητέ κ. Βέη, είναι η ευγένειά σας, την οποία θα καταχραστώ γράφοντας κάποιες σκέψεις μου, ελπίζοντας στο σχόλιό σας.
Η φόρμα καθαυτή των Χαϊκού φρονώ πως επιβάλλει μια συγκεκριμένη στρατηγική ανάπτυξης της έμπνευσης. Είναι σαφές, νομίζω, ότι οι βερμπαλισμοί είναι εκ προοιμίου αποκλειόμενοι, η επιτυχία, δε, του πονήματος εξαρτάται από την αποπνεόμενη ένταση, ακόμη και μέσα στην παραδοσιακή στοχαστικότητα της εικόνας της φύσης. Δε βλέπω, λοιπόν, το λόγο να μην αφεθούν τα Χαϊκού να αναπνεύσουν έξω από το “πνεύμα” τους, με τον ίδιο τρόπο που, πιστεύω, δε θα έβλεπα, ως σύγχρονος του διχασμού έμμετρος λόγος/ελεύθερος στίχος, λόγο καταδίκης της φυγής από την παραδοσιακή φόρμα. Όπως η ποίηση παρέμεινε ποίηση καταφεύγοντας και στον ελεύθερο στίχο, τοιουτοτρόπως θεωρώ ότι και το Χαϊκού παραμένει Χαϊκού εξαπλωνόμενο και σε άλλα επίπεδα ανάφορας εκτός των γνωστών.
Το επιχείρημά σας, αγαπητέ κύριε Μουζάκη, είναι κραταιό. Έχει στέρεη δομή-θυμίζει ελαφρώς … ετυμηγορία συμβουλίου δικαστών. Πλην όμως μιλάμε για πνευματικό δημιούργημα ΑΛΛΟΥ λαού-δεν θα θεωρούσα ποτέ ΕΥΛΟΓΗ την παρέμβασή μας για λόγους αισθητικούς-φυλετικούς-κοινωνικούς![ίσως και άλλους…]
Γράφει ο Χρήστος Τουμανίδης
Όλος ο κόσμος
δεκαεφτά συλλαβές.
Τραγούδα μπορείς!
Πιστεύω ότι η φόρμα είναι πολύ σημαντική στα χαϊκού, παρόλο που όλα τα τρίστιχα που ακολουθούν τη φόρμα 5 7 5 δεν είναι κατ’ ανάγκη χαϊκού.
Το κείμενο σας είναι ιδαίτερα ενδιαφέρον κ. Βέη ειδικότερα για τους ποιητές που βλέπουν με μεγάλο σκεπτικισμό τα χαϊκού που γράφονται στην Ελλάδα. Είναι αλήθεια πως ο ορθολογισμός που κυριαρχεί στο δυτικό τρόπο σκέψης δεν βοηθά το χαϊκού.
Σαν ευσύνοπτες
λεπτομέρειες πόθου
τα χαϊκού μας.
Χαίρομαι ειλικρινά που σας συναντώ κι εδώ κ. Βάκη Λοϊζίδη. Βεβαίως ο δικός μας ορθολογισμός συνιστά εξ ορισμού εμπόδιο για να περάσουμε στην “άλλη πλευρά”, εκεί που το νόημα δεν είναι ακριβώς νόημα, εκεί που ο υπαινιγμός ανατρέπει κατεστημένες έννοιες. Στην εποχή μας πάντως τα Χαϊκού των Ιαπώνων μαστόρων αποτελούν ισχυρά αντίδοτα κατά της αισθητικής μετριότητας, της κακο-ποίησης και των εξεζητημένων λεκτικών σχημάτων.
Εάν επρόκειτο, αγαπητέ κ. Βέη, να αποφανθώ ως συμβούλιο δικαστών, θα έλεγα ότι το πνεύμα ανήκει στους ανθρώπους-όχι στους λαούς. Αν ήθελα, επιπροσθέτως, να χαριτολογήσω, θα έλεγα ότι κι απ’ τον Τρίερ πίσω κι απ’ τον Schwarzenegger, Θέσπης κρύβεται.
Έχει το πράγμα και τα καλά και τ’ άσχημά του. Με τα απαγορευτικά, επιτρέψτε μου να είμαι επιφυλακτικός.
Κατανοώ πλήρως τη θέση σας αγαπητέ κ. Μουζάκη. Είναι κρυστάλλινη. Πλην όμως οι περιορισμοί των Χαϊκού είναι δεδομένοι. Δεν το θεωρώ σκόπιμο εμείς στον 21ο αιώνα, στην Ελλάδα, να τους διαφθείρουμε. Για την περαιτέρω απόλαυση της επικοινωνίας μας να προσθέσω κάτι επί πλέον: “Στο γιαπωνέζικο χάικου, ο κώδικας επιβάλλει να υπάρχει πάντα μια λέξη που να παραπέμπει στη στιγμή της μέρας και του χρόνου-είναι το κίγκο, η λέξη -εποχή. Από το χάικου η ερωτική σήμανση διατηρεί το κίγκο, αυτή την ισχνή αναφορά στη βροχή, στην εσπέρα, στο φως, σε ό, τι παράγει διάβρεξη, διάχυση.” Ιδέτε Ρ. Μπαρτ, “Αποσπάσματα του ερωτικού λόγου”, εκδόσεις Ράππα, 1977, σελ. 206.
Τι θέλω να πω, φίλτατε κ. Μουζάκη: σεβόμενοι την συγκεκριμένη παράδοση των ιαπώνων δασκάλων, δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να αυτοσχεδιάζουμε στην πατρίδα μας ή αλλού-αλλά ό, τι παραχθεί ΕΚΤΟΣ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΑ δεν είναι πλέον χαϊκού, αλλά κάτι άλλο, πιθανώς αρτιότερο ή ελλειμματικό. Αυτό, φρονώ, δεν το διαπραγματεύεται όποιος βεβαίως ξέρει από μέτρα και σταθμά.
[σκυτάλη>]
Λαμβάνω τη σκυτάλη και ρωτώ.
“Κρυφό μου σώμα
τα μυστικά σου μόνος
εγώ τα ξέρω”.
Πρόκειται για χάικου;
Επιτρέψτε μου να παρέμβω στη συζήτηση σχετικά με τη μορφή και το “πνεύμα” των χάικου. Δηλώνω προκαταβολικά ότι το είδος αυτό δεν με έθελξε ποτέ ιδιαίτερα, παρά τις φιλότιμες προσπάθειές μου να το κατανοήσω. Οπωσδήποτε δεν θεωρώ ότι είναι κάτι που γράφεται μετρώντας τους στίχους ώστε να είναι 5-7-5, αλλά πρόκειται για μια φιλοσοφία ενός λαού, ολότελα διαφορετικού από μας.
Ο κύριος Νικορέτζος (ποιητής και κριτικός στη Νέα Εστία επί σειρά ετών, επίσης έχει γράψει ένα βιβλίο για τον Καββαδία) σε μια συζήτησή μας το 2003 αν δεν κάνω λάθος, με είχε βοηθήσει να κατανοήσω γιατί δεν με έθελξαν ποτέ τα χάικου. Όπως είχε γράψει και στον πρόλογο του βιβλίου για τον Καββαδία (αντιγράφω το νόημα μέσες-άκρες, από μνήμης): Είμαστε λαός παραμυθάδων, γι’ αυτό και αγαπάμε τον Καββαδία, ενώ δεν μπορούμε να δεκτούμε εύκολα μια άλλη ποιητική παράδοση, όπως τα χάικου.
Επομένως, με βάση το παραπάνω που ασπάζομαι κι εγώ, διαφωνώ ως προς το σημείο όπου ταυτίζετε την Κρητική μαντινάδα με το χάικου. Μπορεί να έχουν ομοιότητες ως προς τη συμπύκνωση του λόγου, αλλά η ψυχή της μαντινάδας ξεκινάει από την ιστορία (όσο κι αν είναι αφαιρετική). Το χάικου για μένα είναι κάτι άλλο, που για να το μελετήσει κανείς πρέπει πρώτα να ξεκινήσει από την μελέτη του πολιτισμού της Απω Ανατολής. Ο κύριος Βέης για παράδειγμα, που έχει ζήσει επί σειρά ετών σε εκείνα τα μέρη μπορεί ευκολότερα να πλησιάσει το ψυχολογικό κλίμα των Ιαπώνων.
Εγώ πάλι, όπως και ο μέσος Ελληνας, που η γνώση μου για την Απω Ανατολή σταματάει στον “Ανατολικό και Δυτικό Ανεμο” της Περλ Μπακ (και μερικά ακόμα βιβλία), δεν είναι δυνατόν να προσεγγίσω εύκολα το πνεύμα και το νόημα των χάικου – σαφώς θα νιώσω ευκολότερη έλξη για τον Καββαδία (κι ας γεννήθηκε στην Μαντζουρία, κι ας κουβαλά μέσα του τα νερά της Ινδοκίνας, είναι ωστόσο ολότελα δικός μας στη γραφή) ή όποιον άλλον “παραμυθά” της δικής μας παράδοσης. Ετσι το βλέπω εγώ.
Αγαπητή κυρία Σοφία Κολοτούρου, αντιλαμβάνομαι πλήρως την άποψή σας. Φαίνεται άλλωστε ότι παρατηρείτε με συνέπεια τα πράγματα.
“Το χαϊκου είναι ένα σύντομο ποίημα 3 στίχων: o πρώτος στίχος έχει 5 συλλαβές, ο δεύτερος 7 και ο τρίτος 5. Ολόκληρο δηλαδή το χαϊκου αποτελείται από 17 συλλαβές.
Το χαϊκού προήλθε από ένα λίγο μεγαλύτερο ποίημα, την τάκα, 5 στίχων, 31 συλλαβών διατεταγμένων σε 2 στροφές: 5/7/5 και 7/7. Η τάκα γραφόταν από δύο συνήθως ποιητές σαν παιχνίδι: ο ένας έγραφε τις τρεις πρώτες σειρές, ο άλλος του απαντούσε με τις δύο τελευταίες. Η τρίστιχη εκκίνηση ονομαζόταν χόκου. Με τον καιρό, το χόκου αυτονομήθηκε σαν μορφή και πήρε το όνομα χαϊκού.
Το χαϊκού πρωτοεμφανίστηκε τον 15ο κα 16ο αιώνα με τους ποιητές Μοριτάκε, Σόκαν και Τεϊτόκου, αλλά άνθισε μετά τον 17ο αιώνα (με τον Μπασό). ‘Έκτοτε έγινε πολύ δημοφιλές και διαδόθηκε σε όλες τις κοινωνικές τάξεις. Υπάρχουν σήμερα στην Ιαπωνία δεκάδες περιοδικά που τυπώνουν εκατοντάδες χιλιάδες χαϊκού κάθε χρόνο.
Το χαϊκου είναι πάρα πολύ μικρό ποίημα. Είναι λοιπόν φυσικό να μη δίνει παρά το περίγραμμα μιας εικόνας ή κάποιο σημαντικό της στοιχείο. Το μέγεθός του δεν επιτρέπει πολλές λεπτομέρειες. Πάντως, το καλό χαϊκού έχει σαφήνεια. Η γοητεία του προέρχεται όχι από την αοριστία αλλά από τη δύναμη και την πυκνότητα του υπαινιγμού.
Το χαϊκού είναι ουσιαστικά κάτι παραπάνω από ένα απλό ποίημα° είναι περισσότερο μια πνευματική άσκηση. Όπως και οι άλλες γιαπωνέζικες τέχνες βασίζεται στην πρακτική το Ζεν, θρησκευτική πρακτική: ομορφιά ίσον αφαίρεση, λιτότητα, γαλήνη, περισυλλογή. Γι’ αυτό κι η φόρμα το είναι τόσο κλειστή και παραδοσιακή.
Σε κάθε σχεδόν χαϊκού υπάρχει μια λέξη ή μια έκφραση που δηλώνει την εποχή του έτους. Αυτό δε σημαίνει ότι τα χαϊκού ασχολούνται αποκλειστικά με την φύση. Απλώς ο ποιητής ψάχνει κάθε φορά να εκφραστεί. Η περιγραφή της φύσης είναι ένα άλλοθι για να εικονογραφηθούν ανθρώπινα συναισθήματα. ”
ΠΗΓΗ:Το χαϊκου είναι ένα σύντομο ποίημα 3 στίχων: o πρώτος στίχος έχει 5 συλλαβές, ο δεύτερος 7 και ο τρίτος 5. Ολόκληρο δηλαδή το χαϊκου αποτελείται από 17 συλλαβές.
Το χαϊκού προήλθε από ένα λίγο μεγαλύτερο ποίημα, την τάκα, 5 στίχων, 31 συλλαβών διατεταγμένων σε 2 στροφές: 5/7/5 και 7/7. Η τάκα γραφόταν από δύο συνήθως ποιητές σαν παιχνίδι: ο ένας έγραφε τις τρεις πρώτες σειρές, ο άλλος του απαντούσε με τις δύο τελευταίες. Η τρίστιχη εκκίνηση ονομαζόταν χόκου. Με τον καιρό, το χόκου αυτονομήθηκε σαν μορφή και πήρε το όνομα χαϊκού.
Το χαϊκού πρωτοεμφανίστηκε τον 15ο κα 16ο αιώνα με τους ποιητές Μοριτάκε, Σόκαν και Τεϊτόκου, αλλά άνθισε μετά τον 17ο αιώνα (με τον Μπασό). ‘Έκτοτε έγινε πολύ δημοφιλές και διαδόθηκε σε όλες τις κοινωνικές τάξεις. Υπάρχουν σήμερα στην Ιαπωνία δεκάδες περιοδικά που τυπώνουν εκατοντάδες χιλιάδες χαϊκού κάθε χρόνο.
Το χαϊκου είναι πάρα πολύ μικρό ποίημα. Είναι λοιπόν φυσικό να μη δίνει παρά το περίγραμμα μιας εικόνας ή κάποιο σημαντικό της στοιχείο. Το μέγεθός του δεν επιτρέπει πολλές λεπτομέρειες. Πάντως, το καλό χαϊκού έχει σαφήνεια. Η γοητεία του προέρχεται όχι από την αοριστία αλλά από τη δύναμη και την πυκνότητα του υπαινιγμού.
Το χαϊκού είναι ουσιαστικά κάτι παραπάνω από ένα απλό ποίημα° είναι περισσότερο μια πνευματική άσκηση. Όπως και οι άλλες γιαπωνέζικες τέχνες βασίζεται στην πρακτική το Ζεν, θρησκευτική πρακτική: ομορφιά ίσον αφαίρεση, λιτότητα, γαλήνη, περισυλλογή. Γι’ αυτό κι η φόρμα το είναι τόσο κλειστή και παραδοσιακή.
Σε κάθε σχεδόν χαϊκού υπάρχει μια λέξη ή μια έκφραση που δηλώνει την εποχή του έτους. Αυτό δε σημαίνει ότι τα χαϊκού ασχολούνται αποκλειστικά με την φύση. Απλώς ο ποιητής ψάχνει κάθε φορά να εκφραστεί. Η περιγραφή της φύσης είναι ένα άλλοθι για να εικονογραφηθούν ανθρώπινα συναισθήματα.
ΠΗΓΗ:http://www.freestuff.gr/forums/viewtopic.php?t=13428
Nα συμπληρώσω στο προηγούμενο σχόλιό μου και τη δική μου βιβλιογραφία:
Γιώργης Παυλόπουλος
ΠΟΙΗΜΑΤΑ
1943-1997
σελ. 127
Παρακολουθώ την ανταλλαγή απόψεων περί των χαϊκού και δεν είχα σκοπό να επανέλθω, πλην όμως χρειάζεται, προς αποφυγήν παρανοήσεων.
Καλή μου Σοφία, δεν μίλησα περί ταυτολογίας των χαϊκού με την κρητική μαντινάδα, αλλά για σύγκριση των δύο ειδών. Σαφώς και πρόκειται περί διαφορετικών παραδόσεων, πλην όμως οι ομοιότητές τους, τόσο όσον αφορά τη μορφή όσο και το περιεχόμενό τους, είναι οφθαλμοφανείς.
Επ’ ευκαιρία, να διορθώσω ότι η κρητική μαντινάδα (και γενικότερα το νεοελληνικό δίστιχο) έχει 15 -και όχι 16- συλλαβές, όπως από λάθος μου προανέφερα.
Π
Και πάντα θα αναζητείται το στοιχείο “κίγκο”: το χρυσό κλειδί του χαϊκού.
Νομίζω πολυ ευκρινής η διάκριση και ιδιαίτερα χρήσιμη για τους χρήστες του poiein.gr, κ. Μίχο, και όχι μόνον…Το γεγονός και μόνον οτι ο σοφός Σεφέρης τα βάπτισε τα δικά του πονήματα χάϊ κάϊ κι όχι χαϊκού ή κατι άλλο πολυ πιο κοντά στο αυθεντικό, πρωτογενές όνομά τους δηλοί ότι ήθελε να κρατήσει συνειδητά μια κάποια απόσταση από την ιαπωνική ιθαγένεια…γράμματα ήξερε και μάλιστα άριστα-προτιμώντας ή πλάθοντας, αν θέλετε, το “χάϊ-κάϊ” ως ελλαδικό τύπο, αντι να μεταφέρει αυτούσιο στη γλώσσα μας τον ιαπωνικό ήχο, μας έδειξε εμμέσως πλην σαφώς ότι ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΑΚΡΙΒΩΣ ΧΑΪΚΟΥ τα δικά του, αριστοτεχνικά κατά τα άλλα, τρίστιχα των 5-7- 5 στίχων.
[σκυτάλη]
5-7-5 συλλαβών, ήθελα να γράψω..εννοείται…
Μίχο,
ποιο είναι αυτό το ένα;…
@ Βαγγέλη Ψαραδάκη: έχεις δίκιο, η λέξη “ταύτιση” από μέρους μου ήταν άστοχη. Χαίρομαι όμως που το ξεκαθαρίσαμε το θέμα, γιατί νομίζω δεν ήταν απόλυτα σαφές πριν.
@ Γιώργο Βέη: Εχω να πω ότι θυμάμαι τη φιλόλογο του σχολείου να μας λέει (Κυριαζή, φρίξε): Ο Σεφέρης ονόμαζε τα ΧΑΙΚΟΥ που έγραψε ΧΑΙΚΑΙ για λόγους….ευφωνίας…
Σημειωτέον:κι ο Νίκος Καζαντζάκης στο βιβλίο του “Αναφορά στον Γκρέκο” μιλά για χαϊκάι.
Στο βαθμό που τα χαϊκού συνιστούν ιαπωνικά επιγράμματα…μ’ ενδιαφέρουν πολύ. 🙂
από την wikipedia αντιγράφω:
“Haikai (Japanese 俳諧 comic, unorthodox) is the name of a poetic genre that includes a number of forms which embrace the aesthetics of haikai no renga, and what Bashō referred to as the “poetic spirit” (fūga), including haiku, renku (haikai no renga), haibun, haiga and senryū[1] (though not renga, tanka nor waka). The term could be translated as “haikai poetry” or “haikai art”, and involved a combination of comic playfulness and spiritual depth.[2]
“Haikai” is sometimes used as an abbreviation for “haikai no renga” (renku).[3]”
Απ’ αυτά εγώ τουλάχιστον καταλαβαίνω ότι τα χαϊκάι είναι ένα πιο γενικό ποιητικό είδος μέσα στο οποίο εντάσσονται και τα χαϊκού.
Έχω αρκετά “χάι-κάι” στην πρώτη ποιητκή μου συλλογή “Φόρμες και άλλα ποιήματα 1970-1973”, έκδοση “Κούρος”, που κατεσχέθη τον Φεβρουάριο του 1974 ως”άσεμνη και αντεθνική”, μαζί με τη συλλογή του Γιώργου Μαρκόπουλου “Η κλεφτουριά του κάτω κόσμου”, επίσης από τον ΄”Κούρο”, για τους ίδιους ακριβώς λόγους…Εννοείται τα δύο αυτά βιβλία μας κυκλοφόρησαν χωρίς να “θεωρηθούν” προηγουμένως από το αρμόδιο γραφείο της προληπτικής λογοκρισίας της εποχής…περασμένα ξεχασμένα…
Κύριε Μίχο, μπορείτε να ανθολογήσετε αν θέλετε ό, τι κρίνετε απο τα “χάι-κάι” μου των ετών 1970-73 για τον ιστότοπό σας με τον φίλο απο τα παλιά Χρ. Τουμανίδη. Δεν έχω γράψει έκτοτε άλλα…Ευχαριστώ προκαταβολικά.
Κύριε Βέη, πολύ καλή η ιδέα σας!
Ο Σεφέρης αναφέρει ο ίδιος κάπου ότι ονόμασε τα δικά του δημιουργήματα χάι-κάι για να τηρήσει την απόσταση από τα αυθεντικά χαικού; Και ο Αντωνίου, με τον οποίον ο Σεφέρης ανταλλάσσει τέτοια πονήματα ονομάζει τη συλλογή του Χάι-Κάι και Τάνγκα.
‘Εχουμε, βλέπω, κάθε λόγο να επιστρέφουμε και στα χαϊκού. Άλλωστε, όπως ισχυρίζεται ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες, οι στίχοι δρουν ανεξάρτητα από το νόημά τους.
Έτσι, σαν σκέψη…
Αυτοί που ξεκίνησαν να γράφουν τα “χάι-κάι” δεν χρησιμοποιούσαν λέξεις και φυσικά δεν μετρούσαν συλλαβές.
Επομενως το να σχετίζει κάποιος τα “χαι-και” με κάτι σαν 5-7-5, σίγουρα είναι λάθος δρόμος.
Αλλού πρέπει να γίνει το ψάξιμο.
Και αλλιώς…
Ίσως μια προσέγγιση θα ήταν να βλέπαμε τι λένε για τα “χαι-και” οι λαοί που γράφουν τη γλώσσα τους με ιδεογράμματα, δηλαδή οι Ιάπωνες οι Κινέζοι και οι Κορεάτες.
Φιλάκια