pathvnebdomas.jpg

Η Κυριακή των Βαΐων

Τρεις Καλογέροι εβαίνανε τη χαραυγή στη στράτα
για νʼ ανασάνουν του πρωιού τʼ αεράκια τα μοσχάτα·
και στο μισόφωτο, γλυκά γλυκά, σαν Υμνωδία
αγγέλων, σκόρπισε θαμπή μιαν άγια μυρωδία,
που κάθισε απαλά, ως λυγμός, στα κούφια μεσοκάρδια
των Καλογέρων, που διψάαν για τέτοια όμορφα χάδια·
λιγώνουνται οι ταλαίπωροι, κι αγιάζουν, και φιλούσιν
τους ώμους τους, νομίζοντας πως, τάχα, ιερουργούσιν
πασχαλινές Αγάπες, και, δίχως ορμή ανασαίνουν
το στάλαγμα της μυρωδίας, και το μεταλαβαίνουν.
Κι ευθύς ο γεροντότερος σιγηλά καβαλάει
κάποιο γαϊδούρι, που έβοσκε στον Κάμπο εκεί πλάι,
και η ακολουθία των άλλων δυο, ίδιο αγιαστό κοπάδι,
διαβαίνουν με τον Σεβαστόν Ηγούμενον ομάδι,
όσο που φτάνουν σοβαρά, επισκοπικά, στο Φρούριο,
στο Μοναστήρι, πούνʼ μακριά από κάθε τι καινούργιο,
και με σφυράκια ολάργυρα βροντάν τη στέρεα πόρτα
(που ανοίγουν τα δυο φύλλα της, και στέκουνται ολόρθα,
γιγαντωμένα), και στρατοί Μαυροφόρων Οσίων
τιμώσι τον Ηγούμενον, με κλάδους των Βαΐων.


Και ύστερα, καθώς είνʼ λευκοί από την πολλή νηστεία,
σφαλάν την Πύλη, κι αρχινάν την ιεροτελεστία.
Τι δεν οραματίζεται τινάς σε κεια τα βάθη,
που μέλλουνται να θρηνηθούν πιστά τα τίμια Πάθη.
Θυμιατά, Αξαφτέρυγα, Λάβαρα, σʼ έναν γύρον
Διακόνους, φέρνοντας το Φως των Δικηροτρικήρων,
και Στέμματα χρυσάργυρα, και πένθιμα Ωμοφόρια,
(βελούδα, με κεντήματα λευκών ανθών), – και χώρια
τις μελωδίες από τις Άρπες, και από τα Βιολίνα,
και από το Θείον Όργανον, ή από τʼ απλά Κλαρίνα,
ή απʼ τις φωνές των δυο Χορών, που κλαίνε αληθινά
ψέλνοντας το θριαμβευτικό και πένθιμο Ωσαννά!
………………… Μετά, στα Εσπερινά,
αφού τελειώσει η τελετή των πράσινων Βαΐων,
τα ορναμέντα κρύβουσι, και ψέλνουν το Νυμφίον.

Δειλινό Μεγάλης Τετάρτης πέρα απʼ το Φάληρο

Φύγε, κακό ζώο, από κοντά μου,
που εγώ, μαζεύω αγριοβιολέτες.

Περί του Ξύλου

Ψυχή μου, ευλόγα σήμερα πρωί, όλη τη μέρα
και την ακολουθούσα νύχτα όλη, το σωτήριο τούτο Ξύλο.
Πηγάζει απʼ τα σκοταδερά έγκατα των δασών.
Εκεί είναι η βασιλεία του, στολισμένο με φύλλα θροούντα.
Εκεί έρχεται σε κοινωνία με τις δροσιές της Νύχτας, με τα θάμπη
των Ημερών. Εκεί του περιπλέχουνται οι κισσοί και οι άλλες
περιπλοκάδες, γεννώντας την ιδέα της ομορφιάς και της αγάπης.
Σπάνιο είναι να τʼ αφήσουν να γεράσει, να τη ζήσει
την αιώνια ζωή, και σπάνιο είναι κεραυνός να τόβρει,
μήνυμα επουράνιο, ένωση ουρανού και γης με λάμψη ακαριαία
και θάνατος στο δάσος, όπως πρέπει.
Ψυχή μου, ευλόγα και την ώραν,
οπότε ξεκινάμε με τα πελέκια μιαν αυγή, άκαρδο, δουλευτικό
σμήνος οι υλοτόμοι. Γουρμάζει τότες η γραμμένη
σιωπηλή στιγμή της θυσίας. Με τα πολλά καταπέφτει
το θειότατο ξύλο. Του αποξεραίνουνται οι χυμοί.
Ξερό απομένει· και όμως ξερό, δεν έρχεται ολότελα
να το ξενώσει η ξεραΐλα από τις φυσικές του επιρροές.
Το διαβιβρώσκει η υγρασία ή το φουσκώνει. Του ανοίγει
ο χρόνος τις ρωγμές. Πιάνει σαράκι. Εχτός αν το προορίζουνε
για τις φωτιές, οπότε πάλι τρίζει, τρίζει, και αφού αναλάμψει,
τέφρα γίνεται, καθώς όλα. Είπα όμως σήμερα της ψυχής μου
να γράψει για το Ξύλο εκείνο το προορισμένο από αιώνων,
για το Ξύλο, που η γέννησή του βαστάει από τις πρώτες
της γης μας φύτρες. Ετούτο εκόπη για να γίνει
Ζυγός μέγιστος, θαυματουργός Στατήρας,
που εστήθηκε στη μέσην ακριβώς του χρόνου
για να ζυγιάσει την κούφιαν έγνοια των ανθρώπων.
«Δεν είναι δάσος, που να προσφέρει ξύλο παρόμοιο».
Το Ξύλο αυτό δεν είναι διόλου ύλη απαθής.
Έχει ψυχή και δείχνει τη κάθε τόσο.
Ενώ κατάξερο είναι και κομμένο, όμως ανθεί
και μέσα του μυκάται και αναβράζει χυμός σεβάσμιος.
Δε θα ξετάξω το γιατί έφερε Λύτρωση το Ξύλο ετούτο.
Ούδε ποια Λύτρωση. Ψυχή μου, θέλω μόνο να ευλογήσεις
την ουσία του Ξύλου, οπόθε αχτινοβόλησε του κόσμου η λάμψη.
Και την ευγένεια που του εδόθη ένα πρωί, όταν ποτίστη
μέχρι του βάθους των φλεβών του από αίμα εξαγοραστικό
και ζωογόνο. Ποιο βάρος φορτώθηκε! Ποιον πόνο
φορτώθηκε! Όλου του κόσμου! Του καθηλώθησαν
όλοι οι δρυμοί της αγωνίας. Χαίρε, Σταυρέ, που μʼ όλα,
μονάχη ελπίδα εσύ αποβαίνεις στις ερημώσεις.

Κατάνυξις Μεγάλης Παρασκευής

Η Παναγία με τη ρομφαία στα σωθικά εθρήνει
και τάβλεπε όλα σκοτεινά από την πικρήν οδύνη.

Που ο Άγγελός της στις φωτιές παράδερνεν, ο Γιος της,
των παρανόμων ταπεινός και πράος και γλυκός Σώστης.

Και εμείς, οι ευγενικοί θνητοί, φριχτά ας ταπεινωθούμε
με το φαρμάκι της Νηστείας και τέφραν ας λουσθούμε.

Και η θλίψη μας, μακριά από κάθε γήινα ζιζάνια,
ας υψωθεί ως κερί λιγνό, χλωμό, προς τη μετάνοια.
.
Επίμετρο

Ο Τάκης Παπατσώνης γεννήθηκε στην Αθήνα (1895). Μαθήτευσε και στο Γαλλικό Ινστιτούτο. Σπούδασε νομικά & πολιτικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1913-1920) και παρακολούθησε μαθήματα δημόσιας οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Γενεύης (1927). Διετέλεσε υψηλόβαθμο στέλεχος στο Υπουργείου Οικονομικών, από το 1918 και μετά, καταλαμβάνοντας διάφορες θέσεις μέχρι το 1955 που αποχώρησε. Το 1932 παντρεύτηκε την Ευανθία Εμπεδοκλή και απέκτησαν μια κόρη. Στη διάρκεια του βίου του ανέλαβε διάφορα αξιώματα όπως: Αντιπρόεδρος Εμπορικής Τράπεζας (1941), Πρόεδρος Εθνικής Πινακοθήκης (1953-1964), Αντιπρόεδρος Εθνικού Θεάτρου (1955-1964), Αντιπρόεδρος & Πρόεδρος Ελληνικής Εταιρείας Αισθητικής (1963, 1966), Μέλος Δ.Σ. Χ.Α.Ν., Μέλος της “Ομάδας των Δώδεκα”, Πρόεδρος του Κέντρου Φιλοσοφικών Ερευνών (1974) κ.ά. Όχι μόνο λόγω της θέσης του, μιας και εκπροσώπησε αρκετές φορές την Ελλάδα σε διεθνείς οικονομικές συσκέψεις, αλλά και από προσωπικό πάθος, ταξίδεψε πολύ στην Ευρώπη: Αγγλία, Γαλλία, Ελβετία, Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία, Βαλκάνια, Τουρκία, αλλά και στην άλλη άκρη του Ατλαντικού: Νέα Υόρκη, Σικάγο, Κούβα, Σαν Ντιέγο.
Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1909 με μεταφράσεις του, και το 1913 δημοσιεύοντας ποιήματά του στην εφημερίδα «Ακρόπολις». Εκτός από γαλλικά, γνώριζε αγγλικά και γερμανικά. Ήταν ο πρώτος που μετέφρασε και δημοσίευσε την «Έρημη Χώρα» του Τ.Σ. Έλιοτ, στα ελληνικά, με τον τίτλο «Ερημότοπος» (1933), τρία χρόνια πριν τον Σεφέρη. Εκτός από τις μεταφράσεις (Claudel, Hφlderlin, Poe, Saint John Perse κ.ά.), ασχολήθηκε με την κριτική και ήταν συνεργάτης διάφορων εντύπων του ημερήσιου και του περιοδικού τύπου. Χρησιμοποίησε και το λογοτεχνικό ψευδώνυμο Nobilissimus. Δημοσίευσε τρεις συλλογές ποιημάτων: Εκλογή Α΄ (1934).  Ursa Minor: Κι ένα ακόμη ποίημα (1944), Eκλογή Β΄ (1962). Εξέδωσε επίσης οδοιπορικά και ταξιδιωτικά κείμενα: Άσκηση στον Άθω (1963), Μολδοβλαχικά του Μύθου (1965)× μελέτες για τον Dante (1963, 1965), τον Friedrich Hφlderlin (1970), Δ. Σολωμό & Α. Κάλβο (1970), καθώς και τρεις τόμους δοκιμίων: Ο τετραπέρατος κόσμος – δύο τόμοι (1966, 1976), Όπου ην κήπος (1972). Τιμήθηκε με το γαλλικό παράσημο του Ιππότη της Λεγεώνας της Τιμής (1920), με το πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1963), το Έπαθλο Λ. Γουλανδρή της “Ομάδας των Δώδεκα” (1966) κι έγινε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών (1967). Πέθανε στην Αθήνα (1976). Από τότε έχει δημοσιευθεί η βιοχρονογραφία του. Μετά θάνατον, δημοσιεύτηκε η συλλογή του: Δεκαπέντε ανέκδοτα ποιήματα (1979), καθώς και η αλληλογραφία του με τη Γ. Πεγκλή (1994), τον Θ. Παπαθανασόπουλο (1997) και τον Γ. Σεφέρη (2004).
Η ποίηση του Τάκη Παπατσώνη χαρακτηρίζεται από βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα, πίστη, έντονο ιδεαλισμό, φιλοσοφικό στοχασμό, μεταφυσική ανησυχία και μυστικισμό. Ανήκει στη σπάνια χορεία των θρησκευτικών ποιητών. Συνήθως έγραφε μακροσκελή ποιήματα, σε ελεύθερο στίχο, και η γλώσσα που χρησιμοποιούσε ήταν πρωτότυπη, έξω από τα πρότυπα της εποχής του – ανάμιξη δημοτικής και λόγιας (εκκλησιαστικής: με στοιχεία της Ανατολικής αλλά και της Δυτικής Χριστιανικής παράδοσης, π.χ. λατινικές φράσεις από το τυπικό της Καθολικής Εκκλησίας) γλώσσας, διαμορφώνοντας ένα εντελώς προσωπικό ύφος. Θεωρείται ο ποιητής που εισήγαγε τον ελεύθερο στίχο στην Ελλάδα, με το ποίημά του: Beata Beatrix, που δημοσιεύτηκε το 1920 στην ανθολογία “Οι νέοι” του Τέλλου Άγρα. Δικαίως έχει καταταχθεί στους νεοτερικούς ποιητές του Μεσοπολέμου που εισήγαγαν τη μοντέρνα ποίηση στην Ελλάδα, και έχει χαρακτηριστεί ως πρόδρομος της Γενιάς του ΄30. Η καινοφανής ποίησή του δεν εκτιμήθηκε, όπως της άξιζε, ούτε από τους σύγχρονούς του (Γενιά του ΄20), ούτε από τη Γενιά του ΄30 – με μοναδική εξαίρεση τον Νικόλαο Κάλας. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 και μετά, άρχισε η ουσιαστική επανεκτίμηση του έργου του από νεότερους κριτικούς.

ΥΓ. Τον Τάκη Παπατσώνη μου τον “γνώρισε” ο Λαπαθιώτης. Το κείμενό του “Ο Λαπαθιώτης μετέωρο και σκιά”, δημοσιευμένο στο μακραίωνο, όπως φαίνεται, και χαλκέντερο περιοδικό “Νέα Εστία”, μια βδομάδα μετά την αυτοκτονία του νεορομαντικού ποιητή του Μεσοπολέμου – μέσα Ιανουαρίου 1944, είναι από τα πιο εμβριθή για τον Ναπολέοντα. Ομολογώ ότι η ποιητική ιδιοσυγκρασία και ο κόσμος του Παπατσώνη είναι αρκετά ξένα σε μένα και στις προτιμήσεις μου. Γιʼ αυτό και, σε μια δύσκολη στιγμή του παρελθόντος, πούλησα τα βιβλία του χωρίς δισταγμό. Μπορώ να τον συγκρίνω με έναν άλλο “θρησκευτικό” ποιητή, τον Δημήτρη Παπαδίτσα, ο οποίος όμως εμπνέεται κυρίως από την αρχαιότητα και μου είναι περισσότερο οικείος. Τολμώ μάλιστα να πω ότι η ποίηση του Παπαδίτσα είναι πιο “ανάλαφρη” και παιγνιώδης. Ασφαλώς και πιο φωτεινή. Τα 4 ποιήματα που επέλεξα, λόγω των ημερών που ακολουθούν, προέρχονται από τις συλλογές “Εκλογή Α΄” και “Εκλογή Β΄” – το έργο του Παπατσώνη έχει δημοσιευθεί από τις εκδόσεις “Ικαρος.” Τέλος, ίσως για να ξορκίσω την αμηχανία μου, προτίμησα τα 2 από αυτά να είναι σε ομοιοκατάληκτο στίχο. Καλή Μεγάλη Εβδομάδα εύχομαι.