ΠΕΡΝΩΝΤΑΣ Η ΜΕΡΑ
Την ανταμοιβή της μέρας ζητώντας,
το χρέος που μου άφησε ξεπληρώνω.
Κ’ ήταν το χώμα της βαρύ,
αφού σκαλίζοντας τη γη
ούτ’ ένα άστρο δε βρήκα.
Του σώματός μου το χώμα ξεχρεώνω,
ζητώντας
μια στέρφα απάντηση
κάτω απ’ το δέντρο της νύχτας.
*
ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΑΚΚΟΡΝΤΟ
Άγνωστο παραμένει
πώς χάθηκε η κατανόηση
αυτής της υπέρτατης λειτουργίας.
Εκείνοι οι Πάρθοι της Αντιοχείας
ίσως φταίνε.
Μια μυστική χειραψία,
κάπου έξω απο την πόλη,
επικύρωσε το κακό.
Κανένας μάρτυρας δεν υπήρξε,
εκτός απο κάτι μυρμήγκια
και μερικά χαμομήλια.
Εμείς μείναμε με την απορία
αναζητώντας αγωνιωδώς
την ελεημοσύνη των στίχων.
Τριγυρνώντας στον τόπο του εγκλήματος,
στην ηχώ των χαλασμάτων,
ανυποψίαστα ρεμβάζουμε στα ερείπια
καπνίζοντας τη σκουριά μας.
Η φύση κρύφτηκε για τα καλά
απο τη φύση μας.
Κι αν η φύση αγαπάει το κρυφτό,
όσο και να μετρήσουμε,
το μαύρο ακκόρντο παίχτηκε
στη δημωσιά μιας πολυκατοικίας,
γιατί κανείς δε φυλάει.
Φυσάει ακόμα το μαύρο ακκόρντο
στο έρημο κτίριο.
Φυσάει ακόμα ένας παράξενος αέρας
μέσα στους στίχους μας,
που σαν στοιχειά κατέβηκαν
απο τον θόλο του πανικού.
Όμως κανένας δεν υπάρχει
για να κρυφακούσει
την ηχώ των χαλασμάτων.
Γιατί κανείς δε φυλάει
μέσα στους στίχους μας.
*
ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ ΑΣΤΙΚΟΥ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟΥ
Συλλέγοντας βλέμματα και φωνές
αρθρώνοντας το κενό που μας κοιτάζει.
Μ’ ένα ρυθμό που ναρκώνει τις αισθήσεις,
με μια μοναξιά που συνεχώς προσπερνάει,
όλα μέσα σ΄ ένα κιβώτιο ταχυτήτων,
όλα μέσα σ΄ ένα λόγο
που συνεχώς παραπέφτει.
Οδηγώντας ό,τι οδηγεί,
σαν απροσδιόριστος μουσικός σκοπός
που όλοι κάνουν πως δεν τον ακούν
στις σκοτεινές συγχορδίες των νευρώνων
στις φωτεινές συνάψεις.
Περιγράφοντας βλέμματα και φωνές,
κοιτώντας τη σιωπή
και αδιόρατα άστρα.
*
ΔΕΡΜΑΤΟΣΤΙΞΙΑ
Σώμα μου, ανυπολόγιστη ευθύνη
ουράνιου καραβιού που βούλιαξε
μες στους γκρεμούς της ύλης.
Σώμα μου, ενσαρκωμένη οργή
πλασμένη απο τα ματωμένα νύχια
μιας αμετάφραστης αμαρτίας.
Σώμα,
πανάθλιο άθυρμα
και άθλημα
του ονείρου.
*
ΛΕΡΝΑΙΑ ΖΟΥΓΚΛΑ
Σφάζε τη βλάστηση!
Άναρχη και πνιγηρή,
σε εμποδίζει…
Αποκεφάλιζε, Ηρακλή,
το αβυσσαλέο πράσινο,
με θάρρος κι αυταπάρνηση,
με το ενάρετο σπαθί σου,
κάνε δρόμο και προχώρα!
Ώσπου να φτάσεις στο άγριο ξέφωτο.
Ώσπου να συναντήσεις –μια χαψιά-
το ανελέητο άνθος.
*
ΑΚΑΡΠΗ ΔΡΥΣ
Σκοπεύοντας ανώτερες δυνάμεις
μέσω φωσφορικών θαλασσών
τυγχάνουμε πάντα ημιτελείς
στο αιώνιο αδράχτι
της ημέρας.
Κυκλοδίωχτη* η δρυς
και μας τυλίγει.
*Ανδ. Κάλβου., Ωδή εις Θάνατον, κ’.
*
ΥΠΕΡΩΚΥΑΝΕΙΟ
Ανατρέποντας τα ελπίζοντας στης βιασύνης τον χαβά,
βουλιάζοντας τα ανεμίζοντας κυανούν ανοικτό,
βρίσκει ο κόσμος τη φυγή του,
αποκτά την απώλεια.
Στέρηση βασιλικού πολτού
εκεί που φύτρωναν οι κάκτοι κ’ οι κολώνες,
ανάερο σάλπισμα καλοκαιρινής λύρας
όταν το χέρι ξαναβρίσκει τη γραφή του
κ’ η γραφή, της φυγής της
το στάθμισμα.
Μα ούτ’ ένα καράβι δεν έρχεται πια,
όλα φεύγουν, σαν αυτή τη λέξη,
που αρμενίζει στο βάθος της μνήμης μου
σαν λόξυγγας
*
ΠΈΛΑΡΓΟΣ ή ΥΠΕΡΘΕΤΙΚΗ ΑΤΤΙΚΗ
Δυς και τρις,
τετράκις αποπειράθηκα
Αετοβαρείς και παραδόνυχοι
αεροκαματιάρηδες του πέλαργου
που αραχνεύουν τα νέφη
σαν κατακόρυφοι οροθέτες
του στερνού χρησμόλαλου νερού.
“Στο χείλος της καρδιάς μου
μετεωρήθηκα
κι ακόμα τις λέξεις να βρω
που ομορφαίνουν
το θηρίο που τάισα
με σπασμένα αγγεία.”
να τρέποντας ξανά
Αετοβαρείς και παραδόλαλοι
οξυτενείς του ακτίνιστου
παραμισώντας τα ονοματίζοντας
ήδη νεφελοστριμώχνονται
σ’ εκείνα τα επέκεινα
τα καρτερώντας
λευτεριά!
“Στον βατήρα των ματιών μου
ξεχειμώνιασα
και κατακλίθηκα
μές στων χεριών μου
την σκοτεινή αγκαλιά.”
τα αναγράμματα
Πύλινοι πυργοι
πηγμένο ποταμόγαλα
και ψάθινα καπέλα.
Γραφή ευάερη κι ευήλια
ρέοντας ανάμεσα σε βότσαλα
και ζάρια.
της πέτρας και του αέρα.
Κούραση γλυκιά του χτίστη…
Κάματος ευκάματος,
που λένε και οι βάκχες*…
*Ευρ. Βακχαι, στ. 67











ωραία ποιήματα. οι λέξεις πιάνονται χέρι χέρι με χάρη
Κύριε Ράπτη
Το έργο σας , μια
πολύχρωμη πολύ-βοη
δερματοστιξία
στο λευκό κορμί , της
ποίησης !
Να είστε καλά
Ωραία αφορμή για να μιλήσει κανείς πόσα υπέρβαρα ψέματα κουβαλά η εμμονή στο ανεκπλήρωτο και στη θανατίλα. Η Επιστολή προς Μενοικέα είναι διαφωτιστική.
Ευχαριστώ για τα ωραία σας σχόλια και τα καλά σας λόγια. Τυρταίε, με τιμά ιδιαίτερα το σχόλιό σου.
Σχολιαστή, εμμονές υπάρχουν πολλές, η εμμονή όμως στο ανεκπλήρωτο και στη θανατίλα είναι μόνο μία. Αστειεύομαι… Η φιλοσοφία του Επίκουρου, με τον ρεαλισμό, την διαλλακτικότητα και την ανθρωπιά της, είναι υπέροχη.
Κ. Μίχο, ευχαριστώ για το πλήρες εναυσμάτων σχόλιό σας.
Νομίζω ότι η ποίηση, τουλάχιστον η μοντέρνα, είναι εξ ορισμού και εκ των πραγμάτων, ένα σπάσιμο ή μια προσπάθεια σπασίματος, της γλώσσας.
Όσον αφορά το πρόταγμα της ποίησης, δεν ξέρω αν μπορεί να υπάρξει, εξ αντικειμένου, κάτι τέτοιο. Μάλλον υπήρξε, απο την πλευρά μου, μια αρχική διάθεση ανανέωσης, πειραματισμού και εξέλιξης (περισσότερο στα τελευταία ποιήματα της ανάρτησης).
Το πρόταγμα, αν θέλετε, της ελευθερίας ή του σπασίματος/ρήξης της γλώσσας περιορίστηκε, εκ των πραγμάτων, απο την αναγκαιότητα σύνθεσης ενός πρότερου και ενός απώτερου, νέου ύφους. Ενός νέου ύφους, επινοημένου και κατασκευασμένου ποιητικά, δηλαδή όχι σκόπιμα και προγραμματικά.
Τέλος, όσον αφορά την γλώσσα και τον λόγο γενικότερα, θεωρώ πως η ποίηση λειτουργεί και μηχανεύεται στον πυρήνα τους. Και το καινούργιο, πέρα απο την ντροπή και την αντίσταση με τις οποίες αρχικά το αντιμετωπίζουμε, θεωρώ ότι πρέπει να αφομοιωθεί και να επι-δοθεί μέσα σε ένα “κατοικημένο” ή δομημένο ύφος και σχήμα, ώστε, πράγματι, να λειτουργήσει.
Σχόλιο κυρίως για τα δυο τελευταία ποιήματα της ανάρτησης:
Τα γλωσσικά τερτίπια που αποσχίζονται από τα συναισθήματα μα κι από τον κόσμο που τα γεννά, μέσα στη φιλολογική τους φιλαρέσκεια, μοιάζουν με γκόμενες που περισσότερο νοιάζονται για τους καθρέφτες παρά για τα αρσενικά που τις γυροφέρνουν.:)
Να σπας τη γλώσσα ναι..αρκεί να μπορείς ακόμη και με τη σπασμένη γλώσσα να τσακίζεις κόκκαλα.
Κι επιτέλους τέλος μ’ αυτά τα αναμασήματα της ελυτικής σύνταξης…
Διάλογος στο διαδίκτυο δε μπορεί να υπάρξει, λείπουν τα πρόσωπα. Η εποχή των υποκατάστατων είναι σίγουρα βολική, ειδικά για όσους φαντασιώνονται “δημόσιες παρουσίες” μέσω οθόνης, ειδικότερα για όσους ταυτίζονται με το ονοματάκι τους. Δημόσιος διάλογος γίνεται από δημόσια πρόσωπα σε δημόσιους χώρους, αλλά η έννοια του δημόσιου και ιδιωτικού ποτέ δεν έχει ως τώρα διαχωριστεί στην Ελλάδα, ούτε και αναμένεται από σχόλια μόνο σε ιστοσελίδες.
@ 7 Ενδιαφέρουσα η κριτική σας. Θα τη λάβω υπ’ όψιν μου.
Η ψευδωνυμία όμως, κάποιες φορές, είναι σημάδι ανωριμότητας και δειλίας. Βγάλτε την κουκούλα, αφήστε τη μολότωφ κάτω, και τότε μπορεί η επικοινωνία μας να γίνει πιο γόνιμη και ειλικρινής…
“Αλλά ω φίλε! φτάνουμε πολύ αργά. Ζουν μεν οι θεοί,
Αλλά πάνω από τις κεφαλές μας, εκεί ψηλά σε άλλο κόσμο.
Ατέρμονα ενεργούν εκεί και μοιάζουν λίγο να προσέχουν,
Αν ζούμε ή όχι, γιατί τόσο πολύ μας προφυλάσσουν οι ουράνιοι.
Καθόσον πάντοτε δεν δύναται ένα εύθραυστο δοχείο να τους περιλάβει,
Μόνο κατά καιρούς αντέχει ο άνθρωπος τη θεική πληρότητα.
Και στο εξής είναι η ζωή όνειρο περί αυτής. Όμως η σύγχυση
Βοηθεί, όπως κι ο ύπνος και δίνει δύναμη η Ανάγκη και η Νύχτα,
Μέχρι νʼ ανατραφούν ήρωες αρκετοί στο μολυβένιο λίκνο,
Καρδιές, όπως και άλλοτε, όμοιες σε δύναμη με τους ουράνιους.
Τότε εκείνοι καταφθάνουν μέσα σε βροντές. Όμως συχνά μου φαίνεται
Πως είναι καλύτερα να κοιμηθείς, παρά να μένεις έτσι δίχως σύντροφο,
Και να προσμένεις τόσο, και τι να κάνεις τότε, τι να πεις,
Δεν ξέρω, και προς τι άραγε να είσαι ποιητής σε χρόνους στερημένους;
Αλλά είναι, λες, αυτοί σαν τους αγίους ιερείς του Βάκχου,
Οι οποίοι μέσα σε νύχτα ιερή εβάδισαν από χώρα σε χώρα.”
Φρήντριχ Χέλντερλιν,
«Άρτος και Οίνος», VII.
Μτφ: Στέλλα Νικολούδη.
Κύριε Ράπτη αν είστε αυτός που νομίζω είμαι στο σχολείο Μ .Ν Ράπτου τμήμα Ε’1.Πολύ ωραίο το ποιήμα σας!.
Γιάννης Ανδριανόπουλος!
Σ’ ευχαριστώ Γιάννη, αλλά μάλλον θα σε απογοητεύσω: δεν είμαι αυτός που νομίζεις.
Τα δικά μου εκπαιδευτήρια είναι δημόσια και ανεντόπιστα στο χάρτη.
Σ’ αυτά μαθητεύω και γω ο ίδιος…
Και για τις κακές τις γλώσσες, έχω γράψει και το εξής δίστιχο:
Φύση, ξεχασμένη κι αμαρτημένη,
ευλογημένη ας είναι η ανορθογραφία σου.