
ΡΕΜΠΩ – ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ (εισαγωγή)
Εμμετρη διασκευή από τον Δημήτρη Σολδάτο
Καλά αν θυμάμαι, κάποτε η ζωή μου
ήταν μεθύσι, γλέντι! Το ελιξίριο
της ομορφιάς με γέλασε ένα βράδυ
κι όπως το ήπια πίκρισε η πνοή μου!
Με γλώσσα φιδινή απʼ το δηλητήριο
τους δαίμονες καλώ μες το σκοτάδι:
Ω, Φθόνε, Μίσος, ύπουλο εσύ Ψέμα!
Γεμίστε μου με λάσπη κι άμμο το αίμα,
των δήμιων τις κάνες να δαγκάσω
στʼ απόσπασμα μπροστά όταν θα φτάσω.
Σαν ύαινα πεινασμένη θα ουρλιάξω,
κάθε χαρά χιμώντας να σπαράξω!
Απόγνωση-θεά, σκορπιών μητέρα,
στου εγκλήματος στεγνώνω τον αέρα!
Την τρέλα ξεγελώ με φρικαλέο
κι ηλίθιο γέλιο. Σάπια άνοιξή μου,
σʼ αρχαίο συμπόσιο ψάχνει η όρεξή μου
κλειδί συμπόνοιας…Διάολε, τι λέω;
Στεφάνι πλέξε μου από παπαρούνες
αιμάτινες, στο θάνατο να τρέξω
και δος μου , Σατανά, φρίκες να παίξω:
οχιές φαρμακερές, μαύρες κουρούνες,
παχιές ορέξεις δος μου -άγριες γουρούνες-
να κυλιστώ στην κόλαση απέξω!
Και όσοι τέτοιο ύφος αγαπάτε,
κεντρί, απʼ του θανάτου τη ρομφαία,
την πένα μου έχω κάνει, για να πάτε
στην κόλαση –αναγνώστες, αν τολμάτε-
ενός καταραμένου συγγραφέα,
μες από τις σελίδες που κρατάτε…
ΚΑΘʼ ΟΔΟΝ
Στων οδών τις άκρες κάποια εικονοστάσια
μοιάζουν δεήσεις στις ψυχούλες εκεινών
που σε κάμπους, σε βουνά , σ’ ακροθαλάσσια
συναντήσαν τη σιωπή των ουρανών.
Ορισμένα έχουν στιχάκια συγγενών
στο κρύο μάρμαρο ή της θλίψης λίγες λέξεις
“Εδώ αγκάλιασε το θάνατο ο Αλέξης,
που δεν ήταν ούτε είκοσι χρονών”.
Οταν νύχτα ταξιδεύεις, τ’ αναμμένα
φαναράκια τους μην σε μελαγχολούν.
Οι φλογίτσες -σαν γλωσσίτσες που μιλούν-
σιγοτρέμοντας προσεύχονται για σένα.
Κόψε γκάζι κι άκου! Αυτοί που φύγαν ήδη,
οι νεκροί οδηγοί σου λεν: Καλό ταξίδι!
ΣΤΗΝ ΟΥΡΑ
Και περιμένω στο ταμείο να πληρώσω
τα λίγα πράγματα που ψώνισα και λέω:
“αν βιάζεσαι έλα πιο μπροστά”- στον τελευταίο
και μεγαλώνει η χαρά μου άλλο τόσο.
Έτσι μπορώ να σε κοιτάζω, που τα ψώνια
κρατάς, τα πλήκτρα σαν χτυπάς στη μηχανή σου
“δέκα κι εξήντα…” λες, κι ακούω τη φωνή σου,
βλέπω τα χέρια σου που δίνουν τα κουπόνια.
Παρατηρώ τους μορφασμούς, το φέρσιμό σου,
όταν ψιλά τα ρέστα δίνοντας γυρεύεις.
Χαριτωμένα που γελάς, που σοβαρεύεις
-διαβάζω πια κάθε γραμμή στο μετωπό σου.
Ξέρω πως φτιάχνεις τα μαλλιά σου σαν βαριέσαι
ξέρω τα χείλη πως δαγκώνεις όταν λάθος
κάνεις μια πράξη και φαντάζομαι τι πάθος
θα ʽχει το στόμα σου την ώρα που φιλιέσαι!
Ξέρω αν χαίρεσαι κρυφά κι αν υποφέρεις
ξέρω τι άρωμα φοράς-πότε τʼ άλλάζεις
ξέρω ακόμα απʼ το θυμό σου πότε βράζεις
με ένα δύστροπο πελάτη. Μα δεν ξέρεις
κι εσύ πως έρχομαι για σένα κάθε βράδυ,
άγνωστος μέσα σε αγνώστους, να ψωνίσω
μήπως και βρω μια αφορμή να σου μιλήσω
και τʼ άγγιγμά σου το τυχαίο νιώθω…χάδι!
Πέρασε η ώρα…φτάνω μπρος απʼ το ταμείο
Κανείς ξωπίσω μου να δώσω τη σειρά μου.
Πάει…τελείωσε κι απόψε η χαρά μου…
“Οκτώ και πέντε…ευχαριστώ κύριε…αντίο…”
ΣΤΟ ΦΑΡΟ
Και να, που μʼ έφερε η εσχάτη απελπισία!
Τα σαλεμένα φρένα, μου είπαν να σε πάρω
-πάντα της πράξης προηγείται η φαντασία-
Μαζί μου απόψε -ερημιά, νύχτα- στο φάρο.
Σε βλέπω μπρος μου, μες το μαύρο φορεμά σου
ψυχρή σαν μέταλλο, αγέρωχη κι απλώνω
γυμνό τον πόθο να ντυθεί τʼ αγκάλιασμά σου
λες κι έχω απλώσει τα δυο χέρια μου για φόνο!
Σʼ αγίζω…τρέμεις….τρέμω…τρέμουμε απʼ τον πόθο
δειλά, όπως γέρνουν τα καλάμια όταν φυσάει
πάνω απʼ τη λίμνη∙ τα ματόκλαδά σου νιώθω
στο πρόσωπό μου, σαν μετάξι που μεθάει.
Σκίζω τα χείλη σου…η γλώσσα μου άγριο χέλι
μες απʼ τα δόντια σου, ρουφάει την ψυχή σου
-πάνω απʼ το κάστρο το φεγγάρι ανατέλλει-
σκάβω τα σπλάχνα σου και λες: “είμαι δική σου…
Κράτα με…σφίξε με…” βογκάς κι εγώ σπαράζω
πονάς…συστρέφεσαι…τα νύχια σου στην πλάτη
μου μπήγεις -ξέσπασε ο αφρός- αίματα στάζω…
Σπέρμα φωτιά, που καίει τα φύκια, σπάει τʼ αλάτι!
Γέρνεις στο στήθος μου μετά λαχανιασμένη
κλαις τρυφερά και ψιθυρίζεις τ΄όνομά μου
σαν μια θηλιά απʼ το λαιμό μου κρεμασμένη
το στόμα ανοίγεις για να πιεις το φίλημά μου.
Και πίνεις…πίνεις τα φιλιά…τα δάκρυα πίνεις
“κράτα με…σφίξε με…” μου λες ξανά. Αχ, μίλα…
Μέσα σου μπαίνω…κι όλη νύχτα ανάβεις…σβήνεις
γιομάτη γλύκα…φως….σκοτάδι…ανατριχίλα!
Κι εκεί, στην τέλεια ηδονή, στον οργασμό σου
“πεθαίνω…χάνομαι…” μου λες “κι εσύ μαζί μου…”
Μαζί σου, αγάπη μου…(Βυθίζω στο λαιμό σου
μια το μαχαίρι κι άλλη μια μες το κορμί μου!)
Τʼ άλλο πρωί, κάτι ψαράδες θα μας βρούνε
αγκαλιασμένους, να φιλιόμαστε στο στόμα…
“Είναι νεκροί εδώ και ώρα…” έτσι θα πούνε
αντί να πουν πως…αγαπιόμαστε ακόμα!
……………………………………………………………
Πάντα της πράξης προηγείται η φαντασία!
Τα σαλεμένα φρένα, μου είπαν να σε πάρω
Μαζί μου απόψε -ερημιά, νύχτα- στο φάρο
Να, πού με έφερε η εσχάτη απελπισία!
Τα πρώτα 2 από τη συλλογή Καφέ Ρετρό, εκδόσεις Ηλία Κοντογεώργη 2004
και τα επόμενα 2 από την εκτός εμπορίου συλλογή “Εγχειρίδιο για ερωτευμένους”
Επίμετρο:
Ήρθα σε επαφή με την ποίηση του Δημήτρη Ε. Σολδάτου εντελώς τυχαία, αγοράζοντας το βιβλίο του “Καφέ ρετρό” (εκδόσεις Ηλία Κοντογεώργη, Λευκάδα, 2004) που μου άρεσε πάρα πολύ. Χρησιμοποιεί τον παραδοσιακό ομοιοκατάληκτο στίχο, με διάφορες φόρμες, όπως το σονέτο και τις απλές τετράστιχες ομοιοκατάληκτες στροφές, αλλά με απολύτως σύγχρονη γλώσσα και έκφραση.
Σε αυτή τη συλλογή έχει επίσης διασκευάσει και μεταφράσει ξένα ποιήματα, εκ των οποίων ξεχώρισα αμέσως την έμμετρη διασκευή της εισαγωγής του Ρεμπώ από το “Mια εποχή στην Κόλαση”.
Στη συνέχεια επικοινώνησα μαζί του και μου έστειλε την εκτός εμπορίου συλλογή του “Εγχειρίδιο για ερωτευμένους”, (Λευκάδα 2003), η οποία μου άρεσε ακόμη περισσότερο. Έτσι, αποφάσισα να σας παρουσιάσω δύο ποιήματα από κάθε μία συλλογή. Ειδικότερα θέλησα να παρουσιάσω το “Φάρο”, που το θεωρώ ως ένα από τα ωραιότερα ερωτικά ποιήματα που έχω διαβάσει. Πιστεύω πως είναι κρίμα να μένουν τέτοια ποιήματα “εκτός εμπορίου” και πως η δημοσίευσή τους στο “Ποιείν” θα τα οδηγήσει στους παραλήπτες-αναγνώστες που τα χρειάζονται και μπορούν να τα εκτιμήσουν όσο κι εγώ.










Εντυπωσιακά τα ερωτικά του ποιήματα… Τι κρίμα που είναι εκτός εμπορίου…
Αγαπητή Σοφία,
είμαι ένας φίλος του Δημήτρη-μαζί κάναμε κάποιες διασκευές αρχαίων ελληνικών μύθων.
Την ποίησή του τη γνωρίζω αρκετά και τον εκτιμώ βαθύτατα ως άνθρωπο και ως ποιητή.
Πρόσφατα μου μίλησε και για τη δική σου ποίηση.Επισκέφτηκα την ιστοσελίδα σου και επιφυλάσσομαι να σχολιάσω τα ποιήματά σου αργότερα.
Πάντως κι εγώ να ξέρεις πως μαγεύομαι από τη δυναμική που ακόμη έχει η παραδοσιακή έμμετρη ομοιοκατάληκτη ποίηση και πιστεύω στην αναγέννησή της με μια μετάγγιση σε αυτήν μοντέρνας αισθητικής,όπως αυτή διαμορφώθηκε με τον ελεύθερο στίχο.
Αναλυτικότερα,ίσωα κάποια άλλη φορά.
Αγαπητέ kyriaz, επειδή η ιστοσελίδα μου έχει να ανανεωθεί από το 2000, δηλαδή πάνω από επτά χρόνια (σκέφτομαι να την ανανεώσω ριζικά προσεχώς), θα σου πρότεινα αν θέλεις να ψάξεις (μέσω της αναζήτησης) εδώ στο Ποιείν για κάποια πιο πρόσφατα δικά μου.
Η ποίηση του Δημήτρη Σολδάτου νομίζω ότι μιλάει από μόνη της, όπως έγραψα και στο επίμετρο.
Όσο για την αναγέννηση της έμμετρης ομοιοκατάληκτης ποίησης, προσωπικά πιστεύω ότι έχει ήδη συντελεστεί κατά την περασμένη δεκαετία (σωστότερα: δεν “πέθανε” ποτέ ώστε να χρειάζεται αναγέννηση, ίσως μόνο για λίγο καιρό να φάνηκε πως….ξαποσταίνει) και υπό αυτό το πρίσμα εξετάζω και τον Δημήτρη Σολδάτο και όσους άλλους έχω παρουσιάσει και σκοπεύω να παρουσιάσω προσεχώς στο Ποιείν.
Για τα υπόλοιπα και πιο προσωπικά, για να μην κουράζουμε τους άλλους εδώ στο Ποιείν το e-mail μου είναι: sofiakol@hotmail.com
έχω διαβάσει ποιήματα του Δημήτρη Σολδάτου και είμαι γοητευμένη μαζί του….με συναρπάζουν..γιατί αγαπώ την κατανοητή ποίηση , τον ρυθμό , το μέτρο,όχι πάντα ,την ομοιοκαταληξία,όχι αυστηρά..
αλλά στο Δημήτρη Σολδάτο,μου αρέσουν όλα..έχει ένα μοναδικό ποίημα για την μητέρα..φιλάκια