ΤΙΠΟΤΑ ΧΡΥΣΟ ΔΕΝ ΕΠΙΒΙΩΝΕΙ

Το πρώτο πράσινο που έχει η φύση
Είναι χρυσό, μα πώς να μην τ’ αφήσει;
Λουλούδι είναι το πρώιμό της φύλλο,
Μα αρκεί μια ώρα μόνο και το φύλλο
Υποχωρεί· γίνεται φύλλο μόνο.
Έτσι βυθίστηκε η Εδέμ στον πόνο,
Έτσι και το ξημέρωμα τελειώνει·
Τίποτα χρυσό δεν επιβιώνει.

ΕΝΑ ΕΡΩΤΗΜΑ

Είπε μια φωνή, Κοιτάξτε με στ’ αστέρια
Κι αλήθεια πείτε μου, άνθρωποι της γης,
Οι ουλές σε σώμα και ψυχή απ’ τα νυστέρια
Δεν ήταν ακριβό αντίτιμο ζωής;

ΟΧΙ ΚΑΙ ΤΟΣΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ

Κάποιοι θα χαρείτε που έκανα ό,τι έκανα
Κι οι άλλοι δε θα με τιμωρήσετε αυστηρά
Που έκανα κάτι όχι απ’ τα απαγορευμένα
Πλην αυτοβούλως κι αναπάντεχο, φανερά.

Μια βάρβαρη τιμωρία δε θα’ ταν σωστή
Μιας και σας πρόσφερα μι’ απόδειξη απτή
Δεσμών πόλης κι ανθρώπου: δεν είν’ πιο συμπαγείς
Απ’ τα τείχη, τα υψηλότερα κάθε στέγης.

Xλευάστε με, είμαι δέσμιος στης Γης τα μέρη.
Σύμφωνοι, όμως χαλαρά μ’ έχει κρατήσει.
Η αντίληψη είναι κάτι ευχάριστο, εν μέρει.
Ποιος θα’ λεγε πως έχω επαναστατήσει;

Δικάστε με σε θάνατο λοιπόν, αλλά στη
Φύση αφήστε το ρόλο του εκτελεστή.
Την πνοή μου θα δημεύσω κι όσο-όσο,
Μετανοημένος, φόρο θανάτου θα πληρώσω.

Η ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Γέρικο σκυλί· γαβγίζει, έχει καταλάβει.
Θυμάμαι τότε που ήτανε κουτάβι.

ΟΧΙ ΟΛΟΣ ΕΚΕΙ

Στράφηκα στο Θεό, να πω
Για την απόγνωση στη γη·
Μα έγινε χειρότερο,
Είδα πως δεν ήταν εκεί.

Στράφηκε ο Θεός σ’ εμένα
(Μη γελάσει κάνας χαζός!)
Κι είδε πως δεν ήμουν εκεί –
Άντε, το πολύ ο μισός.

ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΜΑΣ ΠΕΙ Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ

Σαρκαστική Επιστήμη, θα’ θελε να ξέρει,
Μες στο εθελότυφλο καθεστώς του φόβου της,
Ποιο είν’ το δικό μας σχέδιο απόδρασης
Από εδώ, παρ’ ότι απ’ το δικό της χέρι
Βρεθήκαμε με τις επιλογές της φυγής
Ή της εξάλειψης. Θα τύχει ερώτησης
Περί του πώς ένας πύραυλος θα μας φέρει
Σ’ ένα μισό έτος φωτός μακριά αστέρι
Θερμοκρασίας μηδενικής; Γιατί να μας πει
Η Επιστήμη ό,τι ένας ερασιτέχνης μπορεί;
Θα φύγουμε ακριβώς με τον τρόπο που ήρθαμε
Πενήντα εκατομμύρια χρόνια πριν, αμέ –
Εάν κανείς θυμάται πώς το είχαμε κάνει.
Έχω μια θεωρία, μα δεν πολυκάνει.

ΠΥΓΟΛΑΜΠΙΔΕΣ ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ

Άστρα τους ουρανούς επιμελούνται,
Κι εδώ τη γη μύγες που τα μιμούνται·
Αν και στο μέγεθος ποτέ δεν ισούνται
(Κι αστέρια δεν ήταν ποτέ εν όλω),
Κάνουν συχνά το αστρικό τους σόλο.
Απλώς δε διατηρούν αυτόν τον ρόλο.

Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ-ΡΟΔΟ

Το ρόδο είναι ρόδο
Και πάντοτε ήταν ρόδο·
Μα και το μήλο ρόδο
Φαντάζει, εν προόδω.
Και το αχλάδι το ίδιο,
και το δαμάσκηνο από ’δώ.
Τον εραστή ρωτώ, να δω
Τι άλλο θ’ αποδειχθεί ρόδο.
Εσύ είσαι φυσικά ρόδο –
Μα πάντοτε ήσουν ρόδο.

ΓΝΩΡΙΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΝΥΧΤΑ

Έχω υπάρξει γνώριμος για τη νύχτα.
Έχω έξω περπατήσει στη βροχή – και πίσω.
Έχω υπερβεί τ’ απώτατα της πόλης φώτα.

Έχω δει το σοκάκι της το πιο απαίσιο.
Έχω δει φύλακα τη βάρδια του να κάνει
Και έχω σκύψει, απρόθυμος να εξηγήσω.

Έχω τον ήχο πάψει που το βήμα κάνει
Όταν μακριά έν’ ακαθόριστο ουρλιαχτό
Απ’ άλλον δρόμο άρχισε να φτάνει,

Μα όχι για να πει “γύρνα πίσω” ή “χαιρετώ”·
Κι όταν ακόμη πιο μακριά, σ’ ύψη θεόρατα,
Στον ουρανό ένα ρολόι κατάφωτο

Έκραξε τα λεπτά μη-λάθος, μη-σωστά.
Έχω υπάρξει γνώριμος για τη νύχτα.

Η ΔΥΣΚΟΛΙΑ ΤΗΣ ΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ

Μη ρωτάτε για το χρήμα
Πού ξοδεύτηκε – είναι κρίμα.
Κανείς δεν είναι τόσο θύμα
Για να θυμηθεί το νήμα
Των εξόδων, βήμα-βήμα.

ΣΕ ΕΝΑ ΕΓΚΑΤΑΛΕΛΕΙΜΜΕΝΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ

Μέσα απ’ τα χόρτα προχωρούν οι ζωντανοί
Για να διαβάσουν τις ταφόπλακες στο λόφο·
Οι ζωντανοί έλκονται ακόμη απ’ το ζόφο,
Αλλά νεκρός ποτέ δε θα ξαναφανεί.

Τα επιγράμματα όλο επαναλαμβάνουν:
«Οι ζωντανοί που απόψε παρελαύνουν
Για να διαβάσουνε τις πλάκες και να φύγουν
Αύριο νεκροί θα’ ρθούνε πάλι για να μείνουν.»

Βέβαια για το θάνατο, μάρμαρα ριμάρουν,
Όμως το νιώθεις ότι δε θα ξαναπάρουν
Νεκρούς στην αγκαλιά τους· δε θα φανερωθούν.
Τί’ ναι αυτό άραγε που οι άνθρωποι απωθούν;

Θα ήταν εύκολο έξυπνος να φανείς,
Να πεις στις πλάκες: Οι άνθρωποι μισούν το θέμα
Του θανάτου· δε θα πεθάνει ποτέ κανείς.
Εγώ νομίζω πως θα πίστευαν το ψέμα.

[Χρησιμοποιήθηκε η έκδοση: The Collected Poems of Robert Frost, Vintage, 2003]