ΝΥΧΤΕΡΙΝΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ

 

Ο  κόσμος

τσόφλια ψυχών

κι αγάλματα γερασμένα

γέμισε.

 

Βόρεια της πλατείας Βαρδαρίου

με βήμα χελώνας,

ο  φύλακας  Γεώργιος Μιχαήλοβιτς

περπατά ανάμεσα στις τελευταίες  οστεοθήκες

με τα πανύψηλα  κυπαρίσσια ∙

στη σόλα των  παπουτσιών  του

ο ήχος απ΄τα χρόνια που σπάνε.

 

Ένα στο αριστερό, ένα στο δεξί.

 

Στο περίγραμμα του νεκροταφείου των χρυσανθέμων

η διαδρομή του βίου του.

 

Ενίοτε κανείς μιλά πιο καθαρά

βαδίζοντας με τους νεκρούς.

`

*

ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΑ

 

Σήμερα

ποτίζει ένα δέντρο στην αυλή.

Αύριο

θα γεννήσει έναν γιο.

 

Ο γιος

ίσως διαβάσει κάτω απ’ την σκιά του δέντρου

ή

ίσως πάλι με τις δικές του σκιές φτιάξει νέα όπλα.

 

Σήμερα ποτίζει ένα δέντρο

αύριο ίσως ποτίσει την ανθρωπότητα με αίμα.

 

`

*

ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ

 

Μετά το θάνατο σου θα βγουν κάποιοι

να πουν πόσο καλά σε ήξεραν

κι ας μην σε άγγιξαν ποτέ.

Θα πουν λόγια αγάπης, καλοσύνης

κι ας μην αισθανθήκανε τίποτε από αυτά.

Θα πουν πόσο καλοί φίλοι ήσασταν

κι ας είχε να χτυπήσει μήνες το τηλέφωνο.

Θα πουν για το βίο και την πολιτεία σου

με μεγαλειώδη επίθετα

ξεχνώντας κάποια που δεν πρόλαβαν να αποστηθίσουν

-ο θάνατος πολλές φορές ξαφνικός-

θα πουν αυτά που θα ήθελαν να πουν

γι΄ αυτούς και στον δικό τους θάνατο.

 

Και πιο ‘κει

πίσω από τα κυπαρίσσια

θα γελάνε ειρωνικά οι αμαρτίες σου

γιατί αυτές σε ήξεραν καλύτερα

αισθάνθηκαν πιο πολλά για σένα

και χτυπούσαν συνέχεια τηλέφωνα στη συνείδηση σου  .

 

Γιατί αυτές δεν χρειάστηκε να αποστηθίσουν τελευταία στιγμή

επίθετα και λέξεις για τον επικήδειο

καθώς αυτές θα σε συντροφέψουν μιλώντας μαζί σου

απλά, λιτά κι απέριττα.

 

`

*

ΕΤΟΙΜΟΡΡΟΠΑ ΘΑΥΜΑΤΑ

 

Διαμελισμένες μέρες

στο κίτρινο φως του φθινοπώρου

νύχτες ετοιμόρροπες  στη σιωπή

χωρίς τη φωνή αγαπημένου προσώπου ∙

ανυπεράσπιστη η ζωή μου

παραληρεί σε άρρωστο ύπνο.

 

Το θαύμα των λέξεων

άδειο ρούχο στο πάτωμα

μια πένθιμη κορδέλα η γραφή.

 

Ποιήματα πηγάδια

δέχονται

κουβάδες τρυπημένους.

 

`

*

ΨΥΧΟΣΥΝΘΕΣΗΣ ΘΕΑ

 

Ήρεμα απογεύματα

πλημμυρισμένα με το τίποτα

φτιάχνουν τη μεγαλύτερη ερημιά ∙

ώρες σε ηδονικά βυθίσματα

πέλματα γυμνά

στ’ αγκάθια μνήμης ματαιόδοξης.

 

Απέναντι απ’ το κρεβάτι

ζωντανή κορνίζα η ποίηση

τούτη τη στιγμή χωρά

ένα καγκελωτό παράθυρο

τα ξεραμένα λεμονοκυπάρισσα ενός πένθιμου κήπου

ύστερα τη δύση

το φεγγάρι

έπειτα ολόκληρη αποδόμηση.

 

`

****************************************************

 

`

Η Ελευθερία Θάνογλου (1978-) κατάγεται από την Ολυμπιάδα Χαλκιδικής και διαμένει στην Θεσσαλονίκη. Έχει κυκλοφορήσει δυο ποιητικές συλλογές, «Αναπαράσταση» (εκδ. Πικραμένος, 2019) και «Οι πέντε εποχές του κόκκινου» (εκδ. Πικραμένος, 2017), για την οποία υπήρξε υποψήφια για το βραβείο ‘Μαρία Πολυδούρη’. Συμμετείχε στη συλλογική έκδοση διηγημάτων “Εκ του μη όντος” (Εκδόσεις Τύρφη, 2019) και σε συλλογικές ανθολογίες ποίησης από τις οποίες μεταφράστηκαν ποιήματά της στην αγγλική, την ιταλική και ισπανική γλώσσα. Έχει συγγράψει επίσης θεατρικά κείμενα για μουσική παράσταση για τη Μαρία Πολυδούρη (συνεργασία με τον Γιώργο Δίπλα).