Ιδιοφυείς έφηβοι

 

 

Το πρόσωπο του ποιητή ιστορημένο φυλακτό

τις άλαλες νύχτες,

με αινίγματα και όψεις ρημαγμένων,

αντιδικεί

με το φονικό βοριά του τέλους,

 

με ιδιοφυείς εκπτώσεις παίζει

στο σύμπαν του θανάτου.

 

Στα σπλάχνα ανοίκειου απογεύματος

ημίθεος έφηβος

ρίγανη στο χιόνι φυτρώνει τη ζωή.

 

 

Με εραστές κάθιδρους

και μακάριους εργαζόμενους

στα περίχωρα οιμωγών και φράσεων

αμνός του θεού, ο ποιητής

στην αριθμητική του Άδη είναι χρεωμένος.

 

Ακροβάτης,

στο σκοινί του έρωτα

την τελειότητα  της προδομένης σάρκας μετρά

με λέξεις και σημεία στίξης,

σε μια αυστηρή δασυνόμενη

διδασκαλία, ήχων, γραμμάτων και ρυθμού.

 

`

*

Η Σάλπιγγα

 

Υπάρχουν,

μέρες με λυγμούς χαμάληδες
στα περίπολα της νύχτας,

υπάρχουν,

νύχτες με σφαγμένους αδερφούς
στα βλάσφημα της συνείδησης,

ζωές με εργάτες που ταχυδρομούν ωδίνες
και επιθυμίες βουλιμικές σε εγκυμονούσες συζύγους,
για ένα κυριακάτικο τραπέζι,

στρωμένο με λινό τραπεζομάντηλο,
μια καράφα παγωμένο νερό
και ένα ταψί κρέας, βουτηγμένο στο θυμάρι.

 

Υπάρχουν πληγιασμένοι άνθρωποι,
όλες τις μέρες του έτους
π’ αγνώριστοι, γερασμένοι,
στα βαθιά μεσάνυχτα
ακούν την σάλπιγγα της εκτέλεσης.

`

*

Άοσμο Μέλλον

 

Οι ενοχές για τις χαμένες σκήτες

μεταμφιέζουν το φως,

θαύμα υψιπετές

π’ ανηφορίζει δίφθογγος λησμονιάς

στο μισάνοικτο μέλλον.

 

Οι αναχωρήσεις

αγαπητών κι αγαπημένων

δημεύονται στη διάνοια του θανάτου.

 

Διώκεται η ζωή

τους ύστερους μήνες

σε λυγισμένα σώματα.

 

Οι μοίρες σε αμμουδιές μνημοσύνων

στολίζουν τον ήλιο του καθενός μας

π’ αυτόχειρας

στα αναρριχητικά της μνήμης

ξεματώνει αξύριστος

στ’ ανοιγμένα χαντάκια.

 

Ανταριάζει στα απέθαντα

η τύχη

των λέξεων που γράψαμε

ίσως

και σε όποια μαντάτα

ηχογραφεί η ηχώ

την τελευταίας μας ανάσα.

`

*

Σημεία Στίξεως

Αγίνωτος κι αυτός ο θάνατος των μπλε,
πάει και έρχεται με την φορά του κύματος.

 

Ευλόγησον κύριε,
εδώ τα σπίτια έχουν βροχές ,
όπως τα ποιήματα καμένες λέξεις.

 

Κουρνιάζει,
στους πόνους των άλλων
ομογάλακτων και μη
τα έρημα βράδια,η ποίηση

πάμφωτη στο μαρτύριο
ενός ανεξερεύνητου λυρισμού
καθώς τρέμουν οι λέξεις
χωρίς τα σημεία στίξης.

Αγιότητας ενθύμια,
τα δάνεια του ποιητή
στα σανίδια του ποιήματος,
οι ήχοι, οι μελωδίες
μα
και οι διαθήκες της  δασείας.

 

Όσο υπάρχουν καμπάνες τα πρωινά,
τόσο θα υπάρχουν στα ποιήματα
η Ανάσταση και η Άνοιξη της,
τους μήνες που στα κομμένα δένδρα
θα αφήνουν τα κεφάλια τους
οι μοίρες της αδικοχαμένης βαρείας.

`

*

 

Γραφές με στάχτες

 

 

Απεικονίσεις του ελάχιστου

δίπλα σε εικονοστάσια

με αναρίθμητα ερωτηματικά

είναι η ζωή των ποιητών.

 

Στα  δένδρα των κοιμητηρίων

οι στάχτες των οστών τους

παραμορφώνουν

σιωπές της ματαιότητας.

 

Οι γραφές τους  αναφέρουν

για τις αναλογίες της ζωής

 

οξυδερκείς θνητοί είναι

στη λευκότητα του παρόντος

χρόνου.

`

*

 

Δέηση

 

Σε περιόδους

λοιπόν μεγάλης νηστείας

ατυχώς ξεκίνησαν

τα μνημόσυνα

για το φρικτό θέρος

ατυχώς

σταμάτησαν

κι οι μικρές συγκεντρώσεις στα σπίτια.

 

Έκτοτε

η μοναξιά

διαβάζεται παντού.

`

*

Η εξέργεση

Άρχισαν
οι αντιδράσεις για τα μέτρα
που πήρε το συμβούλιο.
Οι αλιείς, έκαψαν τα δίχτυα και έσπασαν στους αρσανάδες
τα νεόδμητα καΐκια.

Οι αυτόχθονες καλλιεργητές,
έπαψαν να ανταλλάσουν τους καρπούς
με τα μικρά των ετεροχθόνων ζώα.

Οι ένοικοι των ορεινών μοναστηριών
έστειλαν
τους δόκιμους καλόγερους να μάθουν για το κακό,
που έκαψε το στόλο.

Οι αρχαιολόγοι καθώς και οι τελευταίοι
ανθρωπολόγοι,
βρήκαν σε τάφρους τους θησαυρούς,
μαζί με σωρούς οστράκων,
κουκούτσια ελιάς
και μικρές φαλτσέτες εγκληματιών.

Πιο κει
υπήρχαν οστά από ανδρικά
σώματα
και μια λάρνακα,
που μέσα έκρυβε
ένα παιδί
καλά σφραγισμένο με μολύβι
και την επιγραφή.

Μολύνθηκε από τους καρπούς του δάσους.

 

 `

*

 

Σεπτέμβρης τότε,

ένας Σεπτέμβρης τώρα.

 

 

Θυμάμαι το Βιετνάμ,

γεμάτο άρρωστα παιδιά

στους χάρτες των ανταρτών

με τις μισοσκότεινες

σήραγγες στα μπαμπού ανθισμένες.

Θυμάμαι τη μητέρα,

στην εσωτερική αυλή να

καθαρίζει βύσσινο με την φουρκέτα.

Θυμάμαι τον πατέρα,

να κρύβεται στο πλυσταριό

του γείτονα τα μεσημέρια

εκείνου του έτους των χωροφυλάκων.

Θυμάμαι,

που αφήναμε τον γλόμπο

αναμμένο, όλη τη νύχτα στο

τετράγωνο στηθαίο, πάνω

από την πόρτα της μονοκατοικίας

για να βλέπουν ποιος μπαίνει και

ποιος βγαίνει.

Θυμάμαι,

τη σκάφη γεμάτο νερό να

γκρεμίζει ήχους και κλάματα

στο σαπουνισμένο σώμα μας.

Θυμάμαι,

ότι όλη η γειτονιά έβλεπε

μαυρόασπρα τα γεγονότα

στην τηλεόραση – με σήμα το

λιοντάρι-

ζώντας στην ασπρόμαυρη

πραγματικότητα των καταπιεσμένων.

Οι λιακάδες τότε ζάρωναν τα

πρωινά και μούχλιαζαν

τ’ απογεύματά μας στον κήπο,

με ολάνθιστα τα χρυσάνθεμα

του Αγίου Δημητρίου.

Θυμάμαι,

όμως τις νύχτες μας που

είχαν πολύ φως, γιατί όλο το

βράδυ τύπωνε στον πολύγραφο

προκηρύξεις ο πατέρας.

`

*********************************************************************

`

Ο Αντώνης Σκιαθάς γεννήθηκε στην Αθήνα το 1960 και σήμερα ζει στην Πάτρα. Είναι ποιητής, ανθολόγος και κριτικός λογοτεχνίας. Έχουν εκδοθεί οι ποιητικές του συλλογές: “Παραμεθόριο νεκροταφείο” (1983), “Ο ίππος των κυμάτων” (1990), “Παραμεθόριο νεκροταφείο. Ο ίππος των κυμάτων” (1992), “Θερινό ανεμούριο” (1993), “Φαντασιώσεις ενός οδοιπόρου” (1996), “Χαίρε αιώνα” (2002), “Ποιήματα-Περίληψη” (1983-2006) (2006), “Έρωτος επέτειος εαρινή” (2008), “Φιλόξενος πόλις” (2010), “Ευγενία” (2016) και “Ο μόνος πιστός ένοικος” (τρίγλωσση συλλεκτική έκδοση, 2018). Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε 11 γλώσσες ενώ έχουν συμπεριληφθεί σε ανθολογίες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Άρθρα και δοκίμιά του για την ποίηση, την ιστορία και την εκπαίδευση έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και περιοδικά. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και του Κύκλου Ποιητών. Συνδιηύθυνε το λογοτεχνικό περιοδικό “Ελίτροχος” στη δεκαετία του ’90. Στη συνέχεια δημιούργησε και διαχειρίζεται το “Γραφείον Ποιήσεως” και το Βραβείο Ποίησης “Zαν Mορεάς”.