1. ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΜΑΘΑΜΕ

 

Ποτέ δεν μάθαμε το ποιος

Πριν γίνει πέτρα ήταν λάσπη

Και των οδόντων ο τριγμός

Αν είναι αγάπη.

 

Ποτέ δεν μάθαμε το ποιος

Τα χερουβείμ ελευθερώνει

Και αν του θανάτου ο λυγμός

Μας ξεχρεώνει.

 

Ποτέ δεν μάθαμε το ποιος

Κρυφοπατά μες το σαλόνι

Και των ονείρων ο θεός

Πού τα ζυμώνει;

 

Ποτέ δεν μάθαμε το ποιος

Σκυφτός ξερόφυλλα σκουπίζει

Και το πρωί καμαρωτός

Χρόνο δανείζει.

 

Ποτέ δεν μάθαμε το ποιος

Προτού ραγίσει ήταν ώμος

Και των ασφοδέλων καρπός

Αν ήταν τρόμος.

 

Ποτέ δεν μάθαμε το ποιος

Ποιος μας σκαλίζει σαν πλατίνα

Και ποιος μας κρύβει απ’ το φως

Με την κουρτίνα.

 

Ποτέ δεν μάθαμε το ποιος

Μας χαιρετάει και μακραίνει

Και ο παλιός μας εαυτός

Γιατί πεθαίνει;

`

*

2. ΠΟΙΟΣ

 

Ποιος τα χρόνια μου μισθώνει

Με φτηνές ανταμοιβές

Ποιος το μέλλον ξεδιπλώνει

Μ’ ακριβές στατιστικές;

 

Ποιος ορίζει τι θα φάω

Και με ποιον θα κοιμηθώ

Ποιος μου δείχνει πού να πάω

Και από ποιον ν’ αγαπηθώ;

 

Ποιος μικραίνει τη σκιά μου

Και μου ασπρίζει τα μαλλιά

Ποιος γεννάει τα παιδιά μου

Και τα πάει στα αγγλικά;

 

Ποιος μου σκάβει μια θέση

Με σκεπάζει στα ζεστά

Ποιος θρονιάζει στο τραπέζι

Και καπνίζει τα στριφτά;

 

`

*

3. ΌΠΟΙΟΣ ΝΟΜΙΖΕΙ

 

«Όποιος νομίζει πως πετά

Είναι το έδαφος που νεύει»

Μια τσιγγάνα μου μιλά

Και έπειτα φεύγει.

 

«Όποιος νομίζει πώς μεθά

Είναι ο κόσμος που χορεύει»

Ένας  ζητιάνος με κοιτά

Κι ύστερα φεύγει.

 

Όποιος νομίζει πως νομίζει

Σηκώνει πάντα ένα σταυρό

Βαδίζει πάνω στο αφρό

Και στο σκοτάδι φωσφορίζει.

 

«Όποιος νομίζει πως ξυπνά

Είναι το φως που ταξιδεύει»

Ένας τυφλός με ακουμπά

Κι ύστερα φεύγει.

 

«Όποιος νομίζει πως γερνά

Είναι ο χρόνος που στερεύει»

Μια γριά με χαιρετά

Και έπειτα φεύγει.

 

Όποιος νομίζει πως νομίζει

Έχει το πιο όμορφο λειρί

Τον αγαπούν οι κυνηγοί

Και στο στομάχι  καταλήγει.

`

*

 

4. ΕΛΑΦΡΟΠΕΤΡΑ

 

Γεννήθηκα ελαφρόπετρα, το δέρμα να λειαίνω

Αγιογδύτης των ψυχών και σώμα διψασμένο.

Ο Γιαγκούλας μού χάρισε πλυμένη την Παρδάλα

Και ο Πανουριάς με έταξε στην Παναγιά Κανάλα.

 

Ο γέρο Λύγκος μού φέρε σκισμένη αμνηστία

Κι ο μοναχός το στρώμα του, θαμμένη αμαρτία.

Με τη σιωπή μου τρύπωσα στα πιο τρανά λαρύγγια

Τους έστριψα απ’ το λαιμό, κτύπησα στα μηνίγγια.

 

Όσοι με καταράστηκαν, στον ύπνο είδαν ψάρια

Κι αυτοί που με αγάπησαν, τους κέρδισαν στα ζάρια

Έμεινα άθραυστο γυαλί τη «Νύχτα των Κρυστάλλων»

Ένα λουλούδι άκοπο στον κήπο των Σινιάλων.

 

Ξενοπατώντας έστρωσα το χώμα με άδεια χνάρια

Γέμισα με αινίγματα του χρόνου τα λιθάρια

Πήρα μια τούφα απ’ τα μαλλιά της Σίβυλλας του Ρήνου

Και έδεσα ολόσφιχτα τη γλώσσα μανδαρίνου.

`

*

5.  Ο ΞΕΝΟΣ   

 

Περπατάει στην ομίχλη ή το μάτι είναι θολό

Ξένος μέχρι το μεδούλι με το γύρω του θεριό

«Με γαζώνουν οι ειδήσεις και  οι κοσμοθεωρίες

Που ΄χα κάποτε φλερτάρει σαν τις όμορφες κυρίες».

 

Τριγυρνά πια ένας άλλος μες στην άγνωστη πλατεία

Σαν τυφλός ζητά του κόσμου την αλλόκοτη μαγεία

«Έχω τρεις ζωές να ζήσω μέσα στη μικρή ζωή μου

Τόσα σώματα να θρέψω μες στο ίδιο το κορμί μου».

 

Στρίβει στη γωνιά του δρόμου που ‘ταν κάποτε φωλιά του

Είναι εκεί σαν πάντα όλοι μα είναι τόσο μακριά του

«Άλλοι μες στα ίδια ρούχα, τόσα πρόσωπα αλλαγμένα

Αν αυτοί με είχαν ζήσει, ποιος μεγάλωσε με μένα;».