ΤΟ ΑΔΙΚΑΙΩΤΟ ΤΟΥ ΧΩΜΑΤΟΣ ΧΑΣΜΟΥΡΗΤΟ

Ήρθαν τα καρφιά που αγκυλώνουν
με το πρόσχαρο γέλιο του δύτη
που σαλτάρει στο τσιμέντο και σπάει τα δόντια του.

Τα κοίταζα με το πάθος του συλλέκτη.
Δεν ήξερα τι να δώσω γι’ αντάλλαγμα.
Το μυαλό μου νερουλό μπαλάκι στα χέρια του γίγαντα πίσω απ’ το πέπλο.
Έπαιρνε το σχήμα της παλάμης του.
Κάθε λεπτό να στριφώνει με βία.

Και το ανοιχτό στόμα του σκύλου
το τάνυσμα της σοφής γάτας
το αδικαίωτο του χώματος χασμουρητό.

ΑΞΙΟΤΙΜΟΙ ΣΥΝΑΔΕΛΦΟΙ

Αξιότιμοι συνάδελφοι
εσείς οι ποιητές με τη βούλα
εσείς που υπήρξατε υπάκουοι μαθητές
σχολών δημιουργικής γραφής
εσείς που τιθασεύσατε το μέσα σας υγρό
εσείς που βγάλατε τον μεγαλοπρεπή σκασμό
κι έπειτα είδατε τις πύλες των εκδόσεων ν’ ανοίγουν
και το σινάφι να σάς κουνά την ουρά μεγαλόψυχα
εσείς που μάθατε να σκύβετε τη μέση με μιαν ευλυγισία αξιοζήλευτη
εσείς που τώρα κοιτάτε με συγκατάβαση και το αυτάρεσκο χαμόγελο του ανθρώπου που επέτυχε

κάντε τον κόπο να σκύψετε το βλέμμα

ο Οιδίποδας
με τα τυφλά του μάτια
σάς τείνει τα χέρια

να ψαύσετε ζητά
το σκοτάδι του.

ΠΟΝΟΣ ΣΤΟ ΔΙΑΦΡΑΓΜΑ

Αν καταφέρω ποτέ να κλείσω σε ποίημα
το ασήμι της θάλασσας
κείνη την ώρα του σούρουπου που μαγεμένα τα πουλιά διπλώνουν τις φτερούγες και κοιμούνται
αν καταφέρω ποτέ να κλείσω σε ποίημα
τα μαύρα στίγματα στη μπάλα της σελήνης που φλέγεται
και τα σκυλιά γαληνεύουν το βήμα τους
και τις μουσούδες απλώνουν στον τυχαίο διαβάτη να χωρέσει την πίκρα του

( α
κι η ομορφιά πονάει
ειδικά αυτούς που πλάστηκαν με το καρφί στο στέρνο
και ξόδεψαν μια ολάκερη ζωή
να μάχονται σε αλώνια ξένα
και σταματούσαν κάποτε μπροστά στα μάτια της
και τη δείχναν με χέρια που τρέμαν
μα τους καρφώναν σίδερα στις κόρες των ματιών τους )

Αν καταφέρω ποτέ να δώσω όνομα στο χάος της άμορφης δίνης
που κρατά το χέρι μου δεμένο

θα’ ναι που έσπασα την πέτρα
και θα κοιμηθώ
στον ίσκιο αυτού του ποιήματος που ξέρω πως θα είναι πια
το τελευταίο.