`
Το Α\' Μερος και το Επίμετρο ΕΔΩ


ΕΑΡΙΝΗ ΠΑΡΕΛΑΣΗ
Μπορείς εσύ – εσένα λέω!
Εσένα, εσένα
που καθαρίζεις τα δόντια σου
με το στιλέτο. Εσένα
που σκουπίζεις τα πόδια σου
με το κρέπι που ‘σκισες
απ’ τα φέρετρα των νεκρών μας!

Εσένα λέω με τους χαυλιόδοντες
που ρουφάς γι’ «απεριτίφ» τον ύπνο των αθώων
και καταβροχθίζεις για καρύκευμα
τα όνειρά μας.

Εσένα! Νεκρέμπορε! Νεκροληστή!
που παίρνεις το ουίσκι σου
απ’ τις φλέβες των νηστικών. Εσένα
που σου ‘γινε η γαλήνη μας μαρτύριο
κι η ευτυχία μας Εφιάλτης.

Εσένα!
Που ξυπνάς κάθε πρωί
απ’ τον ύπνο του δικαίου
έτοιμος για τη γιορτινή σου παρέλαση,
μη βιάζεσαι να χαρείς
δεν παρελαύνει το πτώμα της Άνοιξης
ούτε η Ειρήνη στο φέρετρό της.
Παρελαύνει
ο πιο θανάσιμος εχθρός σου –
ο υπ’ αριθμόν 1
ο Έρωτας.

`
*
ΑΝΘΡΩΠΟΝ ΑΙΤΩ

Κοίτα εκεί. Τι ακαταλόγιστη αντινομία!
Τι μασκαράδικη αθάνατη ψευτιά!
Να ψάχνεις μες σ’ έναν ωκεανό από νερό
και να μη βρίσκεις ούτε μια σταγόνα!

Μα όλα αυτά είναι μαθήματα αργοπορημένα.
Τ’ αφήσαμε σκαλισμένα στις πέτρες.
Και οι πέτρες πάλιωσαν και θρυμματίστηκαν.
Και τα μαθήματα χάθηκαν.

Μα να που βρυκολάκιασαν μερικά
κι έλαβα προχθές ένα
από έναν πλανταγμένο καλλιτέχνη.
Έναν αργοπορημένο Φειδία
που αντίς για μάρμαρο
δούλευε σε ξύλο.

Έφτιαχνε ξύλινα σκυλιά.
Τα σκάλιζε, τα μαστόρευε.
Τα λουστράριζε.
Τ’ αράδιαζε στο ράφι
γλυκά και προσεχτικά.
Κι ύστερα έπεφτε σ’ απελπισία!
– Αλίμονο, τι θ’ απογίνουμε σινιόρε;
Κανείς πια σήμερα, κανείς
δεν αγοράζει ψεύτικα σκυλιά.
– Ξέρεις γιατί, Τζιάκομο;
Είναι πολύ απλό: γιατί δεν δαγκώνουν.
Φτιάξε καλύτερα ανθρώπους.
– Ξύλινους;
– Ξύλινους, χάρτινους, αχυρένιους.
Έχουν πέραση.
– Κακή μου μοίρα. Και τι θα πούνε οι αληθινοί;
– Μα… υπάρχουν;
Γερο-Τζιάκομο, θέλω να σου πω μιαν ιστορία.
Μιαν ιστορία για έναν Γκραίκο,
έναν Διογένη. Τον έχεις ακουστά;
– Δεν είναι από δω… Τι δουλειά κάνει;
– Τρεις χιλιάδες χρόνια ψάχνει γι’ άνθρωπο
κι ακόμη δε τον βρήκε!
Όσο για τα ψεύτικα σκυλιά σου,
κράτα τα! Μια μέρα θα σου χρειαστούν.
– Τι; Θα μάθουν να δαγκώνουν;
Θα γίνουν αληθινά;
– Όχι. Θα γίνουν πιο ψεύτικοι οι αγοραστές
και θ’ αγοράζουν τα ψεύτικα σκυλιά σου!

`
*
Ο ΕΞΑΓΓΕΛΟΣ ΤΩΝ «ΠΕΡΣΩΝ»

Σαν έφτασε ο Εξάγγελος στα Σούσα
με καταξεσκισμένο αντερί
για ν’ αναγγείλει το χαμό της Σαλαμίνας…
Και πήρε η σύναξη να βογκά.
Και πέτρωσαν ολοσούσουμοι οι γέροι
κι η Άτοσσα απόμεινε μπρος την πύλη
σαν άγαλμα χρυσό…
Από ‘ναν μακρινό αμμοσωρό
ένας καταμόναχος σκύλος
– σαν πανάρχαιος χρησμός –
ένωσε το κλάμα του,
με τον ψυχοδαρμό των γέρων.
Και συνταράχτηκαν συθέμελα οι Ναοί
και τα χρυσά παλάτια της Περσίας.

Τότε η μεγάλη βασίλισσα,
δείχνοντας τ’ οδυρόμενο σκυλί
«Να σταματήσει!» πρόσταξε.
«Να σταματήσει να διηγάται ο Εξάγγελος
και να κοπούν οι οδυρμοί
και το θρηνολόι των γερόντων».

Τότε η σύναξη σα μαύρη κιονοστοιχία
πέτρωσαν στον τόπο της.
Και με βλέμμα ετοιμόσβηστο:
«Τι δηλοί;» ρώτησαν. «Μεγαλοδόξαστη βασίλισσα!
Τι δηλοί αυτή η σιωπή;»

Κι η Βασίλισσα
– μαδώντας την πλουσιόκομη κεφαλή της –
«Αλί!… είπε. Αλί. Εγώ –
το πικρό το άγγελμα το έλαβα.
Σαν σταματήσει το κλάμα του σκυλιού
θ’ αρχίσει ο θρήνος της Περσίας!»

`
*
ΚΑΙ ΤΕΛΟΣ

Δε θυμάται
πώς ακριβώς έγινε αυτό.
Τον γκρέμισαν; Έπεσε μοναχός του;
Ή μήπως τον κατέβασαν προσεχτικά
όπως στις εκκλησιές τους πολυελαίους.

Αυτός δε θυμάται, δεν μπορεί να θυμηθεί.
Ήταν κουρασμένος, τόσο…
Μόλις πρόφτασε να ψελλίσει:
«Θεέ μου τι λίγη που ήταν η ζωή…»

Κι ύστερα.
Ύστερα… τίποτα. Κάθισε στη χλόη
κι έφαγε το τελευταίο του ξεροκόμματο.
(Αυτό που ‘φερε απ’ τον απάνω κόσμο).
Αμέσως ήρθαν τα μερμήγκια.

Ύστερα.
Ύστερα πάλι τίποτα.
Ακολούθησε το «πένθιμο εμβατήριο».
Ξοπίσω του σύρθηκε ένα ποτάμι
από διατεταγμένα δάκρυα
και μετά, τίποτα.

Μόνο… Κάτι βουρκωμένα σύννεφα
ντράπηκαν να χύσουν το νερό τους
δίπλα στα ψεύτικα δάκρυα
και πήγαν να κλάψουν αλλού.

Αργά. Πάνω απ’ το κοιμητήρι
έπεσε συλλογισμένο το βράδυ
και του ‘ραψε τα μάτια.
Τα μερμήγκια τούτη τη φορά δεν ήρθαν.
Ήρθαν τα σκουλήκια.

`
*
Ο,ΤΙ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ

Τον αγαπήσαμε, πολύ τον αγαπήσαμε
αυτόν τον απαίσιο – αυτόν τον θεσπέσιο –
κόσμο μας.
Τον αγαπήσαμε κι ας τον βλέπαμε
πίσω απ’ τα σίδερα.

Αγαπήσαμε τις χειροπέδες μας
πιο πολύ κι απ’ τα βραχιόλια
που θα βάζαμε στα χέρια της αγαπημένης
κι ας ζύγιζαν πολύ πιο βαριά
(είκοσι καράτια δάκρυα!)

Μα αν δε λέγαμε «όχι» τότε
αν δε λέγαμε τότε «ποτέ»
οι αλυσίδες που αρνηθήκαμε
θα δένανε τα χέρια των παιδιών μας.

Και τα βιβλία μας, αυτά που γράψαμε
για τον έφηβο του «Τώρα» και του «Αύριο»
για τον έφηβο του σημερινού
και για τον έφηβο του αυριανού – Αιώνα
αν δεν λέγαμε τα «όχι» και τα «ποτέ»
τότε τα βιβλία μας
θα ‘πεφταν απ’ τα χέρια τους ντροπιασμένα.
Όσο για σένα, ωραίε ψαλμωδέ του Στίχου,
αν δεν έχεις τη δύναμη,
αν δεν έχεις την τόλμη –
να δείξεις ένα δρόμο…
Κόψε καλύτερα το χέρι σου!
Μη δείχνεις το γκρεμό!

`
*
ΕΡΩΤΙΚΟ ΚΑΛΕΣΜΑ

Έλα κοντά μου. Δεν είμαι η φωτιά.
Τις φωτιές τις σβήνουν τα ποτάμια.
Τις πνίγουν οι νεροποντές.
Τις κυνηγούν οι βοριάδες.
Δεν είμαι η φωτιά.

Έλα κοντά μου. Δεν είμαι ούτε ο άνεμος.
Τους ανέμους τους κόβουν τα βουνά.
Τους βουβαίνουν τα λιοπύρια.
Τους σαρώνουν οι κατακλυσμοί.
Δεν είμαι ο άνεμος.

Έλα κοντά μου. Δεν είμαι ούτε ο ωκεανός.
Τους ωκεανούς τους δαμάζουν οι Τρίτωνες.
Τους ημερεύουν οι ζέφυροι.
Τους μαγεύουν οι σειρήνες. Όχι.
Δεν ειμ’ ωκεανός.

Έλα κοντά μου. Δεν είμαι ούτε λιμάνι.
Δε σου τάζω την απανεμιά.
Ούτε τις γλυκές ισημερίες,
και τις αλκυονίδες ζεστασιές.
Δεν είμαι λιμάνι.
Εγώ… Δεν είμαι…
Παρά ένας κουρασμένος στρατολάτης.
Ένας αποσταμένος περπατητής.
Που ακούμπησε στη ρίζα μιας ελιάς
για ν’ ακούσει το τραγούδι των γρύλων.
Και αν θέλεις…
Έλα να τ’ ακούσουμε μαζί.

`
*
ΤΟ ΑΛΗΘΙΝΟ ΜΑΣ ΡΟΥΧΟ

Το πιο πολύτιμο ρούχο μας.
Το πιο επίσημο ρούχο μας.
Το πιο εμφανίσιμο ρούχο μας.
Η χλαμύδα μας.
Το φράκο μας.
Το νυχτικό μας.

Το μόνο σωστό μας.
Το μόνο πιστό μας.
Το μόνο αιώνιο ρούχο μας
είναι το πετσί μας.

Και δεν ντρέπομαι αν είναι μαύρο,
άσπρο
ή μελαψό.

Ντρέπομαι για κείνους που το χωρίζουν
σε μαύρο,
άσπρο
και μελαψό.
`

`
*
ΑΛΛΟΔΑΠΟΣ

Ανάμεσα απ’ τα νύχια της νύχτας
παραδέρνω σαν αιχμάλωτο έντομο –
ξένης ιθαγενείας.
Πατέρα είχα έναν τζίτζικα ραψωδό
με τρύπιο παντελόνι.
Και μητέρα την απέραντη Ερημιά.

Επάγγελμά μου την κραυγή
– τ’ απαρηγόρητο τραγούδι της τυράγνιας –
κι ηλικία; Αν βγάλεις έξω τις νύχτες
δεν έζησα καθόλου.
Καταδίκη; Μου ‘ραψαν τα χείλη
γιατί τάραζα τον ύπνο ενός Τυφλοπόντικα Φαραώ
που ‘χτιζε τις πυραμίδες του
κάτω απ’ το δέντρο της μοναξιάς μου.

Σ’ αυτό συμφώνησαν ομόφωνα
κι όλοι οι ευαίσθητοι βράχοι
κι ένας ιεροκήρυκας Ιπποπόταμος
που κήρυττε με πάθος την εγκράτεια.

Και μόνο μια ευγενικιά πεταλούδα
μη βρίσκοντας άλλη φλόγα να καεί
τρύπωσε στην καρδιά μου.