`

CHARLES BEAUDELAIRE
1821-1867

`
Ο ΣΚΥΛΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΠΟΥΚΑΛΑΚΙ
-Όμορφέ μου σκύλε, αγαπημένο μου παιχνίδι , πλησίασε και έλα να αναπνεύσεις ένα εξαίσιο άρωμα αγορασμένο από τον πιο καλό μυροπώλη της πολιτείας .
Και ο σκύλος , κουνώντας την ουρά του , αυτό που είναι , όπως πιστεύω , γιʼ αυτά τα φτωχά ζώα , το σημάδι που αντιστοιχεί στο
γέλιο και στο χαμόγελο , πλησιάζει και βάζει με περιέργεια την υγρή του μύτη πάνω στο ξεβουλωμένο μπουκαλάκι…μετά , υποχωρώντας απότομα , με φόβο μου γαυγίζει σα να με κατηγορεί .
-Αχ ! άθλιε σκύλε , αν σου είχα προσφέρει ένα πακέτο με κοπριές , θα τις μύριζες ευχάριστα και ίσως και να τις κατάπινες . Έτσι εσύ
αισχρέ σύντροφε της θλιβερής ζωής μου , μοιάζεις με το κοινό που δεν πρέπει ποτέ να του παρουσιάζουν αρώματα ευαίσθητα που το ερεθίζουν , αλλά ακαθαρσίες διαλεγμένες με επιμέλεια.

*

ΧLIV
Η ΣΟΥΠΑ ΚΑΙ ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ

Η μικρή μου τρελή αγαπημένη μού σέρβιρε το γεύμα, και από το ανοιχτό παράθυρο της τραπεζαρίας θαύμαζα τις κινούμενες αρχιτεκτονικές που ο Θεός φτιάχνει με τους ατμούς, τις υπέροχες κατασκεύες του άπιαστου. Και έλεγα μέσα στο θαυμασμό μου:-Όλες αυτές οι φαντασμαγορίες είναι σχεδόν το ίδιο όμορφες με τα μάτια της όμορφής μου αγαπημένης, του μικρού τρελού τέρατος με τα πράσινα μάτια.
Κι απότομα δέχτηκα ένα άγριο χτύπημα γροθιάς πάνω στην πλάτη, κι άκουσα μια φωνή βραχνή και θελκτική, μια φωνή υστερική και σα χαλασμένη απʼ το ρακί, τη φωνή της ακριβής μου μικρής αγαπημένης που μου έλεγε: -Θα φας επιτέλους τη σούπα σου , κ… μ… έμπορα συννέφων ;
`
`
*******************************************************

ARTHUR RIMBAUD
1854-1891

`
ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ

ΙΙΙ

Στο δάσος, υπάρχει ένα πουλί, το τραγούδι του σας σταματάει και σας κάνει να κοκκινίζετε.

Υπάρχει ένα ρολόι που δεν κτυπά.

Υπάρχει ένα έλος με μια φωλιά ζώων λευκών.

Υπάρχει ένας καθεδρικός ναός που κατεβαίνει και μια λίμνη που ανεβαίνει.

Υπάρχει ένα μικρό αμάξι παρατημένο μέσα στη λόχμη, ή που κατεβαίνει το μονοπάτι τρέχοντας με κορδέλες σκεπασμένο.

Υπάρχει ένα μπουλούκι μικρών ηθοποιών με κουστούμια, που διακρίνονται πάνω στο δρόμο μέσα από τις παρυφές του δάσους.

Υπάρχει τέλος πάντων, όταν πεινάμε και διψάμε, κάποιος που σας κυνηγά.

*

ΒΕΙΝG BEAUTEOUS

Μπροστά σε μια νιφάδα χιονιού μια Ύπαρξη της Ομορφιάς υψηλού αναστήματος. Σφυρίγματα θανάτου και κύκλοι υποχθόνιας μουσικής
ανεβάζουν φαρδαίνουν και τρεμουλιάζουν σαν ένα φάντασμα αυτό το λατρεμένο κορμί, κατακόκκινα και μαύρα τραύματα λάμπουν μέσα σε περήφανες σάρκες. Tα χρώματα τα καθαρά της ζωής σκουραίνουν, χορεύουν και ελευθερώνονται γύρω από το Όραμα πάνω στην αποθήκη. Και οι φρίκες σηκώνονται και βροντούν, και η τρελή νοστιμάδα αυτών των εντυπώσεων φορτώνεται με τα θανατηφόρα σφυρίγματα και με τις βραχνές μουσικές που ο κόσμος, μακριά πίσω από εμάς εκτοξεύει πάνω στη μητέρα μας της
Ομορφιάς,- αυτή υποχωρεί, ανασηκώνεται. Ω τα κόκαλά μας έχουν ξαναντυθεί μʼ ένα καινούργιο ερωτιάρικο κορμί.
*
ΦΡΑΣΕΙΣ

ΟΤΑΝ ο κόσμος θα μικρύνει και θα γίνει μονάχα ένα δάσος μαύρο για τα τέσσερα κατάπληκτα μάτια μας,- σε μια αμμουδιά για δυο παιδιά πιστά,- σε ένα σπίτι μουσικό για την λαμπρή μας συμπάθεια,- εγώ θα σας συναντήσω.

*

Όταν είμαστε πολύ δυνατοί,- ποιος υποχωρεί ; πολύ χαρούμενοι,- ποιος γελοιοποιείται ; Όταν είμαστε πολύ κακοί,- τι θα κάνουν μαζί μας.

Στολιστείτε, χορέψτε, γελάστε.- Δε θα μπορέσω ποτέ να στείλω τον έρωτα απʼ το παράθυρο.

*

Τέντωσα χορδές από καμπαναριό σε καμπαναριό, γιρλάντες από παράθυρο σε παράθυρο, χρυσές αλυσίδες από αστέρι σε αστέρι, και
χορεύω.

*

Η λιμνούλα ψηλά συνέχεια αχνίζει. Ποια μάγισσα θα σηκωθεί πάνω στο λευκό ηλιοβασίλεμα ; Ποιά βιολετιά φυλλώματα θα κατέβουν ;

*

Την ώρα που τα δημόσια έσοδα κυλούν στις γιορτές της αδελφοσύνης, χτυπά μια καμπάνα φωτιάς ρόδινη μέσα στα σύννεφα.

*

Ζωογονώντας μια χαριτωμένη γεύση Σινικής μελάνης, μια πούδρα μαύρη βρέχει γλυκά πάνω στην αγρύπνια μου.- Λιγοστεύω τα φώτα του πολυελαίου, πέφτω στο κρεβάτι, και γυρισμένος προς τη μεριά της σκιάς, σας συναντώ κορίτσια μου! βασίλισσες μου!
`
`
************************************************************

GUILLAUME AROLLINAIRE
1880-1918

`
Βρέχει
Βρέχει φωνές γυναικών σα να ήταν πεθαμένες ακόμα
και μες στην ανάμνηση
κι εσάς είναι που βρέχει εξαίσιες συναντήσεις της
ζωής μου ω σταγονίτσες
κι αυτά τα αφηνιασμένα σύννεφα χλιμιντρίζουν ένα
σύμπαν αυτηκόων πολιτειών
άκου αν βρέχει καθώς η λύπη και η περιφρόνηση
κλαίνε μια αρχαία μουσική
άκου που στάζουν οι δεσμοί που σε κρατούν ψηλά
και χαμηλά

*
Το τραγούδι του έρωτα
Ιδού από τι είναι φτιαγμένο το συμφωνικό τραγούδι του
Έρωτα
Υπάρχει το τραγούδι του έρωτα το παλιό
Ο θόρυβος των ταραγμένων φιλιών διασήμων εραστών
Οι κραυγές του έρωτα των θνητών γυναικών βιασμένες από
τους θεούς
Ο ανδρισμός των μυθικών ηρώων σε ανάταση όπως τα
όπλα ενάντια στʼ αεροπλάνα
Το πολύτιμο ουρλιαχτό του Ιάσωνα
Το θανατηφόρο τραγούδι του κύκνου
Και ο ύμνος ο νικηφόρος που οι πρώτες ακτίνες του ήλιου
τραγουδούν στον ακίνητο Μέμνονα
Υπάρχει η κραυγή των Σαβίνων τη στιγμή της αρπαγής
Υπάρχει επίσης η ερωτική κραυγή του αίλουρου μέσα
στη ζούγκλα
Ο υπόκωφος θόρυβος των χυμών που ανεβαίνουν μέσα
στα τροπικά φυτά
Οι βροντές του πυροβολικού που αποτελειώνουν τον
τρομερό έρωτα των λαών
Τα κύματα της θάλασσας όπου γεννιέται η ζωή και η
oμορφιά
Υπάρχει εκεί το τραγούδι όλου του έρωτα του κόσμου

`
`
**********************************************************

Jules Supervielle
1884 -1960

`
Ταξιδιώτη , ταξιδιώτη δέξου την επιστροφή ,
Δεν έχει θέση πια σε σένα για τα καινούργια πρόσωπα ,
Τʼ όνειρό σου σχεδιασμένο με τα πολλά τοπία ,
Ας το να ξεκουραστεί μες στο καινούργιο σου περίγραμμα .
Γλίτωσε από τον ορίζοντα που όλο με θόρυβο σε διεκδικεί
Για να ακούσεις επιτέλους τη ζωντανή σου οχλοβοή
Που τώρα την φυλά με τις αψίδες της τις καταπράσινες
η φοινικιά που υποκλίνεται στις πηγές της ψυχής σου.
*
Μεταθανάτιο
Θα ʽπρεπε να δώσουμε στους νεκρούς φράσεις καθημερινές
Λέξεις που με ευκολία πηγαίνουν απʼ τα χείλια μας στα αυτιά τους ,
Λέξεις για να βαστούν συντροφιά
Όταν δεν είμαστε πια στη ζωή .
Βοηθείστε με ,φίλοι μου ,άνθρωποι ,
Δεν είναι δουλειά μοναχά για έναν . Από τις μεταχειρισμένες φράσεις τριμμένες από τα χρόνια
Φράσεις δικές σας και δικές μου μα και των πατεράδων μας
Προπάντων για τους νεκρούς του πολέμου
Με τη μοίρα τους που εξερράγη Φράσεις διαλεγμένες προσεχτικά
Για να τους έχουν εμπιστοσύνη .
Τίποτε δεν είναι τόσο δειλό όσο ένας νεκρός
Αισθάνεται λιγάκι τον έξω αέρα
Και να που δυσπιστεί ,
Φράσεις που πρέπει να τις βαστούμε έτοιμες
Για να τις τρίβουν λιγάκι στα χείλια τους
Και βρίσκοντας τες τόσο όμορφες από την μεγάλη τους χρήση
Αισθάνονται το μικρό πυρετό
Που μαζί του έχασε μια όμορφη μέρα την ανάμνηση των σκοταδιών
Και κοίταξε πίσω του .

`
`
************************************************************

ΡΙΕRRE REVERDY
1889-1960

`
TO ΓΥΑΛΙΝΟ ΚΛΕΙΔΙ

Τρύπες στον τοίχο , τρύπες στην καμινάδα και στην πίπα μου ` στη γωνία δυο σταυρωμένα μπαστούνια χτυπιούνται μεταξύ τους . Ποιός θα τα πάρει ; Δεν κάθεται κανείς στο τραπέζι , κανείς πάνω στο κρεβάτι και οι πολυθρόνες είναι άδειες . Κάποιος θέλει να βγει έξω . Αλλά δεν είμαι εγώ που φύσηξα τη λάμπα για να σβήσει , δεν είναι τα βάδισμά μου που κατεβαίνει τη σκάλα , ίσως υπάρχει κι άλλος νεκρός μέσα στο σπίτι .

*

ΟΙ ΣΧΙΣΤΟΛΙΘΟΙ ΤΗΣ ΣΤΕΓΗΣ

Σε κάθε σχιστόλιθο
Που γλιστρούσε στη στέγη
Είχαμε
Γράψει ένα ποίημα
Η υδρορροή ήταν στολισμένη με διαμάντια
Και τα πουλιά τα έπιναν

`

`

************************************************************

PAUL ELUARD
1895-1952

`

Στην Ισπανία

Εάν στην Ισπανία υπάρχει ένα ματωμένο δέντρο
Είναι το δέντρο της ελευθερίας

Εάν στην Ισπανία υπάρχει ένα στόμα φλύαρο
Μιλάει για ελευθερία

Εάν στην Ισπανία υπάρχει ένα ποτήρι με δυνατό κρασί
Είναι για να πίνει ο λαός της

*
Σύνθημα

Εσείς τι θέλετε η πόρτα ήταν φυλαγμένη
Εσείς τι θέλετε ήμασταν κλειδωμένοι
Εσείς τι θέλετε οι δρόμοι είχαν κλειστεί
Εσείς τι θέλετε η πόλη είχε νικηθεί
Εσείς τι θέλετε ήτανε πεινασμένη
Εσείς τι θέλετε ήμασταν χωρίς όπλα
Εσείς τι θέλετε η νύχτα είχε πέσει
Εσείς τι θέλετε είχαμε αγαπηθεί

`
`
Δεν μπορούν να με γνωρίσουν

Δεν μπορούν να με γνωρίσουν
Καλύτερα από ότι με γνωρίζεις

Τα μάτια σου που μέσα τους κοιμόμαστε
Εμείς οι δυο
Δώσανε στα ανθρώπινά μου φώτα
Μια μοίρα πιο καλή κι απʼ τις νύχτες του κόσμου
Τα μάτια σου που μέσα τους κάνω ταξίδια
Δώσανε στις χειρονομίες των δρόμων
Μια αίσθηση που αποσπάται από τη γη

Μέσα στα μάτια σου αυτοί που αποκαλύπτουν
Την ατελείωτή μας μοναξιά
Δε βρίσκουν πια αυτό που περιμένουν

Δεν μπορούν να σε γνωρίσουν
Πιο καλά από ότι σε γνωρίζω

`
`

*************************************************************

TRISTAN TZARA
1896-1963

`

ΙΙ

Το τραγούδι ενός ντανταϊστή
που ήταν όχι χαρούμενος
όχι και λυπημένος
και αγαπούσε μια ποδηλάτισσα
όχι χαρούμενη και όχι λυπημένη

μα την πρωτοχρονιά ο σύζυγος
που όλα τα ήξερε μέσα σε μια κρίση
έστειλε στο Βατικανό
τα δυο κορμιά τους μέσα σε τρεις βαλίτσες

ούτε ο εραστής
ούτε η ποδηλάτισσα
δεν ήταν πια χαρούμενοι
ούτε και λυπημένοι

φάτε ωραία κεφαλάκια
πλύνετε το στρατιώτη σας
νταντά
νταντά
πιείτε και νεράκι

III

το τραγούδι ενός ποδηλάτη
που ήταν από καρδιάς νταντά
κι ήταν λοιπόν ντανταϊστής
όπως όλοι οι νταντά από καρδιάς

ένα φίδι φόραγε γάντια
έκλεισε γρήγορα την δικλείδα
έβαλε τα γάντια με το φιδίσιo δέρμα
και πήγε τον πάπα νʼ αγκαλιάσει

είναι συγκινητικό
κοιλιά λουλουδιασμένη
δεν είχε πια νταντά μες στην καρδιά

να πιείτε γάλα των πουλιών
να πλύνετε τις σοκολάτες σας
νταντά
νταντά
φάτε και μοσχαράκι

`
`
*************************************************************

ROBERT DESNOS
1900-1945

`
ΠΟΤΕ ΑΛΛΗ ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΣΕΝΑ

Ποτέ άλλη εκτός από σένα παρόλα τα άστρα και τις μοναξιές
Παρόλα τα κομμένα δέντρα και το πέσιμο της νύχτας
Ποτέ άλλη εκτός από σένα δε θʼ ακολουθήσει το δρόμο της που είναι ο δικός μου
Όσο απομακρύνεσαι τόσο η σκιά σου μεγαλώνει
Ποτέ άλλη εκτός από σένα δε θα χαιρετήσει τη θάλασσα την αυγή όταν εγώ κουρασμένος απʼ την περιπλάνηση βγαίνω από τα σκοτεινά δάση κι από τα βάτα των τσουκνίδων και βαδίζω προς τους αφρούς των κυμάτων
Ποτέ άλλη εκτός από σένα δε θα ακουμπήσει το χέρι της πάνω στο μέτωπό μου και στα μάτια μου
Ποτέ άλλη εκτός από σένα και αρνιέμαι το ψέμα και την απιστία
Αυτό το καράβι με την άγκυρα μπορείς να κόψεις τους κάβους του
Ποτέ άλλη εκτός από σένα
Ο φυλακισμένος αετός μέσα σε ένα κλουβί ροκανίζει σιγανά τα χάλκινα πλέγματα και τα δοκάρια
Τι απόδραση !
Είναι η Κυριακή που την μάρκαρε το τραγούδι των αηδονιών μέσα στα δάσος με το πράσινο τρυφερό χρώμα η στεναχώρια των μικρών κοριτσιών μπροστά στην παρουσία ενός κλουβιού που μέσα του πηδά ένα καναρίνι την ώρα που στο μοναχικό δρόμο ο ήλιος αργά μετακινεί τη λεπτή γραμμή του πάνω στο ζεστό πεζοδρόμιο
Θα περάσουμε και άλλες γραμμές
Ποτέ ποτέ άλλη εκτός από σένα
Κι εγώ μόνος μόνος μόνος όπως ο μαραμένος κισσός των κήπων των προαστίων μόνος όπως το ποτήρι
Κι εσύ ποτέ άλλη εκτός από σένα .

*

ΜΕ ΤΗ ΒΟΗΘΕΙΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ

Γλιστρώντας μέσα στη σκιά σου με τη βοήθεια της νύχτας.
Ακολουθώντας τα βήματά σου, η σκιά σου στο παράθυρο.
Αυτή η σκιά στο παράθυρο είναι δικιά σου, δεν είναι κάποιας άλλης, είσαι εσύ.
Μην ανοίγεις αυτό το παράθυρο, αυτό το παράθυρο που κουνιέσαι πίσω απʼ τις κουρτίνες του.
Κλείσε τα μάτια.
Θάʼ θελα να στα κλείσω με τα χείλια μου.
Αλλά το παράθυρο ανοίγει κι ο αέρας, ο αέρας που κουνά παράξενα την φλόγα και τη σημαία κυκλώνει τη φυγή μου με το παλτό του.
Ανοίγει το παράθυρο ανοίγει κι ο αέρας, ο αέρας που κουνά παράξενα τη φλόγα και τη σημαία κυκλώνει τη φυγή μου με το παλτό του.
Ανοίγει το παράθυρο: δεν είσαι εσύ.
Το γνώριζα καλά.