(Το εκδοτικό γεγονός της Χρονιάς
‘Οπως μας πληροφορεί ο γιός της Αγγελικής και του Θανάση Κωσταβάρα, Κωνσταντίνος, ετοιμάζονται
τα άπαντα του Θανάση Κωσταβάρα και θα κυκλοφορήσουν λίαν συντόμως από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης)
ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ
Σαν το αγρίμι έζησα.
Στυλώνοντας πάντα τʼ αυτί μου.
Αλλάζοντας πρόσωπο κι όνομα
Ανάμεσα σε τουφέκια, σίδερα και σκοινιά.
Μες σε πηγάδια έριξαν τον ύπνο μου.
Σκυλιά και σύρματα ξέσκισαν το κορμί μου.
Δεν μου άφησαν τίποτα.
Τη σιωπή μου γλίτωσα μόνο.
Σαν το αγρίμι έζησα τη ζωή μου.
Από την «ΚΑΤΑΘΕΣΗ» – 1965
ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ
Σαν το άνθος της βουκαμβίλιας
αέρινο
είναι το χάδι σου.
Και σαν του ροδιού τους σπόρους
αμέτρητα
τα χαρίσματά σου.
Κι όπως του ρυακιού το ανάβρυσμα
έτσι κυλάει η φωνή σου.
Καθώς μου τραγουδάει τα κελαρυστά
ρήματα της Αγάπης.
Μου περιγράφει τα φανταστικά ταξίδια
που μας έχει προγραμματίσει ο Έρωτας.
Τελικά, ένας ανθισμένος κήπος είσαι.
Μια όαση μέσα στην έρημο.
Με τα νερά, τα πουλιά
τα φιλιά και τα χάδια σου.
Από τους «ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥΣ» – 2006
ΘΑ ʼΡΘΕΙ ΜΙΑ ΜΕΡΑ
Θα ʼρθει μια μέρα που δε θα ξέρω ποιος είμαι.
Δε θα μπορώ να χτίσω ένα λόγο
να ψελλίσω ένα πρόσωπο.
Θα ʼρθει μια μέρα που δε θα ʼμαι μόνο πολύ λυπημένος.
Θα ʼμαι χαμένος σʼ έναν κόσμο ξένο για μένα
θα ʼχω κιόλας απʼ αυτόν ξεχαστεί.
Θα ʼρθει μια μέρα που δε θα ʼχω τίποτε ωραίο να σου χαρίσω.
Θα κλείσω μόνο τα μάτια
Και θα προσπαθήσω να σε δω μʼ έναν τρόπο αλλιώτικο.
Μα ούτε τα ριγηλά σκιρτήματα του κορμιού σου
θα μπορέσω να θυμηθώ
ούτε τα φλογερά μας οράματα
θα είμαι σε θέση να τραγουδήσω.
Κι έτσι όπως ήρθα, ξένος κι απελπισμένος
θα κινήσω να φύγω.
Θα γυρίσω πάλι σε κείνο το σκοτεινό τίποτα
χωρίς να κρατώ τίποτα πάνω μου.
έξω μόνο απʼ τα βαθιά σημάδια που θα ʼχουν αφήσει στο σώμα μου
τα εγκαυστικά φιλιά σου.
Κι απʼ της φωνής σου τα χάδια που είναι χαραγμένα στους στίχους μου.
Μʼ αυτά, μόνο απʼ αυτά
εκεί που θα πάω, ίσως
μπορέσω να με γνωρίσουν.
Από τις «ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΚΗΠΩΝ» – 2003
ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΑΥΡΙΑΝΗΣ ΕΞΟΡΙΑΣ
Έψαχνα μέσα στις λύπες μου, να βρω τʼ αρχαία φτερά μου.
Μα στα όνειρά μου χιόνιζε πάντα.
Κι ήμουνα μόνος στον κόσμο.
Ήμουνα μόνος κι απελπισμένος
σʼ έναν κόσμο που περνούσε πλάι μου αδιάφορος.
Όπως όταν περνάει μέσα στη νύχτα ένα πλοίο κατάφωτο.
Με τις ορχήστρες του στα σαλόνια να παίζουν.
Κι έτσι, αργά και σίγουρα κι επιβλητικά
περνάει πλάι σʼ έναν ναυαγισμένο και χάνεται.
Από το «ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΑΥΡΙΑΝΗΣ ΕΞΟΡΙΑΣ» – 1995
Ο ΚΗΠΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΑΝ ΠΙΝΑΚΑΣ ΤΟΥ ΡΟΥΣΣΩ
Έναν δυνάστη κρύβω στο σπίτι μου.
Μέρα νύχτα γυροφέρνει γρυλίζοντας
κι ούτε λεπτό δεν μʼ αφήνει να ησυχάσω
να περιποιηθώ τις πληγές μου επιτέλους να κοιμηθώ
να ξεχάσω για λίγο τον πόνο μου.
Με σκοτώνει αυτή η εξάρτηση.
Μάταια προσπαθώ να βρω λύση στο πρόβλημα.
Αν και το χειρότερο είναι πως έχω πια συνηθίσει
κι ούτε ξέρω τι θα ʼκανα δίχως αυτό.
Κι όμως αυτό το καταραμένο θηρίο
αυτό το αχόρταγο πλάσμα που μʼ έχει ρημάξει
έρχονται ώρες που δείχνει σαν να με σκέφτεται.
Σαν να με λυπάται, έρχεται και ξαπλώνει στα πόδια μου.
Κι αρχίζει κάτι σαν κλάμα
κάτι σαν κελάρυσμα ρυακιού αρχίζει να βγαίνει από το στόμα του.
Από τις «ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΚΗΠΩΝ» – 2003
ΜΑΖΕΥΟΝΤΑΣ ΒΑΤΟΜΟΥΡΑ ΣΤΑ ΠΕΡΙΧΩΡΑ ΤΟΥ ΒΟΛΟΥ
Κατακαλόκαιρο, μεσημέρι, σε ασπρόμαυρο όνειρο.
Πέρα από τα περιβόλια και τους Μπαξέδες.
Πέρα από τʼ Αϊγιοργίτικα σπίτια.
Προς τα χωράφια που απλώνονταν ως την Άλλη Μεριά.
Μαζεύοντας –παιδιά– κάτω απʼ τον ήλιο, βατόμουρα.
Κι αντίκρυ, ο αδερφός μου, άσπρος όπως το χιόνι.
Μʼ έναν αιφνίδιο τρόμο κοιτάζοντας.
Βαθιά στο μάκρος του δρόμου•
όπου μέσα από σύννεφο σκόνης
προχωρούσε το κάρο με τα τέσσερα κατάμαυρα άλογα.
Με τον καροτσέρη πάνω αδύνατο, σχεδόν οστεώδη.
Σχεδόν δίχως πρόσωπο.
Με το πρόσωπο λιωμένο
κάτω από την καυτή αντηλιά.
Και ψηλά, πολύ ψηλά τα γεράκια.
Σκίζοντας αργά, σάμπως ακίνητα, τον αέρα.
Κι όλα βουβά πέρα ως πέρα και σάμπως ρευστά και τρεμώδη.
Και σάμπως φανταστικά μέσα στο θάμπος της μέρας κι ασάλευτα.
Μα ούτε λύπη μέσα μου, ούτε φόβος.
Πάρεξ μια ομορφιά μόνο, αβάσταχτη, που μου κεντούσε τα μάτια.
Και μια ευτυχία που σμίγαμε πάλι, παιδιά.
Μακριά, στα χωράφια που απλώνονταν
πριν από την Άλλη Μεριά.
Μαζεύοντας, κάτω από έναν κάτασπρο ήλιο, βατόμουρα.
Από το «ΒΑΘΟΣ ΤΟΥ ΧΡΩΜΑΤΟΣ» – 1993
Η ΜΟΙΡΑ ΜΙΑΣ ΓΕΝΙΑΣ
Η φωνή μας
σαν τα τσαλακωμένα χαρτιά που τα παίρνει ο άνεμος.
Σαν πουλιά σκοτωμένα, φιμωμένοι οι στίχοι μας.
Κι όμως, κάτι κατορθώσαμε κάποτε.
Κάτι πιστέψαμε πως χρωστάμε ακόμα.
Γι’ αυτό, έστω και με κομμένη τη γλώσσα
δίχως μιλιά
δεν σταματάμε
να τραγουδάμε.
Έξω από το τραγούδι, ο άνθρωπος
δεν είναι παρά ένα φοβισμένο αγρίμι.
Μέσα στο τραγούδι η καρδιά του χτυπάει πιο ανθρώπινα.
Ανάβει μυστικά φεγγάρια στα σκοτεινά, στα έρημα βράδια
κρατάει συντροφιά στους ξένους, στους κυνηγημένους
δίνει στους απελπισμένους κουράγιο.
Ας το πούμε μια φορά ακόμα: δίχως Ποίηση
δεν ξέρω αν υπάρχει ελπίδα στον κόσμο.
Πάντως δίχως τραγούδι
δεν υπάρχει Ομορφιά
Από «ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΛΥΠΗΣ» – 2007
ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟ ΓΕΥΜΑ ΜΕ ΚΑΛΕΣΜΕΝΟΥΣ ΣΤΟ ΥΠΑΙΘΡΟ
Στρωμένα τραπέζια στη σειρά, με τη λιακάδα στον κήπο.
Άσπρα τραπεζομάντιλα, φαγητά και κρασιά
και φρέσκα λουλούδια στα βάζα.
Και το γραμμόφωνο παίζοντας αποσπάσματα από όπερες.
Ξαφνικά περνάει γρήγορα ένα κοπάδι πουλιά.
Κι ένα μαύρο σάλεμα στον αέρα, σαν προμήνυμα μπόρας.
Κι απʼ το βάθος
φαίνεται να προβαίνει αργά
ο απρόσκλητος επισκέπτης.
Παράξενος άντρας, φορώντας άσπρο κοστούμι ξεχειλωμένο
και το πρόσωπο αθέατο.
Κρυμμένο πίσω απʼ τα φύλλα.
Μοιάζει πάντως κανένας να μην τον γνωρίζει.
Ίσως μόνο ο πατέρας, που τον κοιτάζει μʼ ένα φόβο αόριστο.
Εκείνος τον πλησιάζει και του απλώνει το χέρι.
Σαν να του λέει κιόλα κάτι, σαν να τον καλεί για έναν περίπατο.
Κι όπως, τελείως απρόθυμος, ο πατέρας σηκώνεται
αρχίζουν να πέφτουν οι πρώτες σταγόνες.
Όχι δυνατή όμως βροχή, μια σιγανή ψιχάλα, περίπου αθόρυβη.
Παγερή σιωπή σφραγίζει τώρα τα χείλη.
Από το γραμμόφωνο δεν ακούγεται παρά το ξύσιμο της βελόνας.
Όλος ο κήπος μυρίζει βρεγμένο χώμα, όλοι έχουν πια σηκωθεί.
Μερικοί ανοίγουν ομπρέλες.
Μια λύπη απλώνεται λίγο λίγο πάνω σʼ όλα τα πρόσωπα.
Από το «ΒΑΘΟΣ ΤΟΥ ΧΡΩΜΑΤΟΣ» – 1993
ΣΑΝ ΤΑ ΕΡΗΜΙΚΑ ΔΕΝΤΡΑ
Έπρεπε να περάσουν τόσα και τόσα χρόνια
τόσοι μαύροι χειμώνες, τόση αφόρητη μοναξιά
για να φτάσει κάποτε σε κείνη τη γενναία πραότητα
που έχουν τα δέντρα.
Όχι όλα τα δέντρα.
Εκείνα που μέσα στην ερημιά μεγαλώνουν αφρόντιστα μόνα τους.
Και γεμίζουν φύλλα και κλώνους και δίνουν καρπούς που, αλίμονο
δεν έρχεται να τους μαζέψει κανένας.
Ώσπου αρκούνται να περιμένουν κάποιον οδοιπόρο τουλάχιστον
να του προσφέρουν τον ίσκιο τους.
Έτσι και κείνος.
Τόσο πολύ τον είχε πλουτίσει η βασανισμένη ζωή του
που τον έκανε ποιητή.
Και περίμενε χρόνια κάποιον να του μιλήσει η ποίησή του.
Να του χαρίσει έστω τον ίσκιο της.
Κι έτσι να ξοφλήσει κάτι απʼ το χρέος του.
Γιατί είχε τόσον πλούτο αθησαύριστον μέσα του
που μια ζωή ονειρευόταν
να του δοθεί κάποτε η χάρη με τη ζεστή του φωνή να ντύσει
όλη τη γυμνή ανθρωπότητα.
Από τη «ΜΑΚΡΙΝΗ ΑΓΝΩΣΤΗ ΧΩΡΑ» – 1999
ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΕΠΟΜΕΝΩΣ Η ΠΟΙΗΣΗ
Μη με ρωτάτε τι είναι η ποίηση.
Πέστε μου μόνο τι θα ʼταν η ζωή
δίχως αυτή.
Μιλάω για μένα βέβαια πάντα.
Αν και τι θα ʼταν ο κόσμος ολόκληρος.
Δίχως τʼ όνειρο, δίχως την κρυφή ελπίδα για φυγή μέσα απʼ τʼ όνειρο.
Δίχως το άλλο πρόσωπο του χρόνου, την άλλη φωνή.
Δίχως την αυταπάτη ακόμα
πως πάντα ήμασταν φωτεινοί
πως δεν είμαστε για πάντα κλεισμένοι
μέσα σε μια τυφλή, σε μια απελπισμένη
σε μια δίχως νόημα τέλος
αναμονή.
(Άραγε θα μπορέσουμε να συναντήσουμε κάποτε
τη μακρινή χώρα απʼ όπου πριν απʼ τη γέννηση μας
εξοριστήκαμε;
Αυτή η ακοίμητη νοσταλγία
αυτή η οδυνηρή περιπλάνηση για την αναζήτηση της χαμένης πατρίδας
μπορεί να είναι η ποίηση.)
Από το «ΦΟΒΟ ΤΟΥ ΑΚΡΟΒΑΤΗ» – 1989
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΛΑΙ ΣΤΟ ΠΟΤΑΜΙ
Υπάρχει ένας θρύλος για έναν αρχαίο θησαυρό
που τον φυλάει μέσα του κάποιο ψάρι.
Ο άνθρωπος έχει ένα όνειρο.
Νομίζοντας πως είναι ο μόνος που κατέχει το μυστικό
πηγαίνει κάτω στην όχθη και περιμένει.
Περιμένει ελπίζοντας να περάσει το ψάρι.
Τα χρόνια περνούν, το ποτάμι κυλάει
περνάει το νερό μπροστά του, πάντα σκοτεινό κι αθησαύριστο.
Ο άνθρωπος αρχίζει να γίνεται ανήσυχος.
Μια σκέψη ωστόσο τον ημερεύει.
Πιστεύει πως όπου να ʼναι θʼ αλλάξει η τύχη του.
Το σώμα του βαραίνει, τα μαλλιά του ασπρίζουν
πυκνή ομίχλη κατεβαίνει στα μάτια του
κι ενώ μια νύχτα αλλιώτικη σκοτεινιάζει τον κόσμο
εκείνος, κουρασμένος, νυστάζει.
Παρʼ όλα αυτά επιμένει.
Περιμένει πάντα να πιάσει το ψάρι.
Δεν ξέρει και ίσως προς το τέλος μόνο μαθαίνει
πως το ποτάμι ήταν το ψάρι που περίμενε.
Μα είναι αργά.
Το ποτάμι συνεχίζει να κυλάει όπως πάντα.
Καταλήγοντας στην ατρύγετη θάλασσα.
Από το «ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΑΥΡΙΑΝΗΣ ΕΞΟΡΙΑΣ» – 1995
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Μη με ρωτάτε γιατί έρχομαι κι επανέρχομαι.
Γιατί με βασανίζουν τα ίδια θέματα πάντα.
Στο βάθος δεν έκανα τίποτʼ άλλο
παρά να μιλώ για το αίμα μου.
Για τις μέρες που υπήρξαν τόσο θολές.
Για τις νύχτες τις τόσο τρομερές και απάνθρωπες.
Γιʼ αυτό φαίνομαι τόσο μονότονος, τόσο περιορισμένος.
Πιασμένος στο ίδιο δόκανο πάντα.
Γιατί δεν μπόρεσα να ξεφύγω απʼ αυτόν τον τρομερό εφιάλτη.
Απʼ τον τετρακέφαλο σκύλο που δε μʼ άφησε ούτε λεπτό.
Θέλω να πω, η ζωή μου στάθηκε μετρημένη.
Απʼ τον ένα, όχι στον άλλο φόβο, στον ίδιο πάλι. Γιʼ αυτό.
Από τον «ΜΟΥΓΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗ» – 1982
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Ο Θανάσης Κωσταβάρας γεννήθηκε στην Ανακασιά του Βόλου το 1927 όπου πέρασε τα παιδικά και μαθητικά του χρόνια. Αποφοίτησε από την Οδοντιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1954 και εργάστηκε ως οδοντίατρος. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής εντάχθηκε στην Εθνική Αντίσταση. Για την αγωνιστική του δράση, την οποία συνέχισε και κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, διώχτηκε και φυλακίστηκε. Στο χώρο της λογοτεχνίας παρουσιάστηκε το 1956 με την έκδοση της ποιητικής συλλογής «Αναζήτηση», το 1956. Ασχολήθηκε, επίσης, με την πεζογραφία και το θέατρο. Έργα του μεταφράστηκαν στα αγγλικά, γαλλικά, πολωνικά και γερμανικά. Πέθανε στην Αθήνα, το 2007.
Εργογραφία
Ι. Ποίηση
Αναζήτηση. 1956.
Αναβίωση. 1957.
Έξοδος. Αθήνα, 1957.
Κοντσέρτο για κυκλάμινα και ορχήστρα ωρών. 1958.
Ρωμαίικη σουίτα. 1959.
Ο γυρισμός. 1963.
Κατάθεση. 1965.
Συμπληρώματα. 1970.
Δώδεκα ερωτικά. 1970.
Ο μουγκός τραγουδιστής. 1980.
Ιστορήματα. 1985.
Τα ερωτικά. 1986.
Ο φόβος του ακροβάτη. 1989.
Κήποι στον Παράδεισο. 1990.
Στο βάθος του χρώματος. 1993.
Το ημερολόγιο της αυριανής εξορίας. 1995.
Η Μακρινή Άγνωστη Χώρα. 1999
Οι Μεταμορφώσεις των Κήπων. 2003
Χαιρετισμοί. 2006
Της Μοναξιάς και της Λύπης. 2007.
ΙΙ. Πεζογραφία
Το ρήγμα (διηγήματα). 1966.
Ο λάκκος (διηγήματα). 1972.
ΙΙΙ. Θέατρο
Το Φαγκότο ή Το τραγικό τέλος του Νικηφόρου Φωκά
και η ηρωική ζωή του Π.Ν.Πάστη. 1971
Επιλογή ποιημάτων, επίμετρο: ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΓΓΕΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ











Καλημέρα-σας και Χρόνια Πολλά, φίλοι.
O ποιητής γνώριζε ότι θα ταξιδεύουμε στου Άχανου τα μέρη αρπαγμένοι από τις λέξεις, τους στίχους, τις εικόνες , τα συναισθήματα, τα ευγενή προτάγματα που ανιδιοτελώς κόμιζε ο ίδιος στις γκρίζες μέρες των αιώνων. Και η Αγγελική του. Ωραίος Άνθρωπος έχουν να λένε, Αγωνιστής μέχρι τέλους, Ποιητής μέχρι το άπειρο! Δέστε και το ποίημα, που προσθέτω, ζητώντας συγγνώμη από τον κ. Χ.Α., στην παρούσα εξαιρετική ανθολόγηση:
ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΕΛΟΣΠΑΝΤΩΝ Ο ΕΡΩΤΑΣ;
Σαν ανοιχτή πληγή είναι ο Έρωτας.
Στάζει ένα δάκρυ στην ψυχή.
Κι ανθίζει ρόδο πράσινο
και μαύρο γιασεμί.
Κι ανθίζει ένα λουλούδι αλλιώτικο.
Σε σκοτεινό φαράγγι φυτρώνει
κι από πικρή βροχή ποτίζεται.
Κι όποιος δε το είδε, δε το άγγιξε
όποιος απ’ το άρωμά του δεν έχει χτυπηθεί
αυτός δεν ξέρει τι είναι φόβος.
Αυτός δεν ξέρει τι θα πει δύσκολη νύχτα. Αβάσταχτη σιωπή.
Κραυγή απελπισμένη που περνάει μέσα απ’ την τρέλα.
Αυτός δε θα βαδίσει στη γνώση μέσα απ’ την απόγνωση.
Τον περιμένει μίζερη, αχάριστη ζωή.
Σαν ανοιχτή πληγή είναι ο Έρωτας.
Σαν άγρια καταιγίδα.
Πέφτει ένα χιόνι στην ψυχή.
Κι ανθίζει ένα λουλούδι αλλιώτικο.
Άλλοι το λεν φιλί της κόλασης
κι άλλοι αφιόνι της Αγάπης.
Κι άλλοι το θέλουν μήνυμα ενός άπιαστου Παράδεισου.
Μα λίγοι μόνο ξέρουν
τι είναι η πληγή που ανθίζει μέσα μας.
Και τι κοιμίζει η αλλόφρονη καταιγίδα του Έρωτα.
Συλλογή «Η Μακρινή Άγνωστη Χώρα»
[Σημ. Η διαμόρφωση της ανάρτησης επηρεάζει 2-3 σημεία και δημιουργεί διασκελισμούς που δεν έκανε ο ποιητής.]
Το ΠΟΙΕΙΝ φιλοξένησε και τη συγκλονιστική ποιητική συλλογή του Θ. Κωσταβάρα «Χαιρετισμοί», που κυκλοφόρησε το 2006:
http://www.poiein.gr/archives/689/index.html
Ποιήματα και δύο διαφωτιστικές συνεντεύξεις ενθυλακώνει ο διαδικτυακός «Διαπολιτισμός»:
http://www.diapolitismos.gr/epilogi/all.php?id=3&id_atomo=132
http://www.diapolitismos.gr/epilogi/all.php?id_atomo=132
Καλησπέρα σε όλους.
Ευχαριστούμε για την ευκαιρία να ξαναδιαβάσουμε τον άξιο ποιητή.
Σημειώνω μόνο για το εγχείρημα της ανθολόγησης το στοιχείο που ανέφερε ο ποιητής, σε σχέση με το έργο του πριν και μετά τον ΜΟΥΓΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗ. Ότι δηλαδή οι παλαιότεροι συναγωνιστές και αναγνώστες του αναγνώριζαν την έκφραση μιας ολόκληρης γενιάς στην ποίηση που τυπώθηκε στην παραπάνω συγκεντρωτική έκδοση. Αν κάποιος έμενε ως εκεί θα ήταν άδικο, αφού με το ΦΟΒΟ ΤΟΥ ΑΚΡΟΒΑΤΗ, ο Θανάσης Κωσταβάρας πραγματοποιεί μια εξαιρετική καλλιτεχνική στροφή αξιοποιώντας και όχι παρεκκλίνοντας από το κατακτημένο ύφος του.
Φιλικά, Χρήστος Γιαννακός