ΦΩΝΕΣ
Μικρές φωνές, ελάχιστες φωνές
ιριδισμοί της νύχτας, κάποια ψίχουλα ψιθύρων
ολόγυρα πληθαίνουν και κινούνται…
Όμως δεν θέλω να σταθώ,
μοιάζουν αξεχώριστες με κάτι που θυμάμαι
δεν θέλω απʼ τα πνιγμένα βήματα να βγει
κάποια φωνή που δεν θα ξανακούσω…
ΕΠΙΘΥΜΙΑ
Τρεις ουρανοί σε κοίμιζαν σʼ ένα γαλάζιο κύμα
του φθινοπώρου πλάι σου έσβηναν οι φωνές
και στων ματιών μου τη σιγή του ίσκιου σου το μνήμα
με ρώταγε αν ξανάφευγα για χώρες μακρινές…
Ο ΑΓΚΑΣΤΥΑ
Ήταν να φύγει να γενεί ήρεμος σαν λωτός˙
κι αφήνοντας το γέλιο του, το φως και τους ανθρώπους
τις πόλεις και το θάνατο στης Ουρσαβίλ τα μάτια
ο Αγκαστύα ξάστερος σαν ουρανός, σαν ήλιος
έδωσε μπρος στον άνεμο τον όρκο της σιωπής
στον Ίνδρα, το Σιβά και το Βισνού.
Φέγγουν οι ίσκιοι σιωπηλοί στα ιερά βουνά
κι είνʼ απʼ το χιόνι πιο λευκός του νου ο λογισμός.
Βράδυ δεν θα ξαναγενεί μες στα γαλάζια τάστρα
κι απʼ τα βαθιά τα μάτια του παράξενα κι αργά
φεύγουν οι νύχτες προς το φως, το φως προς το σκοτάδι.
Τώρα δε θέλει τη βροχή που άλλοτε καρτερούσε
να ξεδιψάσουν οι σκιές.
Μες απʼ την πέτρινη μορφή που πια δεν θα μιλούσε
ασάλευτος σαν το νερό που έχασε την πηγή
να φύγει, μες στο πνεύμα να σβηστεί.
Ο Αγκαστύα ασκητής μακριά από τους ανθρώπους
πιο γέρος κι απʼ τους ποταμούς που τρέφονται με λύπη
σαν ένιωσε τις ιερές πυρές αχνά να τον καλούνε
κι οι πολιτείες μακρινές πίσω του να χλωμαίνουν
σηκώθηκε και φάνηκε να σκέφτηκε καθώς
στερνή φορά η θύμηση τη γη αποχαιρετούσε˙
αν έμενε με τους φτωχούς μόνος του και φτωχός
με τους παρίες, το θάνατο, τις πόρνες του Νεπάλ
πόσο ασκητής θα ζούσε…
ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ
Όποιος πολύ λυπήθηκε τη βραδινή του λύπη
και θέλει να ʼρθει για να δει τʼ αλλοτινό το φως του
πίσω απʼ τη λάσπη που γεννά και τη ζωή που κλαίει
το χθεσινό το ξόδι του βουβός νʼ ακολουθήσει…
Ο ΝΕΚΡΟΣ
Σαν όλα τα νυκτερινά ταξίδια
δεν υπάρχει σημάδι δικό σου ούτε τʼ ουρανού
πάνω απʼ τις θάλασσες που πέρασες.
Μόνο οι αβέβαιες αποχρώσεις και κινήσεις των δειλινών
και τα τέσσερα βουνά που πηγαίνουν
έναν νεκρόν ορίζοντα στο φέρετρο…
Κι όμως απόψε προς μιαν άγνωστη κατεύθυνση
πιρόγες πέρασαν τα πουλιά στον ουρανό
και κάπου εδώ τριγύρω μέσα στους τέσσερις τοίχους
που η σφραγίδα σου τους ρήμαξε
στον άγνωστο απόηχο τα πράγματα
-τα πεθαμένα για τους άλλους πράγματα-
που ήταν άλλοτε στους τοίχους ή κι ακόμα
υπάρχουν γυμνά και ληστεμένα
ανασηκωμένα σε παράξενες στάσεις
με μυστικές προσπάθειες και σκιώδη κινήματα
σαν από ήχο τυμπάνων σε μυστηριώδη κώδικα
από κάπου μακριά παίρνουν
αόρατα μηνύματα και πελώριος ζωντανεύεις.
Ο ΠΑΤΗΓΥΑΣ
«Εκ των αμφί Κύρον πιστών»
(«Η παρά τα Κούναξα μάχη»)
Ο Πατηγύας κοιτάζοντας τρεις μέρες προς τον ήλιο
πιστός στη γη, πιστός στο φως, πιστός στο βασιλιά του
μάταια το προμάντεμα της νίκης για νʼ ακούσει
κι απʼ τις κοιλάδες νιώθοντας τον καλπασμό του χρόνου
δρασκέλισε με τʼ άλογο τη θλίψη και το φόβο
κι όταν στη γη λυγίσανε οι τελευταίες ασπίδες
έγειρε με το πρόσωπο προς τάστρα νικημένος…
Ας ήταν να ξαναφανεί με τʼ άλογο ιδρωμένος
και να ʼναι πριν απʼ την αυγή ορθός ο βασιλιάς του
να ʼχει δεξιά τον άνεμο, πίσω του ανατολή
κι ο κονιορτός από βαθιά το σάβανο να υφαίνει
νάβλεπαν πως αλλάζουνε των αστεριών τη μοίρα
τη μάχη αν θα ξανάρχιζαν τα νικημένα χέρια.
Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΡΗΜΟΣ
Άγγελος Κυρίου και άνεμος ανατολικός
σκέπει την οδό της φυγής σου.
Οροπέδια και κάμποι και ποταμοί
απεδήμησαν με τα μάτια σου…
Τώρα απομένω η μεγάλη έρημος
η χωρίς θάλασσα και χωρίς Κύριο
στα λευκά κόκκαλά μου σκηνώνουν οι νύχτες
και σβήνουν τα τελευταία ίχνη σου
όπως όταν η μια βροχή την άλλη ακολουθώντας
από άγονη γη το τελευταίο χώμα ληστεύει…
ΤΟ ΔΑΣΟΣ
Των ημερών σου το δάσος τελειώνει
τώρα ποιος ξέρει σε ποιο ξέφωτο θα βγεις…
Η ΠΕΡΙΠΟΛΟΣ ΤΟΥ ΘΩΜΑ ΙΝΤΖΕ
Νεκρός ήρωας του Ελληνογερμανικού πολέμου.
Τʼ όνομά του βρίσκεται γραμμένο σε όλα τα
φυλάκια προκαλύψεως της 6ης μεραρχίας.
Όσο πρωί κι αν σηκωθούμε μας προλαβαίνει η λύπη μας.
Προχωρούμε με δυσκολία πάνω στο χιόνι
κάτω απʼ τα πόδια μας υπάρχει ένας γκρεμισμένος
ουρανός.
Αναζητούμε ο ένας τη σκιά του άλλου
και χάνουμε το τρίτο του εαυτού μας.
Βρίσκουμε παντού τις σκηνές του χρόνου έρημες
δεν υπάρχει πουλί που να γνωρίζει
τίποτα δεν ωφέλησαν οι τρόποι προσανατολισμού.
Μόνο το εγκαταλελειμένο φυλάκιο 96
μας ψιθύρισε για το γέρο που φυλάει τις πυραμίδες
για το ποτάμι που όταν περνάει τα σύνορα γίνεται
ελεύθερο
και για τον άνεμο που αντιστέκεται ακόμα.
Ωστόσο προχωρούμε γιατί δεν υπάρχει άλλος δρόμος
παρά εκείνος που θα τελειώσει στην άκρη του προσώπου
μας
όταν σε λίγο ένα άλλο πρόσωπο θα μας πλησιάσει.
Πεθαίνουμε από δίψα
αναζητώντας την οριζόντια βροχή.
Αλλʼ επιτέλους χθες
το πρώτο ύψωμα αντικρύσαμε.
Ά ψ ι ν θ ο ς, υψόμετρο λίγο πριν απʼ το Θεό.
Ίσως οι τελευταίες στιγμές που σας μιλούμε.
Προς των εχθρών το μέρος τίποτα δεν βλέπω.
Πλην τις κινήσεις πως μας αντιλήφθηκαν.
Αλλά προς το δικό σας μέρος εύκολα διακρίνω
ριψάσπιδες, προδότες, πόρνες και δειλούς˙
ιδίως δειλούς… Ελεύθερα κινούνται μεταξύ σας.
Απώλειες επομένως νʼ αναφέρω περιττό.
Βρήκαμε κι άλλους που τους είχατε προδώσει.
Μόνο λυπάμαι γιʼ αυτά τα βράδια που κοιμούνται ανύποπτα.
Για τα ρυάκια που προς τη χώρα μου
γυρίζουν το νερό τους…
Έτσι λοιπόν για τη μικρή ιστορία των φύλλων
που σε λίγο από μας θα έλκουν την καταγωγή τους
με την οργή του ονόματός μου υπογράφω:
Θ ω μ ά ς Ι ν τ ζ έ ς, π ε ρ ι π ο λ ά ρ χ η ς…
ΙΩΒ
«Ο δε Κύριος ευλόγησεν Ιώβ τα έσχατα ή
τα έμπροσθεν…»
(ΙΩΒ)
Ά μ ε μ π τ ο ς, δ ί κ α ι ο ς, θ ε ο σ ε β ή ς, μπορεί.
Είναι απʼ αυτά που δε σπανίζουν στους καιρούς μας…
Για κείνη την υπομονή σου συζητούμε.
Όσο για μας μπορούμε να περιμένουμε βράδια και βράδια
λέγοντας πως τον άλλο χρόνο θα φανεί…
Μπορεί να λησμονήσουμε πως λήστεψαν τα χέρια μας
και πως δεν έμεινε μια θάλασσα δική μας…
Μπορεί να συγχωρήσουμε τα τελευταία λόγια Του
και να δεχτούμε πως δεν ξέραμε τι κάναμε…
Μπορεί να μη μιλήσουμε όταν τα χείλη μας
άλλοι τα κατευθύνουν
και δεν είνʼ λόγια μας τα λόγια τα δικά μας.
Μπορεί να φύγουμε από δω απαρατήρητοι
όπως τα τελευταία σύννεφα του χειμώνα.
Μπορεί χιλιάδες μάχες να κερδίσουμε ή να χάσουμε
κάτω απʼ την πιο γενναία σημαία
τη σιωπή μας.
Αλλʼ εσένα, που άλλωστε στο τέλος
στα ʼδωσε και στα ξανάδωσε διπλά
και τέλειωσες ανύποπτος και π λ ή ρ η ς η μ ε ρ ώ ν
εσένα με τις τόσες τις πληγές
με τόσες συμφορές απανωτές
και μʼ όλα αυτά να ευχαριστείς τον Κύριο,
σαν δύσκολο πολύ να σε υπομείνουμε…
ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΑΛΟΓΟΥ
Κοιμάται τʼ άλογό μου κάτω απʼ το φεγγάρι-
τι κρίμα, παληκάρι, δε βρήκες το νερό…
Κοιμάται τʼ άλογό μου και μʼ έχει αφήσει μόνο
καταμεσίς στο δρόμο και μπρος στο δειλινό…
Η έρημος μονάχα μπρος από τʼ όνειρό μας-
κι ήτανε πια δικό μας τʼ αθάνατο νερό…
Κοιμάται τʼ άλογό μου κάτω απʼ το χορτάρι-
πριν να ʼρθει άλλο φεγγάρι θα κοιμηθώ κι εγώ…
ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ
Η φωνή του σκοτώθηκε σε συλλαλητήρια ιδεών.
ΑΝΕΥ ΘΕΩΝ
Μεγάλες αποστάσεις μας αιχμαλώτισαν
επίπεδα μοναξιάς μας ανακρίνουν˙
ας εμφανιστεί επί τέλους κάποιος
να ομολογήσουμε.
ΣΧΟΛΙΟ:
Τα ποιήματα της παρούσας ανάρτησης ανθολογήθηκαν από συγκεντρωτικό τόμο που εξέδωσε ο ίδιος ο ποιητής και αφορούν στην περίοδο 1956-1980. Θεματικός πυρήνας της ποίησης του Ζερβού αποτελεί το ήθος, το οποίο αναδύεται πολυμορφικό: είτε ως διμεταλλικό έλασμα της θρησκευτικής υποβλητικότητας και της φαρισαϊκής άρσης είτε ως ηρωισμός του πολεμικού μετώπου προβαλλόμενος στην κοινωνική του ανέχεια είτε ως καθημερινή καρτερικότητα είτε ως καθαρότητα τοπίου και αξιοπρέπεια μοναξιάς. Οι ρυθμοί της ποίησης του Ζερβού, άλλοτε ακέραιοι κι άλλοτε σπασμένοι, παρακολουθούν χαρακτηριστικά τόσο τη στοχαστική του διάθεση όσο και την πρόδηλη αισθαντικότητά του. Ο στίχος του «όσο πρωί κι αν σηκωθούμε μας προλαβαίνει η λύπη μας» αποτελεί ικανή υπόσχεση για ανταποδοτική ανάγνωση του συνόλου του έργου του απʼ άκρη σʼ άκρη. Ευχαριστώ τον ποιητή Γιάννη Τόλια για το δάνειο του σπάνιου βιβλίου.











ΤΙ ΓΥΡΕΥΕ, ΤΕΛΟΣ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ Η ΑΓΓΕΛΙΚΗ Μ.
ΕΞΩ ΑΠ’ ΤΙΣ ΣΚΗΝΕΣ ΤΟΥ ΝΟΥ ΜΟΥ;
Σε στίχους απαιτούσε τα οδοιπορικά της.
Τάσος Ζερβός
Κάποια από τα ποιήματα θα έλεγα πως αγγίζουν το ύφος του Χ. Γκιμπράν, δηλαδή την τάση προς τη «προφητεία», την άμεση είτε έμμεση θρησκευτικότητα, τη προσωποποίηση (καθώς και λοιπά εκφραστικά μέσα -κυρίως μεταφορές- με έντονο χαρακτήρα), την απόδοση ενός σοφίσματος, την τεκμηρίωση ίσως μίας γενικής αλήθειας και το φυσικό στοιχείο. Οι συχνές εναλλαγές στο μέτρο από ποίημα σε ποίημα που άλλοτε κάνουν τις λέξεις τραγουδιστές και άλλοτε μιμούνται τον προφορικό λόγο αφενός βοηθούν τον δημιουργό να ξεφύγει από την παγίδα της μίμησης/αντιγραφής/επανάληψης του ίδιου του εαυτού καθώς και να επεκτείνει τα όρια της ποιητικής του τεχνικής και αφετέρου δεν κουράζουν τον αναγνώστη ο οποίος για να καταφέρει να αγγίξει όσο πιο πολύ μπορεί το νόημα του κάθε έργου, πρέπει πρώτα-πρώτα να δώσει τη προσοχή του πάνω στη παραμικρή λέξη χωρίς στο τέλος να εξαντληθεί με αποτέλεσμα να μην μπορέσει καν να συνεχίσει την ανάγνωση.
Μιας και έφερα στο νου μου τον Γκιμπράν, να προσθέσω απλά πως το ποίημα «Επίγραμμα» (το 4ο στη σειρά) θα μπορούσα να το «συνδυάσω» με το έργο «Όταν η Θλίψη μου Γεννήθηκε» από το βιβλίο του «Ο Τρελός» (σελ. 73-74) . Δημιουργείται και στα δύο ποιήματα μία συγκεκριμένη εικόνα : ένας άντρας που συνομιλεί με τη λύπη του.
Νομίζω πως τα συγκεκριμένα ποιήματα (ειδικά η «Επιθυμία», το «Επίγραμμα», ο «Νεκρός», και το «Άνευ Θεών» που προσωπικά ξεχώρισα) είναι γραμμένα με πολύ ωραίο τρόπο και μάλιστα σπάνιο κατά τη γνώμη μου για ελληνική ποίηση (αναφέρομαι σε σπάνια τεχνική, όχι ωραιότητα). Η άποψη αυτή μου έχει γίνει σχεδόν έμμονη : είναι σαν καλά, παλιά, ανατολίτικα ποιήματα.
Ο Τάσος Ζερβός είναι ένας υπέροχος ποιητής.Από τα αγαπημένα μου ποιήματα ,η «ΔΙΨΑ».Τόσες εννοιες και συναισθήματα μαζεμενα.Σαν να αγγίζουν την ψυχη οι λέξεις του και να σε υπνωτίζουν.Αυτό είναι η ποίηση!