iiiiiiiiii_iiiiiiiii.JPG

Άλλοι τα λένε κύματα

Άλλοι τα λένε κύματα,
μα κάτω απʼ το λειψό φεγγάρι
σκιές αλωνίζουν τη θάλασσα.

Χτυπιούνται, αγκαλιάζονται,
γίνονται πόλεμος, έρωτας
και πυρετός της νύχτας.

Ξεντύνονται σκίζοντας τα ρούχα τους,
αρπάζονται με βία
κι ανταριάζουν.

Στριφογυρίζουν ως την αμμουδιά
κι εκεί ησυχάζουν,
γίνονται βότσαλα.

Δεν είναι κύματα·

κι οι γλάροι έτσι τα ξέρουν,
ίσως κάτω απʼ τον ήλιο…
μα τη νύχτα τα πράγματα αλλάζουν.

Γύρω μυρίζει πεθαμένη θάλασσα

Βρήκα την αλυσίδα που έβλεπα στα όνειρά μου
με τη βαριά της άγκυρα
περασμένη στην καγκελόπορτα
της πλαζ στην Αρετσού.

Μονάχος παρηγοράω
τα έρημα ερωτικά αποδυτήρια,
την αμμουδιά που ψάχνει για ιδρωμένα κορμιά,
για βρεγμένα ίχνη βημάτων που άλλαξαν πορεία.

Έξω απʼ την περίφραξη, ψαράδες
σκεπάζουν την άσφαλτο με βυσσινιά δίχτυα
κι οι στεναγμοί του δρόμου εγκλωβισμένοι
ψάχνουν μεγάλη τρύπα
να χωρέσουν, να ξεφύγουν.

Θα φωνάξω δυνατά
να σπάσει ένα κομμάτι από την εγκατάλειψη
και μια γωνίτσα από κοφτερό φεγγάρι,
να τα κάνω μαχαίρι
ολόιδιο με τις κραυγές των γλάρων,
να κόψω σε λουρίδες τα παιδικά μου χρόνια,
να τα ξαπλώσω εδώ κι εκεί πάνω σε ψάθες.

Γύρω μυρίζει πεθαμένη θάλασσα
σαν παλιά φωτογραφία.

Νυχτερινές επιπλοκές

Έλεγα πως δεν θα τύχαινε ξανά σʼ εμένα
και να που απόψε λιώνει το φεγγάρι
στο σκοτάδι,
γέμισε με ασήμι η Σαλονίκη
κι είναι κρεβάτια που ακόμα πλημμυρίζουν
ματωμένα όνειρα.

Οι νύχτες που θα ʼρθουν δε θα ʼχουν πια φεγγάρι.

Στον απέναντι μαντρότοιχο μια μορφή από γκράφιτι
κρύβει απόψε με τα χέρια το πρόσωπό της
απʼ τον κόσμο.

Οι καύτρες απʼ τις φετινές φωτιές στα δάση
έγιναν άστρα,
σκαλώνουν σʼ ένα σεντόνι τσαλακωμένο
-σαν την πατρίδα η μια του άκρη
σέρνεται σε πάτωμα σαθρό από σαράκια.

Μια στοίβα σβησμένα φεγγάρια
κάτω απʼ το κρεβάτι
σκεπάζονται με άδειες νύχτες
κι ονειρεύονται.