
(φωτογραφία από www.elogos.gr)
Η εκδρομή
Και τι μ’ αυτό
δεν είναι λόγος ν’ αναβληθεί η εκδρομή.
Τι κι αν υπάρχει μονάχα ένας οπαδός
Εμείς
απ’ άλλους τόπους
χωρίς δουλειά
μπορούμε ν’ αποκλείσουμε
Αυτούς
που σ’ άλλους συλλόγους ξενυχτάνε.
Και τι νομίζετε
εμείς δεν βλέπουμε τα γυμναστήρια ρημαγμένα;
τα καφενεία με παράγοντες πολιτικούς;
και τα χωράφια μας με ξένους.
Καλώ τους οπαδούς ν’ ακολουθήσουν.
Δεν μας φοβίζουνε τα κύματα.
Οι εθνικόφρονες είναι χαζοί.
Τα πούλμαν ας μείνουνε ακίνητα.
Την όχθη θα την περάσουμε
πεζή.
Πέραμα

Τη μέρα που ήρθα και σε βρήκα
κάτω στο πέραμα με τους γέρους
στη θάλασσα να βρίζεις
τη κάμαρα που σε γέννησε
και τον Ξέρξη
Στάθηκα δίπλα σου και σου είπα
τα κεραμίδια θα γίνουνε τσιμέντο
τα ξύλα θα γίνουνε πέτρες
η αγάπη θα γίνει χρήμα
Τη μέρα που ήρθα και σε βρήκα
κάτω στο πέραμα με τους γέρους
στάθηκα δίπλα σου και σου είπα
θα μας ξεχάσουνε την Πέμπτη
το Σάββατο, το Σάββατο την ίδια ώρα
θα αναστηθούμε
Ιωάννα και Μαριέτα
Ιωάννα και Μαριέτα, εδώ ξεκουραζόμαστε
μετά την εκδρομή στα Σπάτα, μηχανή μας φόνευσε
να ζήσω πιο πολύ ήθελα από τα 17 μου
εδώ βρίσκομαι θαμμένος, δίπλα στα πουρνάρια
και πιο πολύ πέρα θαρρώ, ο φίλος μου ο Νίκος
μια λάμψη στην εξάτμιση μας έκοψε τη φόρα
Στην αυλή της δόλιας μάνας μου
θα βρείτε το σκελετό της μηχανής μου
στο ντουλάπι τα παπούτσια μου
σ’ αυτά εδώ τα χώματα τα κόκαλά μου
όχι να λυπηθώ που πέθανα με μηχανάκι
γιατί αν ζούσα εγώ, εδώ μαζί σας,
σ’ αυτή την άθλια πόλη, ποιος θα με πρόσεχε
Όχι, δεν πρέπει να συναντηθούμε
Οχι δεν πρέπει, δεν πρέπει να συναντηθούμε
πριν απ’ τη Δύση του ήλιου
στο δάσος με τις άδειες κονσέρβες
απέναντι στη Σαλαμίνα,
στη Βηρυτό και στην Οστια.
Οχι δεν πρέπει, δεν πρέπει να συναντηθούμε
πριν απ’ τη δύση του ήλιου
στην κάμαρα που παίζουν πρέφα
στην κάμαρα που παίζουν τάβλι
για ένα τσιγάρο οι χαμένοι
Οχι δεν πρέπει, δεν πρέπει να συναντηθούμε.
Κι η μάνα μου κι η μάνα σου στα μαύρα
κι ο αδερφός στο υπόγειο
Οχι δεν πρέπει, δεν πρέπει να συναντηθούμε
Το πλοίο έφυγε…
Περί πάθους
Αυτό που είδα το πρωί
δεν είναι μέρα να το πω
περνούσε κι ήταν μ’ άλλους τρεις
εκείνος απ’ το ωτομοτρίς.
Ήταν τα δέντρα πράσινα
κι η σκάλα μέχρι το λιμάνι
δυο τρεις περάσαν κι ήταν Σύριοι
άλλοι πέντε έξι πιο μακριά (στη γωνία).
Αυτό που είδα το πρωί
δεν είναι μέρα να το πω
μιλούσε κι ήταν μ’ άλλους τρεις
εκείνος απ’ το ωτομοτρίς.
Ήταν τα δέντρα πράσινα
κι οι δρόμοι μέχρι το λιμάνι
δυο τρεις περάσαν κι ήταν Σύριοι
άλλοι πέντε έξι πιο μακριά (στη γωνία).
Αυτό που είδα το πρωί
δεν με βολεύει να το πω
εκείνος φεύγει με το ωτομοτρίς
και εγώ επιστρέφω με τους τρεις










μ αρέσει όπως το λέει ο χατζιδάκης
μ αρέσει κ ο χρονάς
ονειρεμένες σκιές στο ράδιο του
και προσκαλλεί τα βιβλία που παγώσανε
η γραμμή του ποιείν δεν μου πολυαρέσει
Και προσθέτω: την “Εκδρομή” τη λέει συγκλονιστικά ο Χατζιδάκις και το “Ιωάννα και Μαριέττα,” ανατριχιαστικά ο Λάκης Παπαδόπουλος.
Μαύρε ήλιε κτλ..
θέλεις να γίνεις πιο συγκεκριμένος ως προς τι δεν σου πολυαρέσει, ώστε να το επεξεργαστούμε και εμείς;
Ευχαριστούμε.
κύριε Αραβανή
δε μου αρέσουν οι σαλάτες
δεν είμαι τις υγιηνής διατροφής
δυστυχώς
;
Εμάς αντίθετα μας αρέσουν, διότι βοηθάνε το έντερο να χωνέψει τα αχώνευτα.
Καλημέρα.
δε φανταζόμουν ότι σας άρεσαν και
τα σαλιγκάρια
καλή σας ημέρα
Ο λαγός, η χελώνα και το σαλιγκάρι
Μια φορά κι έναν καιρό ο λαγός η χελώνα και το σαλιγκάρι, τρία αξιοπρεπή και φυτοφάγα ζώα (αυτό σημαίνει ότι δεν ήταν ντοπαρισμένα ) αποφάσισαν να τρέξουν επίσημα σε αγώνα δρόμου. Συναντήθηκαν ένα πρωί στην αφετηρία, δόθηκε η εκκίνηση και ο λαγός έφυγε πρώτος με φοβερή ταχύτητα. Η χελώνα ξεκίνησε σιγά -σιγά ενώ το σαλιγκάρι παρέμεινε στη θέση του.
Μόλις απομακρύνθηκε λίγο η χελώνα και μαζί της και οι τελευταίες κάμερες το σαλιγκάρι σήκωσε το κινητό του και άρχισε να μιλάει με τον προπονητή του. «Πώς θα γίνει να πάρω τον αγώνα;», του είπε το σαλιγκάρι. «Πρέπει να δούμε τι θα κάνει ο λαγός», είπε εκείνος.
Ο λαγός ήταν πλέον αρκετά μπροστά από τους άλλους και μείωσε το ρυθμό του. Τι θέλω και τρέχω για ένα και δέκα απόδοση, σκέφτηκε ο λαγός. Έβγαλε κι αυτός το κινητό του για να μιλήσει με το γραφείο (το μπουκ) που στοιχημάτισε. «Έλα», του είπε συνωμοτικά, «εγώ είμαι». «Τι έχουμε;», ρώτησε ο μπουκ μέικερ. «Πώς τα πάει το σαλιγκάρι;», ρώτησε ο λαγός. «Δεν έχει καμία πιθανότητα», είπε ο μπουκ. «Σου είπα να στοιχηματίσεις τη χελώνα. Είσαι επιπόλαιος και κυνηγάς το εύκολο κέρδος». Ο λαγός δεν απάντησε. «Και ο παππούς σου τότε, πριν πολλά χρόνια στοιχημάτισε τη χελώνα και μετά έπεσε και κοιμήθηκε στη μέση της διαδρομής.»
Α δεν είμαστε καλά σκέφτηκε ο λαγός. «Είχε και τότε στοιχήματα; να δούμε τι άλλο θ’ ακούσουμε σήμερα», αναρωτήθηκε φωναχτά. «Αγόρι μου η Ακρόπολη ήταν στοίχημα ανάμεσα στο Φειδία και τον τότε υπουργό ΥΠΕΧΩΔΕ», είπε ο μπουκ μέικερ. Εκείνο το στοίχημα το κέρδισε ο Φειδίας γιατί τελείωσε νωρίτερα το έργο από ότι περίμεναν οι πολιτικοί της εποχής». «Εγώ τι να κάνω τώρα;», ρώτησε ο λαγός.
«Ξεκουράσου λίγο, εμείς παρακολουθούμε τη χελώνα και αν δούμε ότι σε φτάνει θα πάρω να σε ενημερώσω». Ο λαγός έπεσε σε βαθιά συλλογή και όλα έδειχναν ότι θα τον έπαιρνε ο ύπνος.
Η χελώνα δεν είχε κινητό μαζί της ούτε έδειχνε να ενδιαφέρεται για προγνωστικά. Έτρεχε με τον αργό και μεθοδικό τρόπο της ελπίζοντας ότι κάπου θα συναντήσει το λαγό να κοιμάται. Είχε διακρίνει μία υποψία νύστας στα μάτια του.
Το σαλιγκάρι δεν σταμάτησε να μιλάει στο κινητό. Εκείνη τη στιγμή πήρε ένα καινούριο τηλεφώνημα και τον ενημέρωσαν ότι ο λαγός κοιμήθηκε όπως αναμενόταν. Το σαλιγκάρι ξαναμίλησε με το γραφείο στοιχημάτων. «Τι γίνεται παιδιά; Νομίζω ότι θα νικήσουμε σήμερα», είπε στον μπουκ και την παρέα του που κοίταζαν τον αγώνα στη τηλεόραση. Σ’ αυτό το γραφείο κανείς δεν πόνταρε στη χελώνα, όσοι έπαιζαν με σιγουριά πόνταραν στο 1,10 του λαγού, ενώ οι άλλοι απελπισμένοι κυνηγούσαν το 10 του σαλιγκαριού.
Η χελώνα συνέχισε να περπατάει και πλησίαζε να καλύψει τα 3/4 (τρία τέταρτα) της απόστασης. Ο λαγός κοιμόταν και περίπου σ’ αυτό το σημείο η χελώνα πέρασε μπροστά του νιώθοντας μια ανακούφιση. Σκεφθείτε τώρα πόσο γρήγορα ο λαγός είχε καλύψει τα 3/4 (τρία τέταρτα) του δρόμου. Το σαλιγκάρι δεν το κούνησε από την αφετηρία. Χτύπησε το κινητό του και απάντησε στη γλώσσα των στοιχημάτων. «Εδώ το δέκα το καλό, ποιος είναι παρακαλώ;» Η φωνή από την άλλη πλευρά του είπε ότι δεν υπήρχε ελπίδα, η χελώνα προπορευόταν, ο λαγός είχε κοιμηθεί και το παραμύθι θα επαναλαμβανόταν προς μεγάλη χαρά όσων πόνταραν στη χελώνα. Ευχάριστα νέα σκέφτηκε το σαλιγκάρι και έκλεισε το τηλέφωνο.
Ως εδώ τα πράγματα είχαν εξελιχθεί όπως περίμενε το σαλιγκάρι. Ο μεγάλος αντίπαλος κατά τη γνώμη του ήταν ο λαγός που μπορούσε να καθαρίσει τον αγώνα μέσα σε λίγα λεπτά, αφού κοιμήθηκε είχε αρκετό χρόνο για να σκεφθεί κάτι. Η χελώνα συνέχιζε το δρόμο της. Το σαλιγκάρι πρόσεξε τότε ένα ασθενοφόρο δίπλα στην αφετηρία. Ρώτησε στο κινητό αν υπήρχε ασθενοφόρο στον τερματισμό. Όχι δεν υπήρχε του είπαν. Τότε σκέφτηκε να ακυρώσει τον αγώνα. Αιτιολογία; Δεν τηρούνται οι κανόνες ασφαλείας. Μετά σκέφτηκε κάτι καλύτερο. Ανέβηκε στο προφυλακτήρα του ασθενοφόρου.
Η χελώνα πλησίαζε στο τέρμα. Ο λαγός έβλεπε στον ύπνο του την Ακρόπολη να χτίζεται, το ασθενοφόρο πέρασε με ταχύτητα ουρλιάζοντας μπροστά του και τον ξύπνησε. Κατευθυνόταν προς το τέρμα σε μια προσπάθεια να είναι εκεί πριν τερματίσουν οι αθλητές και ακυρωθεί ο αγώνας. Ο λαγός ξύπνησε απότομα με ένα αίσθημα να μη την πατήσει ξανά και επιτέλους να κερδίσει ο πιο γρήγορος.
Ακολούθησε το ασθενοφόρο τρέχοντας με όλη του τη δύναμη. Η χελώνα ακούγοντας τη σειρήνα και σίγουρη πλέον ότι τον ξύπνησε επιτάχυνε το βήμα της. Το τέρμα ήταν μόλις ελάχιστα μέτρα. Το ασθενοφόρο προσπέρασε τη χελώνα. Εκείνη έριξε ένα απελπισμένο βλέμμα προς τα πίσω να δει το λαγό. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή το σαλιγκάρι γλίστρησε στη γραμμή τερματισμού και οι φωνές των θεατών έκαναν τη χελώνα να κοιτάξει προς τα κει. Ενώ ο λαγός πλησίαζε με φοβερή ταχύτητα, εκείνη είδε τα σαλιγκάρι να τερματίζει και θα πάθαινε ανακοπή αν δεν έβαζε τα δυνατά της να βγει τουλάχιστον δεύτερη. Το σαλιγκάρι ήταν ξεκάθαρα πρώτο και η χελώνα με το λαγό περίμεναν το φίνις για να βρεθεί εκείνη δεύτερη και ο λαγός τρίτος.
(www.nygma.gr/mag/articles)
Άμα δεν του α΄ρέσει Σπύρο μου, να μην μπαίνει, αλλά μπαίνοντα ο “ηλιοκαμένος”, σε έκανε να γράψεις ωραίο κείμενο. Αυτά ευγενικώς, για να μην τον περιλάβω και κάνω απρέπειες μέρες που είναι….
…. Διατρέφεται μάλλον με είδη υγιεινής….
άρα μη κλαίης επί ματαίω Κλαίωνα …
Ω! Μερσί παιδί μου Βόα
Τη μέρα που ήρθα και σε βρήκα
κάτω στο Πέραμα με τους γέρους
στη θάλασσα να βρίζεις
τη κάμαρα που σε γέννησε
και τον Ξέρξη
(….)
Τη μέρα που ήρθα και σε βρήκα
κάτω στο Πέραμα με τους γέρους
στάθηκα δίπλα σου και σου είπα
θα μας ξεχάσουνε την Πέμπτη
το Σάββατο, το Σάββατο την ίδια ώρα
θα αναστηθούμε
Θα μας σκοτώσουνε την Πέμπτη…Θα αναστηθούμε το Σάββατο; Ποιος ξέρει;
Ας αναπαυτούν. Ό,τι δεν κατάφεραν νομίζω επί γης.
Στην αυλή της δόλιας μάνας μου
θα βρείτε το σκελετό της μηχανής μου
στο ντουλάπι τα παπούτσια μου
σ’ αυτά εδώ τα χώματα τα κόκαλά μου
όχι να λυπηθώ που πέθανα με μηχανάκι
γιατί αν ζούσα εγώ, εδώ μαζί σας,
σ’ αυτή την άθλια πόλη, ποιος θα με πρόσεχε
Μνήμη Κωνσταντίνου Παπαχρόνη (1977-2009)