Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

«Εκατό χρόνια μοναξιά» [σκηνοθεσία: Laura Mora & Carlos Moreno), ΝΕΤFLIX [Β’ σεζόν]

 

Το άπιαστο πνεύμα του Μακόντο

 

Το Μακόντο επιστρέφει πιο σκοτεινό, πληγωμένο και εξωστρεφές. Η οικογένεια Μπουενδία βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν κόσμο που αλλάζει, χωρίς να μπορεί να ξεφύγει από το παρελθόν.

Η πρώτη σεζόν του «Εκατό Χρόνια Μοναξιά» μας άφησε στο κατώφλι ενός Μακόντο που είχε χάσει την αθωότητά του. Η οικογένεια Μπουενδία είχε γνωρίσει τον πόλεμο, τον έρωτα, την απώλεια και την επανάληψη, ενώ η Ιστορία έμοιαζε να επιστρέφει με τα ίδια πρόσωπα και διαφορετικές πληγές. Εκεί όπου η πρώτη σεζόν έστηνε τον μύθο, η δεύτερη τον δοκιμάζει απέναντι στην πραγματικότητα. Το χωριό ανοίγει στον κόσμο και, ακριβώς γι’ αυτό, αρχίζει να χάνει τον εαυτό του. Το θαύμα δεν εξαφανίζεται, σκοτεινιάζει. Και η οικογενειακή μνήμη γίνεται πια βάρος που κανείς δεν μπορεί να αφήσει πίσω. Ούτε εύκολα, ούτε χωρίς συνέπειες.

Το δεύτερο μέρος, επτά επεισοδίων, κυκλοφόρησε στις 5 Αυγούστου στην Netflix, ενώ το ειδικό φινάλε έχει προγραμματιστεί για τις 26. Η δεύτερη σεζόν, ή ακριβέστερα το δεύτερο μέρος της σειράς, ξεκινά σαν να γνωρίζει πως το δυσκολότερο δεν είναι να παρουσιάσεις το Μακόντο, αλλά να το κάνεις να πονέσει. Οι επαναλήψεις των ονομάτων, οι έρωτες που επιστρέφουν μεταμφιεσμένοι, οι πόλεμοι που γεννούν άλλους πολέμους, τα χειρόγραφα που μοιάζουν να έχουν γραφτεί πριν ακόμη συμβούν τα γεγονότα, αποτελούν πλέον γνώριμο υλικό. Εκείνο όμως που αλλάζει είναι η θερμοκρασία της αφήγησης. Το φως υποχωρεί. Η φαντασία δεν λειτουργεί πια ως καταφύγιο, αλλά ως καθρέφτης μιας πραγματικότητας βίαιης.

Οι σκηνοθέτες Λόρα Μόρα και ο Κάρλος Μορένο αντιμετωπίζουν αυτό το υλικό με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση. Η σκηνοθεσία δεν προσπαθεί απλώς να εικονογραφήσει τον Μάρκες, αναζητά κινηματογραφικό ρυθμό για την αίσθηση του αναπόφευκτου. Τα επεισόδια αποκτούν κινηματογραφική αναπνοή, με έμφαση στη σύνθεση, στη σιωπή και στον ήχο. Η Μόρα έχει περιγράψει κάθε επεισόδιο ως κάτι που προσεγγίζει τη λογική μιας ταινίας, με στόχο μια πιο κινηματογραφική και συναισθηματική κορύφωση. Η εικόνα βαραίνει καθώς ο μύθος προσγειώνεται στην Ιστορία.

Στο επίκεντρο βρίσκεται η μετάβαση από τον οικογενειακό μύθο στον κοινωνικό εφιάλτη. Ο Αουρελιάνο Μπουενδία (Κλαούντιο Κατάνιο), άλλοτε προσωποποίηση της εξέγερσης, κουβαλά το βάρος της ματαιότητας. Οι πόλεμοι δεν έχουν την αίγλη της περιπέτειας, έχουν σκόνη, εξάντληση και την αίσθηση ενός κύκλου που αρνείται να κλείσει. Ο Κλαούντιο Κατάνιο δίνει στον συνταγματάρχη μια εσωτερική ρωγμή που γίνεται ολοένα πιο ορατή. Δεν βλέπουμε απλώς έναν άνδρα που γερνά, αλλά έναν άνθρωπο που αντιλαμβάνεται πως η Ιστορία μπορεί να χρησιμοποιεί τους επαναστάτες της χωρίς να τους δικαιώνει.

Διαβάστε περισσότερα
Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, «τοῦ ἐρωτισμοῦ του τὰ ὁράματα» [φωνή: Κωνσταντίνος Κωνσταντόπουλος], εκδ. Αγγελάκη, 2026

Το «τοῦ ἐρωτισμοῦ του τὰ ὁράματα» συγκεντρώνει 58 ερωτικά ποιήματα του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη, σε μια έκδοση που συνδέει την καβαφική ποίηση με την ακρόαση και την προφορική ερμηνεία. Τα ποιήματα παρουσιάζονται ως ένας ενιαίος ποιητικός μονόλογος, όπου ο ποιητής, μέσα από την ανάμνηση των αισθήσεων, ανακαλεί τα οράματα του ερωτισμού του.

 

Η έκδοση συνοδεύεται από ηχογράφηση με τη φωνή του Κωνσταντίνου Κωνσταντόπουλου, διαθέσιμη μέσω QR code, ώστε η ποίηση να λειτουργεί όχι μόνο ως ανάγνωση αλλά και ως ακουστική εμπειρία. Ένα ιδιαίτερο βιβλίο για την ερωτική διάσταση του Καβάφη, την ποιητική μνήμη, τη φωνή και τη δύναμη της απαγγελίας.

***************************************

ΣΗΜΕΙΩΜΑ

«Ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, κι έφτασε ως φαίνεται ο καιρός να γίνει ένα όνειρό μου πραγματικότητα… Από τότε που ήμουν νέος ακόμα ήθελα να πω ποιήματα του Καβάφη – όχι να τα διαβάσω αλλά… να τα πω, να τα «μιλήσω»!
Και τώρα, που είμαι κι εγώ πια (όπως ήταν κι εκείνος ίσως…) στην «ανάμνηση των αισθήσεων»… τώρα πια που κι η φωνή είναι (ίσως) κατάλληλη πλέον να πει τις σκέψεις του ποιητή, τις αναμνήσεις των δικών του αισθήσεων, τώρα τόλμησα πια … να γίνει η φωνή το όχημα μέσω του οποίου θα αναδυθούν στην επιφάνεια τα οράματα -«εν φαντασία και λόγω»- του ερωτισμού αυτού του μέγιστου ποιητή, αυτού του… «ανδρείου της ηδονής»…
Η επιλογή των ποιημάτων είναι τέτοια ώστε να συνιστούν όλα μαζί, με αυτήν την συγκεκριμένη σειρά… έναν μονόλογο! Ο ποιητής, γέρων πια, επιστρέφει αργά το βράδυ στην οικίαν του και… αναπολεί το παρελθόν του… – αναπολεί και ανακαλεί τα «οράματα του ερωτισμού του»…
Ο ποιητής μιλά, λοιπόν, και λέγει…»
Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Wendell Berry (1934-2026) Τρία ποιήματα (μετάφραση: Κώστας Μαντζάκος)

Μια Συνάντηση

 

Στ’ όνειρο μου συναντώ

τον φίλο μου που’χει πεθάνει. Το ξέρω,

έχει φύγει πολύ καιρό πριν,

και όμως είναι ίδιος

γιατί οι νεκροί είναι αμετάβλητοι.

Δεν γερνούν.

Εγώ είμαι αυτός που έχει αλλάξει,

ξένος τώρα σ’ αυτό που ήμουν.

Κι όμως εγώ, ο αλλαγμένος,

ρωτάω: “Πώς είσαι;”

Χαμογελάει και με κοιτάζει.

“Έτρωγα ροδάκινα

από κάτι θεσπέσια δέντρα”.

Διαβάστε περισσότερα
Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

«”Ειρήνη”- του Αριστοφάνη» (σκηνοθεσία: Νίκος Καραθάνος/ διασκευή, πρωτότυπο κείμενο- τραγούδια: Φοίβος Δεληβοριάς) [γράφει ο Ελισσαίος Βγενόπουλος]

Συνομιλώντας με τον Αριστοφάνη

 

Η “Ειρήνη” που παρουσιάζει ο Νίκος Καραθάνος δεν ενδιαφέρεται να αναπαραστήσει τον Αριστοφάνη, προσπαθεί να συνομιλήσει μαζί του. Κρατά τον πυρήνα της κωμωδίας, αλλά μεταφέρει το βλέμμα της σε έναν κόσμο όπου η ειρήνη εξακολουθεί να μοιάζει ζητούμενο.

Η παράσταση κινείται διαρκώς ανάμεσα στο πραγματικό και το ονειρικό, οδηγώντας τους θεατές από την Αθήνα μέχρι τον μυθικό Όλυμπο και, στη συνέχεια, στον Κάτω Κόσμο. Με τη βοήθεια ενός εξαιρετικού θιάσου, η ιστορία αποκτά ένταση, χιούμορ και λυρισμό, ενώ η μουσική συνοδεύει και ενισχύει τη συναισθηματική της δύναμη, δημιουργώντας μια μοναδική σκηνική εμπειρία.

Ο Πόλεμος, που εμφανίζεται ως γορίλας, αποτελεί ένα ισχυρό και ανατρεπτικό σύμβολο της βίας, της καταστροφής και της ανθρώπινης αγριότητας, υπενθυμίζοντας ότι η απειλή του παραμένει διαχρονική. Παράλληλα, η αναζήτηση της Ειρήνης αποκτά σύγχρονες διαστάσεις, αναδεικνύοντας την ανάγκη για συμφιλίωση, ελπίδα και συλλογική προσπάθεια σε έναν κόσμο που εξακολουθεί να δοκιμάζεται από συγκρούσεις. Η παράσταση συνδυάζει το κωμικό με το δραματικό στοιχείο, προσφέροντας μια νέα, ευρηματική και βαθιά ανθρώπινη ανάγνωση του αριστοφανικού έργου. Μετά τη θριαμβευτική αν και μουσκεμένη παρουσίαση της στην Επίδαυρο, η Ειρήνη συνεχίζει το θεατρικό της ταξίδι με περιοδεία σε επιλεγμένα θέατρα της χώρας, συναντώντας το κοινό σε κάθε της στάση.

Η «Ειρήνη» του Αριστοφάνη ανήκει στις κορυφαίες κωμωδίες της αρχαίας αττικής δραματουργίας και, ταυτόχρονα, αποτελεί μία από τις πιο οξυδερκείς θεατρικές παρεμβάσεις της κωμωδίας στον δημόσιο λόγο. Γραμμένη σε συνθήκες πολέμου, η δραματική οικονομία του έργου δεν περιορίζεται στη σάτιρα, αλλά μετασχηματίζει τη γελοιοποίηση σε ηθικοπολιτικό αίτημα, την επιβίωση και την αποκατάσταση της συλλογικής ζωής μέσω της ειρήνης.

Η «Ειρήνη» διδάχθηκε στα Μεγάλα Διονύσια το 421 π.Χ., κατακτώντας το δεύτερο βραβείο, σε μια εξαιρετικά κρίσιμη καμπή του Πελοποννησιακού Πολέμου. Η Αθήνα και η Σπάρτη είχαν ήδη εξαντληθεί από μια δεκαετία συνεχών συγκρούσεων, ενώ οι καταστροφικές συνέπειες του πολέμου είχαν πλήξει την οικονομία, τη γεωργία και την κοινωνική συνοχή των ελληνικών πόλεων. Είχαν προηγηθεί γεγονότα όπως η καταστροφική εκστρατεία στη Σφακτηρία, οι αλλεπάλληλες στρατιωτικές αναμετρήσεις και κυρίως ο λοιμός της Αθήνας, που είχε αποδεκατίσει τον πληθυσμό και είχε στοιχίσει τη ζωή ακόμη και του Περικλή. Την ίδια χρονιά με τη διδασκαλία του έργου υπογράφηκε η λεγόμενη Νικίειος Ειρήνη, μια εύθραυστη συμφωνία που υποσχόταν τον τερματισμό των εχθροπραξιών χωρίς όμως να επιλύει τις βαθύτερες αιτίες της σύγκρουσης. Μέσα σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο, ο Αριστοφάνης μετατρέπει την κωμωδία σε μια θαρραλέα δημόσια παρέμβαση υπέρ της συμφιλίωσης, εκφράζοντας την αγωνία αλλά και την ελπίδα των απλών πολιτών για την επιστροφή σε μια ειρηνική και δημιουργική καθημερινότητα.

Διαβάστε περισσότερα
Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

«Πέρσες» του Αισχύλου (σκηνοθεσία: Χρήστος Θεοδωρίδης) [γράφει ο Ελισσαίος Βγενόπουλος]

 

Η τραγωδία της ήττας και ο ύμνος της ελευθερίας

 

 

Οι Πέρσες του Αισχύλου, που διδάχθηκαν το 472 π.Χ., κατέχουν μια απολύτως μοναδική θέση στην ιστορία της παγκόσμιας δραματουργίας. Δεν αποτελούν απλώς την αρχαιότερη σωζόμενη τραγωδία, αλλά και τη μοναδική που δεν αντλεί το υλικό της από τον γνώριμο κόσμο του μύθου, αλλά από τη ζωντανή, νωπή ιστορία. Ο ποιητής μεταφέρει στη σκηνή ένα γεγονός που ο ίδιος και το κοινό του έζησαν βιωματικά, τη συντριβή του περσικού στόλου στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας το 480 π.Χ.

Ωστόσο, η μεγαλοφυΐα του Αισχύλου δεν έγκειται στην απλή καταγραφή της ιστορικής πραγματικότητας, αλλά στην ριζική ανατροπή της οπτικής γωνίας. Ενώ θα περίμενε κανείς έναν θριαμβευτικό επινίκιο ύμνο, μια κραυγή εθνικής αυταρέσκειας από την πλευρά των νικητών Αθηναίων, ο τραγικός ποιητής επιλέγει να μετατοπίσει το βλέμμα του ολοκληρωτικά στους ηττημένους. Η δράση τοποθετείται στην καρδιά της περσικής αυτοκρατορίας. Με αυτόν τον τρόπο, ο Αισχύλος επιτυγχάνει μια πρωτοφανή αισθητική και ηθική αποστασιοποίηση. Ο νικητής απουσιάζει πλήρως από τη σκηνή, δεν κατονομάζεται ούτε ένας Έλληνας στρατηγός, και η εθνική υπερηφάνεια υποχωρεί μπροστά στο δέος της κοινής ανθρώπινης μοίρας.

Το ύφος του έργου χαρακτηρίζεται από μια τελετουργική, σχεδόν ιερατική μεγαλοπρέπεια. Ο λόγος του Αισχύλου είναι πυκνός, γεμάτος ηχηρές, υποβλητικές λέξεις που χτίζουν την εικόνα του χαμένου πλούτου και της έκπτωτης ισχύος της Περσίας. Η τραγωδία ξεκινά με τον Χορό των Πιστών, των ηλικιωμένων γερόντων που έχουν μείνει πίσω για να φυλάσσουν τα Σούσα, να εκφράζουν μια υπόκωφη, διάχυτη ανησυχία. Αυτή η ατμόσφαιρα της αναμονής και του προαισθήματος κλιμακώνεται με την είσοδο της βασίλισσας Άτοσσας, η οποία μεταφέρει το δυσοίωνο όνειρό της.

Το περιεχόμενο του έργου δομείται γύρω από τις θεμελιώδεις έννοιες της αρχαίας ελληνικής κοσμοθεωρίας, την Ύβρη, την Άτη, τη Νέμεση και την Τίση. Ο Ξέρξης, παρασυρμένος από την αλαζονεία της απόλυτης εξουσίας, διέπραξε το απόλυτο σφάλμα. Επιχείρησε να δαμάσει τη φύση ζεύοντας τον Ελλήσποντο και να ανατρέψει τη θεϊκή τάξη πραγμάτων επεκτείνοντας την κυριαρχία του πέρα από τα όρια που είχαν ορίσει οι θεοί. Αυτή η τυφλή αλαζονεία (Ύβρις) οδηγεί στην πνευματική τύφλωση (Άτη) και προκαλεί τη θεία δίκη (Νέμεσις), η οποία επιφέρει την τελική τιμωρία και τη συντριβή (Τίσις). Η κορύφωση της ιδεολογικής ανάλυσης του έργου έρχεται με την εμφάνιση του ειδώλου του Δαρείου. Ο νεκρός βασιλιάς, λειτουργώντας ως η φωνή της λογικής και της παράδοσης, καταδικάζει τις επιλογές του γιου του, προσφέροντας μια βαθιά πολιτική και φιλοσοφική ερμηνεία της καταστροφής. Όταν τελικά καταφθάνει ο ίδιος ο Ξέρξης, ρακένδυτος και ψυχικά διαλυμένος, το έργο μετατρέπεται σε έναν σπαρακτικό, κοινό θρήνο.

Με αυτή τη διαχείριση, ο Αισχύλος μεταμορφώνει μια εθνική νίκη σε ένα από τα ισχυρότερα αντιπολεμικά μνημεία της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ο πόνος του εχθρού εξισώνεται με τον πόνο κάθε ανθρώπου. Η συμπόνια υπερβαίνει τα γεωγραφικά και εθνικά σύνορα. Το έργο δεν μιλά πλέον για τη σύγκρουση δύο λαών, αλλά για το αιώνιο μάθημα της ανθρώπινης θνητότητας και το τρομερό τίμημα που πληρώνει όποιος ξεχνά τα όριά του απέναντι στο θείο και τη φύση. Το έργο παράλληλα είναι και ένα σάλπισμα στην ελευθερία.

…Ω παίδες Ελλήνων ίτε,

Ελευθερούτε πατρίδα, ελευθερούτε δε

Παίδας, γυναίκας, θεών τε πατρώων έδη

Θήκας τε προγόνων, νυν υπέρ πάντων αγών.

 

Ο Χρήστος Θεοδωρίδης έχει αποδείξει στο παρελθόν ότι κατέχει ένα διακριτό καλλιτεχνικό στίγμα, δημιουργώντας παραστάσεις με έντονο πολιτικό χαρακτήρα και αιχμηρή ματιά πάνω στις σύγχρονες κοινωνικές και υπαρξιακές αγωνίες. Η αναμέτρησή του με τους Πέρσες στην Επίδαυρο δημιούργησε υψηλές προσδοκίες, καθώς το ίδιο το κείμενο προσφέρει το ιδανικό έδαφος για έναν βαθύ αναστοχασμό πάνω στην εξουσία και το τραύμα του πολέμου. Ωστόσο, το τελικό αποτέλεσμα άφησε μια αίσθηση μετεωρισμού, καθώς η παράσταση, παρά τις φωτεινές μεμονωμένες στιγμές της, στερήθηκε μιας συμπαγούς, συνολικής άποψης ικανής να τιθασεύσει το αισχυλικό μέγεθος.

Διαβάστε περισσότερα