Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ποιητικό Καφενείο

Ποιητικό Καφενείο

Ποιητικό Καφενείο

Ο Νίκος Καζαντζάκης για την Ιερά Σύνοδο, τις κατηγορίες συγγραφέων και την Ποίηση [εφ. «Τα Νέα»,24/11/54] (επιμέλεια- επίμετρο: Μιχάλης Γελασάκης)

`

Ο Νίκος Καζαντζάκης (Ηράκλειο Κρήτης, 3/3/1883 – Φράιμπουργκ, 26/10/1957) σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Τα Νέα», τρία χρόνια πριν το θάνατό του και ενώ έχει χάσει ήδη την όρασή του από το ένα μάτι, θα μιλήσει για τους επικριτές του και την Ιερά Σύνοδο*. Μεταξύ άλλων θα χωρίσει τους συγγραφείς σε τρεις κατηγορίες, κατατάσσοντας τον εαυτό του σε μία από αυτές και θα σχολιάσει για την ποίηση, αναφέροντας χαρακτηριστικά: «Σήμερα υπάρχουν ποιήματα, ποιητές δεν υπάρχουν». Η συνέντευξη δόθηκε στον Αλεξανδρινό λογοτέχνη και δημοσιογράφο Μανόλη Γιαλουράκη και έγινε στο σπίτι του Καζαντζάκη στην πόλη Αντίπ της Νότιας Γαλλίας. Δημοσιεύτηκε στις 24/11/54. Από τότε έχουν αλλάξει τόσα πολλά και άλλα τόσα έχουν παραμείνει ακριβώς τα ίδια ίδια.

[…]

Πως αντιλαμβάνεσθε, αλήθεια, το μυθιστόρημα;
Το πιο σπουδαίο για μένα είναι ένα πράγμα, να ʼναι ριζωμένο στο χώμα και το κεφάλι του να ξεχωρίζει απʼ τη γη. Ναʼ ναι όσο βαθύτερα μπορεί στη λάσπη κι η κεφαλή του να φτάνει στʼ άστρα… Πολύ χώμα θέλω, και πολύ ανθό. Τέτοια πράγματα δεν βλέπω πολλά στην σημερινή ελληνική λογοτεχνία. Κριτικός δεν είμαι, γιατί ό,τι συμβαίνει στην ιδιοσυγκρασία μου, είναι καλό, κι ό,τι όχι, κακό. Όμως αυτό, κριτική δεν είναι. Το λέω ξάστερα, όπως διακηρύσσω και την αποστροφή μου για τα κείμενα λογοτεχνών μας που μιλάνε έξω τόπου και χρόνου για ζητήματα που δεν έχουνε δεσμούς με τη γη. Τους ανθρώπους που γράφουνε, τους διαιρώ σε τρεις κατηγορίες:
1.) Σε κείνους που περιγράφουν κι εκπροσωπούν τη σημερινή αποσύνθεση του κόσμου, όπως ο Έλιοτ. Οι Γάλλοι έχουνε καλούς συγγραφείς του είδους αυτού, που γράφουνε για φρικιαστικά πράγματα, αιμομιξίες, βιασμούς και παρόμοια. Είναι ζωντανοί συγγραφείς. Πολύ καλοί. Τους σέβομαι, αλλά δεν τους θαυμάζω.
2.) Οι συγγραφείς που νοσταλγούνε το Παρελθόν, γυρίζουνε στα παληά, γίνονται κήρυκες της φυγής. Ο «Καπετάν Μιχάλης» θα πήτε είναι τέτοιο; Όχι. Εκείνος είναι όραμα που αγκαλιάζει μια ιστορική στιγμή της Κρήτης και μέσα απʼ αυτή, την πάλη του ανθρώπου για την Ελευθερία.
3.) Οι συγγραφείς που μάχουνται να διακρίνουνε ποιο είναι το πρόσωπο του μελλούμενου πολιτισμού και προσπαθούνε να συλλάβουνε τη μελλούμενη οικονομική διάθρωση της κοινωνίας.
Ο καθένας, σύμφωνα με την ιδιοσυγκρασία του, παίρνει μια θέση. Εμένα μʼ ενδιαφέρει η Τρίτη κατηγορία. Στην «Οδύσσεια», βρίσκεται πιο έντονα, η προσπάθειά μου να προφητέψω τη μελλούμενη ανθρωπότητα.

Διαβάστε περισσότερα
Ποιητικό Καφενείο

Κρεσέντσιο Σαντζίλιο: «Η ελληνική ποίηση αποτελεί ένα μοναδικό σύμπαν» (συνέντευξη στον Γιώργο Χριστοδουλίδη)

Τον “γνώρισα” πριν από πολλά χρόνια, όντας παιδί, διαβάζοντας μια από τις πολλές εργασίες και μεταφράσεις που έχει κάνει για τον Γιάννη Ρίτσο. Τον γνώρισα κατ’ ιδίαν πριν μερικά χρόνια όταν είχε έρθει στην Κύπρο για την προώθηση και ολοκλήρωση της ανθολογίας κυπριακής ποίησης που ετοίμαζε στα ιταλικά. Τον ξαναείδα το Φθινόπωρο του 2014 στη Θεσσαλονίκη, στο πλαίσιο μιας βραδιάς αφιερωμένης στην κυπριακή λογοτεχνία.
Πάντα αποκόμιζα την ίδια αίσθηση, την ίδια μυρωδιά, αυτήν που εκπέμπουν οι δυο κόσμοι που τον συναποτελούν, αυτήν των “κοινών αντιθέσεων” τους, της τόσο ταπεινής ενσάρκωσης των δυο πληθωρικών πολιτισμών που εκπροσωπεί, αλλά και μιας βαθιάς κατανόησης του πόσο σημαντική είναι η ευθύνη να “μεταφέρεις” την ποίηση από την μια όχθη, στην αντίπερα μιας άλλης γλώσσας, ενίοτε ως βαρκάρης που καλείται να δαμάσει φουρτουνιασμένες θάλασσες, άλλοτε, ως έμπειρος πηδαλιούχος των βαθιών ποιητικών νερών.
Μιλώ για τον Κρεσέντσιο Σαντζίλιο, μεταφραστή λογοτεχνίας, που ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη, με τεράστια προσφορά ειδικά στο χώρο της ποίησης όπου έχει μεταφράσει 14 έργα του Γιάννη Ρίτσου στα ιταλικά σε 10 βιβλία, 4 βιβλία για την κυπριακή ποίηση καθώς και πληθώρα δημοσιεύσεων σε λογοτεχνικά περιοδικά και στο διαδίκτυο.
Οπως ο ίδιος αναφέρει, η μεταφραστική του διαδρομή άρχισε το 1968 με “Τα ποιήματα του Γιώργου Θέμελη”.
Τον ρωτήσαμε τι είναι εκείνο που τον “έβαλε” σε αυτήν πορεία της νοητής “ένωσης των δυο γλωσσών, της ιταλικής με την ελληνική”. Η ερώτηση πυροδοτεί την φυλαγμένη μνήμη και τα προστατευτικά της. “Μας δείχνει” την Ελληνίδα μητέρα του.”Είναι ένας άνεμος που ξεκινά από εκείνην”, μας λέει. “Και βέβαια η ελληνική, η μητρική, είναι και η πρώτη γλώσσα που μίλησα. Εκτός αυτού, γεννήθηκα και στη Θεσσαλονίκη όταν ο πατέρας μου, που υπηρετούσε στο Ιταλικό Προξενείο, γνώρισε τη μητέρα μου. Τώρα, αν αυτή η ιταλο-ελληνική ή ελληνο-ιταλική «σύμπραξη» βοήθησε στην μετέπειτα ενασχόλησή μου με την ελληνική λογοτεχνία(ελλαδική στην αρχή και ελληνοκυπριακή πρόσφατα), δεν μπορώ να το βεβαιώσω. Υποψιάζομαι όμως ότι σε κάτι πρέπει να έχει βοηθήσει. Το σημαντικό πάντως είναι ότι έγινε πραγματικότητα και βίωμα”.
Τι είναι όμως ο Κρεσέντσιο Σαντζίλιο; Ελληνας ή Ιταλός; “Είμαι και τα δυο, και το ίδιο με πειράζουν καταστάσεις και άνθρωποι που απαξιώνουν, βρίζουν, υποτιμούν ή απλώς ενοχλούν ό,τι είναι ελληνικό και ό, τι είναι ιταλικό. Θα ήθελα ό, τι καλύτερο έχουν οι Ιταλοί και ό,τι καλύτερο έχουν οι Έλληνες να μπορούσε να συγκεντρωθεί σε Έλληνες και Ιταλούς: θα ήταν αυτοί τότε οι τέλειοι άνθρωποι!”
Εξερευνώντας τις δυο γλώσσες μέσα από δεκαετίες μετάφρασης έχει αποτυπώσει μια λεπτομερειακή αίσθηση των κοινών γεφυρών τους. “Τα πάμπολλα κοινά στοιχεία μεταξύ ιταλικής και ελληνικής γλώσσας είναι όλες εκείνες οι λέξεις που πέρασαν από τα ελληνικά στα λατινικά και στη συνέχεια στα ιταλικά, αλλά επίσης εκείνες που πέρασαν απʼ ευθείας στα ιταλικά. Και δεν είναι μόνο λέξεις, αλλά και εκφράσεις ολόκληρες και προπάντων έννοιες.
Η ιταλική γλώσσα-συνεχίζει- ήταν βέβαια και τυχερή διότι εμπλουτίστηκε επιπλέον και από άμεσο καθαρά λατινικό λεξιλόγιο. Τώρα, δεν θέλω ούτε να σκεφτώ πόσο η ιταλική γλώσσα, αλλά και οι περισσότερες άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες, θα ήταν φτωχότερες χωρίς την ελληνική γλώσσα.

Ο κ. Σαντζίλιο θεωρεί την ελληνική ποίηση μοναδική και την κατατάσσει στην κορυφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας.” Η Ελλάδα, από τη Γενιά του ʼ30 και μετά, έχει δημιουργήσει έναν εξαιρετικό, μοναδικό θα έλεγα, ποιητικό σύμπαν. Δεν νομίζω να υπάρχει μια άλλη χώρα στον κόσμο που να μπορεί να προσφέρει όχι μόνο τόση δημιουργική ποιητική ποικιλία, αλλά και, ειδικά, τόσης αισθητικής και καλλιτεχνικής αξίας. Έδωσαν σε Έλληνες ποιητές δυο βραβεία Νόμπελ λογοτεχνίας, αλλά κανονικά και δικαιότερα θα έπρεπε να είχαν δώσει τουλάχιστον άλλα τρία. Και οι τελευταίες γενιές – εκείνοι που γεννήθηκαν από το 1955 έως το 1975 – μας έδωσαν και μας δίνουν έργα από τα καλύτερα παγκοσμίως, μια πολύ ωραία πολυφωνία που τιμά την ποίηση και την πλουτίζει με πρωτότυπες και ενδιαφέρουσες δημιουργίες”.
Σημαντικά είναι τα εύσημα που αποδίδει και στην κυπριακή ποίηση- και ειδικά στις νεότερες γενιές των Κυπρίων ποιητών-, με τη μετάφραση της οποίας ασχολήθηκε συστηματικά τα τελευταία χρόνια.

“Μέσα σε αυτή τη ποιητική ένταση-τονίζει-η κυπριακή ποίηση είναι τρομερά παρούσα, και μπράβο της: όλοι αυτοί οι νέοι των 30-40 ετών επιδεικνύουν μια ποιητική γνώση και ωριμότητα απόλυτα μοναδικές”.
Ο σημαντικός αυτός Ελληνοιταλός μεταφραστής ομολογεί ότι έχει εκπλαγεί ευχάριστα “για τις τόσες πανάξιες, εξαιρετικές Κύπριες ποιήτριες, μια πλειάδα ποιητικής δημιουργίας που πολλά έχει κιόλας δώσει και άλλα τόσα υπόσχεται να δώσει. Και δεν εννοώ μόνο τις ποιήτριες της γενιάς του ʼ60 ή του ʼ70, αλλά ιδιαίτερα τις νεώτερες, από το ʼ80 και μετά. Στη Κύπρο-συνεχίζει- η λεγόμενη «γυναικεία ποίηση»(μια έκφραση που δεν μʼ αρέσει καθόλου και σίγουρα θα την καταργούσα) είναι αναμφισβήτητο πως παρουσιάζει ένα από τα πιο πλούσια πανοράματα. Συγκριτικά η Ελλάδα μένει κάπως πίσω”.
Κλείνοντας την αναφορά του στην κυπριακή ποίηση μας αναφέρει πως θα ήθελε πάρα πολύ να ετοιμάσει και να δημοσιεύσει στην Ιταλία “μια Ανθολογία πραγματικά ολόκληρης της κυπριακής ποίησης-όπως την χαρακτηρίζει-, από εδώ και από εκεί μιας διαχωριστικής γραμμής που καιρός είναι να καταργηθεί. Να βρίσκονται μαζί σε μια ανθολογία και η ελληνοκυπριακή και η τουρκοκυπριακή ποίηση”.

Τον ρωτάμε για την ιταλική λογοτεχνία, του ζητάμε τη δική του αξιολόγηση. Μας απαντά ότι η κατάσταση της ιταλικής λογοτεχνίας σήμερα είναι κάπως μπερδεμένη και δεν φαίνεται ποιος θα μπορεί να είναι ο μελλοντικός προσανατολισμός.
“Ειδικά η ποίηση, δηλαδή μια δημιουργία που δεν υπόκειται και τόσο πολύ στη μόδα και στην καταναλωτική κατάπτωση, και λέω «μόδα» σε αντιπαράθεση με «κινήματα», «ρεύματα», κλπ. δηλαδή κατευθύνσεις με ουσιώδεις και ανατρεπτικές εξελίξεις (που κι αυτά πάντως απουσιάζουν) – η ποίηση βρίσκεται, νομίζω, σε ένα σταυροδρόμι κατά κάποιο τρόπο υπαρξιακής αβεβαιότητας ως προς το περιεχόμενο”.
Ανακαλεί “τους μεγάλους γέρους” της ιταλικής λογοτεχνίας που όπως επισημαίνει “από καιρό εξαφανίστηκαν με εξαίρεση τον Αντρέα Τζαντζόττο.
Αντιθέτως, όπως σημειώνει, η ωραία γενιά του ʼ80 με τους Μαγκρέλλι, Ανέντα, Ντʼ Ελία, Πουστέρλα, Ντε Άντζελις, Βαλντούγκα, Μπενεντέττι, Παλλαντίνι, Σίκαρι, Τόνι, Ταβίλλα, Μουσσάπι, Κουινταβάλλα, Σίκα, Ντε Στέφανο, που άφησε το στίγμα της στα δρώμενα της ιταλικής ποιητικής έμπνευσης, συνεχίζει να μας δίνει τέλεια δείγματα ποίησης με νόημα και γνώση, “δίχως να ξεχνάμε βέβαια και την πολύ αξιόλογη προσφορά των λίγο προηγούμενων Φιόρι και Ρουφίλλι”.
Όπως και στην Ελλάδα, έτσι και στην Ιταλία, παρατηρεί, αυτοί οι ποιητές ακολουθούν ο καθένας δικά του μονοπάτια χωρίς κοινές ιδεολογικές ή άλλες τάσεις, «ελεύθεροι και ωραίοι» μέσα σε μια από τις πιο γόνιμες περιόδους της ιταλικής λογοτεχνίας και ειδικά ποίησης.
Ο Ελληνοιταλός μεταφραστής διαβλέπει “μια δύσκολη απόπειρα επαναπροσδιορισμού του λόγου με την προοπτική μια νέας αναπαράστασης του κόσμου, του εξωτερικού αντικειμενικού και εσωτερικού ψυχολογικού, σε συνδυασμό με τον κατακερματισμό της ανθρώπινης παρουσίας και του ιστορικού περιβάλλοντος. Είναι κατά κάποιο τρόπο, συμπεραίνει, μια προσπάθεια αποφυγής όποιας τυποποίησης που θα μπορούσε να αδρανοποιήσει το ποιητικό προϊόν, όπως άλλωστε έχει συμβεί σε πάρα πολλούς τομείς της κοινωνίας”.
Ξεχωρίζει μια πλειάδα δημιουργών και τους παραθέτει: “Ρόζα Πιέρνο, Μάρα Τσίνι, Μάρκο Κόρσι, Μάρκο Φουρία, Ντομένικο Μπρανκάλε, Φελιτσιάνο Πάολι, Μαρία Μπόριο, Μαρία Γκράτσια Καλαντρόνε, Άννα Μαρία Φαράμπι, Τζιόρτζιο Μπονατσίνι, Πάολο Ντόμινι. Αυτά-υπογραμμίζει- είναι μερικά ονόματα απ΄ τα γνωστότερα ονόματα ποιητών, αλλά μαζί και φιλοσόφων, κριτικών και πεζογράφων των οποίων τα ως τώρα λογοτεχνικά αποτελέσματα εντάσσονται σε μια εκτενή διαδικασία ανανεωμένου λόγου, ενός ποιητικού γίγνεσθαι με νέους υπαρξιακούς ορισμούς και προεκτάσεις, μιας ανασυγκρότησης, τέλος πάντων, του ποιείν πέρα από το ανείπωτο και όλες τις μέχρι σήμερα αποδεδειγμένες ή μη αλήθειες.

Η μετάφραση είναι για τον Κρεσέντσιο Σαντζίλιο κάτι σαν την αναπνοή, δεν σταματά ποτέ όσο υπάρχει ζωή και θέληση για αποκάλυψη νέων οπτικών, νέων συνδέσεων μεταξύ των γλωσσών, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της ελληνικής και της ιταλικής. Αυτή την περίοδο όπως μας εκμυστηρεύεται, ετοιμάζει ένα βιβλίο που αφορά το ελληνικό δημοτικό τραγούδι “ή μάλλον το δημοτικό τραγούδι στην ελληνική γλώσσα. Πραγματεύομαι όχι μόνο το δημοτικό τραγούδι της μητροπολιτικής Ελλάδας, αλλά και το αντίστοιχο τραγούδι του Πόντου, της Κρήτης, της Κύπρου και της Νότιας Ιταλίας (griko και grekaniko).
Με αυτό το βιβλίο ο κ. Σαντζίλιο θέλει να συμπληρώσει μια παρουσίαση της ελληνικής λαϊκής λογοτεχνίας, “σημαντικό μέρος ενός συνολικού θαυμάσιου λαϊκού πολιτισμού. Δημοσίευσα ήδη (πρώτη φορά στα ιταλικά) βιβλίο για το λαϊκό αστικό τραγούδι (ρεμπέτικο τραγούδι) και τώρα πολύ θέλω να κάνω το ίδιο και με ένα βιβλίο για το λαϊκό τραγούδι της υπαίθρου(δημοτικό τραγούδι). Συμπληρωματικά, καταλήγει, θα περιλάβω και τον πλούτο των παραδοσιακών χορών και στολών που αναδεικνύουν και τελειοποιούν το δημοτικό μέλος.
*Στις 7 Οκτωβρίου, στο Σπίτι της Κύπρου στην Αθήνα, θα πραγματοποιηθεί εκδήλωση αφιερωμένη στο έργο του Κρεσέντσιο Σαντζίλιο.

Διαβάστε περισσότερα
Ποιητικό Καφενείο

Χρήστος Μαυρής, «Γράφοντας για την Ιστορία και τη Λύπη»

`

Συνέντευξη στον Σπύρο Αραβανή

`

Μου τον γνώρισε ποιητικά ο κοινός μας φίλος και συνεργάτης του Ποιείν, φιλόλογος-ποιητής Γιώργος Μύαρης εξαίροντάς μου εκτός της ποιητικής του και το ήθος και τη σεμνότητά του.  Ποιητής, δημοσιογράφος και δοκιμιογράφος, ο Χρήστος Μαυρής, γεννημένος το 1954 στο Λιμνάτι Λεμεσού,  έζησε από την πρώτη γραμμή τις φρικαλεότητες του πολέμου στην Κύπρο, κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας, έζησε όμως και συνδέθηκε στενά με ξεχωριστούς ανθρώπους όπως ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Ανδρέας Λεντάκης, ο Λεωνίδας Κύρκος κ.ά. Βραβευμένος για το έργο του συνεχίζει αδιαλείπτως να υπηρετεί το λόγο και την αξιοπρέπειά του.

`

-Ας ξεκινήσουμε από την πιο πρόσφατη ιδιότητα, αυτή του υπεύθυνου έκδοσης ενός ιστορικού περιοδικού, της «Νέας Εποχής», το οποίο συμπλήρωσε 55 χρόνια ενεργούς παρουσίας στην Κύπρο. Ποιες είναι οι ευθύνες μιας τέτοιας ανάληψης και ποιοι οι στόχοι της νέας εποχής της;
-Σίγουρα οι ευθύνες μιας τέτοιας ανάληψης είναι μεγάλες και έχουν να κάνουν πρώτιστα με την ποιότητα της ύλης του περιοδικού, εννοώ την ποιότητα των συνεργασιών που αποφασίζουμε να δημοσιεύσουμε στις σελίδες του. Ας μην ξεχνάμε πως το περιοδικό το τίμησαν με την υπογραφή και τις συνεργασίες τους κορυφαίοι Έλληνες και Ελληνοκύπριοι δημιουργοί, όπως ο Κώστας Βάρναλης, ο Γιάννης Ρίτσος, ο Μανόλης Αναγνωστάκης, ο Στρατής Τσίρκας, ο Τεύκρος Ανθίας, ο Θεδόσης Πιερίδης, ο Παύλος Λιασίδης κ.ά. Συνεπώς, δεν έχουμε δικαίωμα να κάμουμε καμία έκπτωση σε ότι αφορά την ποιότητα, γεγονός που συνιστά από μόνο του μεγάλη ευθύνη.
Το περιοδικό, πέραν από τον ελληνικό πληθυσμό της Κύπρου, θέλουμε και στοχεύουμε να διαβάζεται και στην Ελλάδα αλλά και σε όλα τα σημεία του πλανήτη που υπάρχουν Έλληνες.
Ο βασικότερος στόχος μας όμως, και εδώ εννοώ όλη την πνευματική ομάδα που αποτελεί τη Συντακτική Επιτροπή του περιοδικού, είναι η προβολή και η διάδοση της λογοτεχνίας μέσω του περιοδικού, είτε αυτή γράφεται από ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους συγγραφείς είτε από Έλληνες και ξένους συγγραφείς.

Διαβάστε περισσότερα
Ποιητικό Καφενείο

«Αποκατάσταση της αλήθειας αναφορικά με τη μετάφραση του έργου του ποιητή Τάσου Λειβαδίτη στη Γαλλία» (γράφει ο Γιάννης Βάγιας)

`

* Σήμερα συμπληρώνονται 26 χρόνια από το θάνατο του Τάσου Λειβαδίτη

`

Δικαιώματα δημιουργών – Αρμοδιότητες Μ.Μ.Ε. και «Άνθρωποι του Πνεύματος» – Όρια παρέμβασής τους

`

Όπως, ενδεχομένως, να υπέπεσε στην αντίληψη κάποιων αναγνωστών του περιοδικού σας, στην αρχή του καλοκαιριού -και για αρκετό χρόνο- τόσο στα Μ.Μ.Ε. (έντυπα) όσο και στο διαδίκτυο έγινε «χαμός» με αφορμή μια επιστολή εβδομήντα δύο (72) «πνευματικών ανθρώπων» του τόπου μας (Δημουλά, Βαλτινού, Πατρίκιου κ.ά). Ξεσηκώθηκε τόσος θόρυβος που δεν έλεγε να κοπάσει, επί δύο σχεδόν μήνες. Μόνο που τα παραπάνω μέσα αν δεν κακοποίησαν την αλήθεια οπωσδήποτε, στην καλύτερη περίπτωση, την εμφάνισαν μισή. «Επικεφαλής» της επιχείρησης αυτής, δυστυχώς, τέθηκε η εφημερίδα «Αυγή» (διά χειρός της κ. Πόλυς Κρημνιώτη αλλά και της ίδιας της διευθύνσεώς της). Δηλαδή της εφημερίδας που ο Τάσος Λειβαδίτης είχε κρατήσει τη στήλη της κριτικής βιβλίου επί δεκαετίες…
Οι 72 «πνευματικοί άνθρωποι» (ποιητές, λογοτέχνες, εκδότες κ.λ.π.), συνεπικουρούμενοι και από Γάλλους ομότεχνούς τους, με μιαν επιστολή τους που δημοσιεύτηκε σε αρκετά Μ.Μ.Ε., αποπειράθηκαν, φανερά, να εξαναγκάσουν (με την άμεση αξίωσή τους, διαφορετικά «υπόδειξή» τους) τον εγγονό –και μοναδικό κληρονόμο– του ποιητή Τάσου Λειβαδίτη, δηλαδή τον αποκλειστικό δικαιούχο των πνευματικών δικαιωμάτων επί του έργου του, όχι απλώς να επιτρέψει την έκδοση των ποιημάτων στη γαλλική γλώσσα αλλά να χορηγήσει τέτοια άδεια αποκλειστικά και μόνον στον Γάλλο μεταφραστή Μ. Βόλκοβιτς.
`

Πρέπει να επισημανθεί, πριν από την παράθεση των γεγονότων, ότι ο κ. Μ. Βόλκοβιτς έχει μεταφράσει το έργο ή μέρος του όλων των ποιητών που υπέγραψαν την άνω επιστολή ή πρόκειται να μεταφράσει και να εκδώσει, και ότι συνδέεται με όλα τα άλλα πρόσωπα (εκδότες κ.λ.π.) Δηλαδή συνδέεται με όλους όσους «υπέγραψαν» την επιστολή (η οποία προκάλεσε μεγάλο θόρυβο στην πνευματική ζωή του τόπου) ή, ακριβέστερα, συναίνεσαν να αναφερθεί το όνομά τους αφού, στην πραγματικότητα, κανένας τους δεν την διάβασε αλλά απλά δεχτήκανε, όταν ο ίδιος ο κ. Μ. Βόλκοβιτς -ή κάποιος εκπρόσωπός τους στην Ελλάδα τους ζήτησε να «συνυπογράψουν» το περιεχόμενό της, χωρίς καν να τους το διαβάσει -γραμμένο από τον ίδιον.
Με την επιστολή τους αυτή, οι 72 επιδίωξαν όχι μόνον να πείσουν τον μοναδικό δικαιούχο κ. Στέλιο Χαλά να χορηγήσει την άδεια εκδόσεως ποιημάτων του Τ. Λειβαδίτη στον κ. Βόλκοβιτς, στα γαλλικά, αλλά και να καταλύσουν τόσο τους κανόνες της λογικής όσο και της ηθικής και οπωσδήποτε να… ανατρέψουν το ισχύον νομοθετικό καθεστώς, το οποίο προβλέπει τα αυτονόητα: δηλαδή αναγνωρίζει στους δικαιούχους των πνευματικών δικαιωμάτων το δικαίωμα να επιλέγουν οι ίδιοι, αποκλειστικώς, το πρόσωπα του μεταφραστή, του εκδότη κ.λ.π.
`

Αν μάλιστα ληφθεί υπʼ όψη ότι κανένας (απολύτως ΚΑΝΕΝΑΣ) από τους υπογράφοντες την άνω επιστολή δεν μπήκε στον κόπο, πριν την «υπογράψει», να πράξει ό,τι η κοινή λογική επιβάλει, δηλαδή νʼ αναρωτηθεί γιατί ο δικαιούχος κ. Χαλάς αρνήθηκε να χορηγήσει στον κ. Βόλκοβιτς την άδεια για έκδοση -τότε ο καθένας μπορεί να κατανοήσει το μέγεθος της ευθύνης τους αλλά και την έκταση της επιπολαιότητάς τους.

Διαβάστε περισσότερα
Ποιητικό Καφενείο

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΠΟΙΗΤΗΣ: Πέτρος Σκυθιώτης

1. Γράφετε μόνο ξύπνιος;

Ξύπνιος τα γράφω για να με ξυπνήσουν αυτά όταν με πάρει ο ύπνος στο τιμόνι. Άλλα θα αποδειχθούν καλά ξυπνητήρια, άλλα όχι.

2. Αν είστε εξαρτημένος από την ποίηση, γιατί δεν παίρνετε μεθαδόνη;

Δεν έχω εξαρτηθεί ακόμα. Δεν γράφω πολύ, το ελέγχω.

3. Αισθάνεστε ποιητής μόνο όταν γράφετε;

Λίγο πριν γράψω. Μετά φεύγει η πείνα και το αφηρημένο ουσιαστικό που περιγράφει τον πάσχοντα.

4. Γράφετε και αποτυχημένα ποιήματα ή τα δημοσιεύετε μόνο;

Τα κακά παιδάκια μου τα κλειδώνω σπίτι μην τα δουν οι γείτονες κι αρχίσουν τις κουβέντες. Ξέρετε, τώρα, πως είναι τα μικρά χωριά.

5. Το ποίημα φέρνει στο μυαλό σας α) τα πόδια μιας γυναίκας β) ένα ηλιοβασίλεμα γ) ένα θεσπέσιο γεύμα;

Πιο πολύ το α), λιγότερο το γ) και καθόλου το β). Το ψυχολογικό σας τεστ με βγάζει ερωτικό υλιστή, έτσι;

6. Οι λέξεις είναι απαραίτητες σε ένα ποίημα; Και αν ναι, έχετε λίστα με ποιητικές λέξεις που πρέπει να αποφεύγετε;

Οι λέξεις με μπαρόκ ή μίζερη υφή νομίζω δεν κάνουν πλέον για το σαλόνι της ποίησης. Αλλά χειρότερες είναι αυτές που έχουν πολλά φι και άλφα. Χωρίς να είμαστε ρατσιστές, πάντα.

7. Την ποιητική σας ταυτότητα την πήρατε από μόνος σας ή σας την έδωσε η συντεχνία;

Έγινε άριστη πλαστογράφηση, κατέβηκαν και οι βάσεις στον έλεγχο της συντεχνίας… δεν θέλει και πολύ να συμβεί το κακό.

8. Αν τα κακά ποιήματα των φίλων σας κάνουν καλύτερους ποιητές, οι κακές κριτικές σας ωθούν στο καλύτερο;

Οι κακές κριτικές είναι το λάδι σε μια μικρή φωτιά που πρέπει να γίνει κάρβουνα για να ψηθεί ομοιόμορφα το ζητούμενο πριν καεί η ελπίδα του. Υπό αυτό το πρίσμα, οι λίγες σε βοηθάνε στο καλύτερο, ενώ οι πολλές σε καίνε.

9. Γράφετε από ανάγκη ή από συνήθεια;

Υπάρχει η ανάγκη και γίνεται συνήθεια σιγά σιγά ο τρόπος ικανοποίησής της μέσω της γραφής. Όλοι έχουν τα χούγια τους.

10. Πιστεύετε στη μούσα; Αν ναι, ποια είναι η δική σας;

Μούσα είναι η απουσία πραγμάτων. Η παρουσία πραγμάτων ορίζει την απουσία της Μούσας. Το πράγμα είναι το φόρεμα με το οποίο έρχεται ασώματη η Μούσα εν τη απουσία του.

Διαβάστε περισσότερα