
«ΝΩΡΙΣ»
Ήταν νωρίς το απόγευμα. Η ώρα που γυρνούν κοπάδια οι άνθρωποι από τα φωτισμένα με νέον γραφεία. Οι λαμπτήρες αυτοί αρρωσταίνουν τα μάτια σου, θέλει κόπο, χρόνια για να δεις ξανά τα χρώματα λαμπρά, καθώς τα θυμάσαι. Υπήρχαν παιδιά, κρατούσαν όργανα μουσικά, χάνονταν στους υπόγειους σταθμούς, γελούσαν και αποχαιρετιούνταν με τόση τρυφερότητα, όπως εκείνοι που δεν πρόκειται ξανά να ανταμώσουν. Περνούσαν κουρασμένες γυναίκες που έδειχναν λυπημένες, γιατί κάποτε έχασαν ένα μωρό παιδί, έτσι αναπάντεχα. Δυο άνδρες, ηλικιωμένοι, μιλούν με πάθος στα σκαλιά της βιβλιοθήκης. Φαίνεται πως συναντιούνται σε τούτη την πόλη ύστερα από πολλά, παλιά χρόνια. Ρωτούν για τις γυναίκες τους, για τα παιδιά, ξεστομίζουν άγνωστα ονόματα, με κάποιους από αυτούς ήταν στρατιώτες στις βόρειες πόλεις, είχαν μια φιλία δυνατή, μα συχνά οι άνθρωποι χάνονται, είναι τόση η αγωνία της ζωής μας, όσες και οι κατευθύνσεις των μεταλλικών ανεμοδεικτών. Ο νεαρός άνδρας που επαιτεί, μονολογεί πως τούτοι οι καιροί κατέστρεψαν τη φαντασία του, έπειτα πετά τα χρήματα στον αέρα, σωριάζεται και κλαίει. Είναι όμορφο να κλαίμε, λέει κάποιος και χάνεται στην απέναντι στοά, με τα ακριβά βιβλιοπωλεία που εκθέτουν στις προθήκες τους υπέροχα λευκώματα, φωτογραφίες Ευρωπαίων περιηγητών, τον καιρό που τούτη η πόλη ήταν σαν έναν καλό άνθρωπο, απλή και φιλόξενη. Κάποιος μου μιλά, με αγγίζει τρυφερά στο χέρι, μου εκμυστηρεύεται πως όλο το σπίτι μυρίζει εξορία και θάνατο και έχει πολύ μοναξιά μες στο σπίτι, σε όλα τα δωμάτια καραδοκούν άγρια ζώα, σέρνονται στα πόδια μου και ζητούν το άγγιγμά μου.Ένας άνθρωπος στον εξώστη του νεοκλασσικού οικήματος φτιάχνει μια θέση για τον εαυτό του μες στον κόσμο, ύστερα θα χαθεί η μορφή του, άνθρωποι πολλοί κοιτούν τη σωρό που είναι πνιγμένη μες στο χαμόγελο και μες στο αίμα. Κάποιοι κοιτούν προς τον εξώστη, παρατηρούν τη λευκή κουρτίνα που σκίζεται και μες στις καρδιές μας κάνει πια έναν θόρυβο τρομερό.
Διαβάστε περισσότερα