Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

William Butler Yeats, Στη σκιά του Μπελ Μπώλμπεν (προλόγισμα-μετάφραση: Κώστας Κουτσουρέλης)

Το “Under Ben Bulben” είναι η ποιητική διαθήκη του Ουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς. Τις τελικές πινελιές λέγεται ότι τις προσέθεσε στο νεκροκρέβατό του μια νύχτα πριν πεθάνει, στις 28 Ιανουαρίου 1939 στη Γαλλία. Ο ποιητής απευθύνεται στους συμπατριώτες του Ιρλανδούς αλλά και στους ομοτέχνους του ανατρέχοντας στα μεγάλα θέματα που τον απασχόλησαν διά βίου. Οι τρεις τελευταίοι στίχοι είναι χαραγμένοι στον τάφο του, στην εκκλησία του Ντράμκλιφ της Δυτικής Ιρλανδίας, στους πρόποδες του Μπεν Μπώλμπεν, του όρους που σκέπει έκτοτε τη μνήμη του.

Ι

Ασπάσου αυτά που κάποτε στα μέρη
της Μαρεώτιδας διδάξαν οι Σοφοί,
κι η μάγισσα του Άτλαντα τα ξέρει,
και λάλησαν, σαν τα ’παν, πετεινοί.
Ασπάσου όσα μηνούν οι ξωτικές,
τούτη η χλωμή, μακρόσυρτη χορεία
που υπεράνθρωπες παίρνει όψεις και μορφές
και αναδίδει μιαν αθανασία
που την αρδεύει πάθους πλησμονή·
στ’ όρος Μπεν Μπώλμπεν τώρα ανηφορίζουν
καβάλα στου χειμώνα την αυγή.
Κι αυτή ’ναι η πεμπτουσία όσων κομίζουν.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μαρία Κουλούρη, «Ρολόγια και άλλοι χτύποι», εκδ. Μελάνι, 2015 (μετάφραση στα γερμανικά: Κατερίνα Λιάτζουρα)

Werke und Tage

Es ist kein Zufall

So viel Himmel es lebten Menschen

In deren Händen sich die Sphäre vergrößerte

Abgeschlaffte mittlerweile Ausflügler

Blieben neben den Steinbrocken stehen

Den Mythen und Veränderungen zuschauend

Die Uhren abzählend

Vielleicht reicht das Geld aus

Für eine Kosmogonie

`

*

ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΕΣ

 

Δεν είναι τυχαίο

Τόσος ουρανός υπήρξαν άνθρωποι

Στα χέρια τους μεγάλωσε η σφαίρα

Εξαντλημένοι τώρα εκδρομείς

Στάθηκαν στις πέτρες

Κοιτάζοντας μύθους και αλλαγές

Μετρώντας τα ρολόγια

Ίσως φτάσουν τα χρήματα

Για μια κοσμογονία

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

“Ο Αμερικανικός νότος σε τραγούδια των Tennessee Williams και James Agee” (μετάφραση-επίμετρο: Κώστας Μαντζάκος)

Τεννεσσή Ουίλλιαμς:  Οι μπαλάντες του Γαλάζιου Βουνού

 

  1. Ουράνιο γρασίδι

 

Σ’ ουράνιο περπάτησαν

τα πόδια μου γρασίδι, ολημερίς

καθώς ο θόλος έλαμπε σαν καθαρό γυαλί.

Σ’ ουράνιο περπάτησαν

τα πόδια μου γρασίδι.

Μοναχικά περνούσαν

τ’ άστρα ένα-ένα ολονυκτίς,

τότε στη γη κατέβηκαν εκεί να περπατήσουν

κι έκλαψ’ η μάνα μου,

καθώς κλαίνε σαν γεννήσουν.

Τώρα τα πόδια μου με πάνε μακριά,

τώρα τα πόδια μου με πάνε πέρα,

αλλ’ ακόμα ζητάνε το ταξίδι

επάνω στ’ ουράνιο γρασίδι.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Federico García Lorca, «Τραγούδια για μικρά παιδιά» (1921-1924) [μετάφραση: Στέργιος Ντέρτσας]

Το ΠΟΙΕΙΝ εύχεται σε όλους τους συνεργάτες, αναγνώστες και φίλους του

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ!

με υγεία και δημιουργία

`

`

Τραγουδάκι κινέζικο στην Ευρώπη

 

Η μικρή κυρά

που ‘χει μια    βεντάλια

στράτα κάνει  στο γιοφύρι

του δροσάτου  ποταμιού

 

Οι λεβέντες κύριοι

με τις ρεντιγκότες τους

προς τη γέφυρα θωρούν

που ‘ναι δίχως  κάγκελα.

 

Η μικρή κυρά

που ‘χει μια    βεντάλια

και στα ρούχα  φραμπαλάδες,

ψάχνει να ‘βρει  άντρα.

 

Οι λεβέντες κύριοι

παντρεμένοι είναι,

με  ψηλές ξανθομαλλούσες

που άσπρη έχουν  μιλιά  .

 

Τα τριζόνια  τραγουδούν

στην Ανατολή.

 

(Η μικρή κυρά

πάει  στη χλωρασιά.)

 

Τα τριζόνια τραγουδούν

κάτω απ’ τα λουλούδια.

 

(Οι λεβέντες κύριοι,

κινούν για  τον Βορρά.)

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

«Ρώσικες Χριστουγεννιάτικες ιστορίες» (μετάφραση από τα ρωσικά: Ελένη Μπακοπούλου), εκδ. Νάρκισσος, 2003

Φ. ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ 

 

II. ΕΝΑ ΑΓΟΡΙ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

 

 

Όμως εγώ είμαι μυθιστοριογράφος, και μου φαίνεται ότι μια «ιστορία» από αυτές την επινόησα μόνος μου. Αλλά γιατί γράφω «μου φαίνεται», αφού ξέρω ότι την επινόησα. Γιατί έχω την εντύπωση ότι κάπου, κάποτε, ακριβώς παραμονές Χριστουγέννων, συνέβη σε μια τεράστια πόλη και με τρομερή παγωνιά. Έχω την εντύπωση, λοιπόν, ότι υπήρχε στο υπόγειο ένα αγόρι, όμως πολύ μικρό ακόμα, έξι χρονών ή μπορεί και μικρότερο. Αυτό το αγόρι ξύπνησε το πρωί μέσα σε ένα υγρό, κρύο υπόγειο. Φορούσε κάτι σαν ρομπάκι και τουρτούριζε. Η ανάσα του έβγαινε από το στόμα του σαν άσπρος αχνός, κι εκείνο, καθισμένο πάνω σε ένα σεντούκι στη γωνίτσα, διασκέδαζε παρατηρώντας τη να πετάει και να χάνεται. Όμως, ήθελε τόσο πολύ να φάει κάτι. Είχε πλησιάσει κάμποσες φορές από το πρωί το σανιδένιο κρεβάτι, όπου πάνω σε ένα λεπτό σαν φύλλο στρώμα και με έναν μπόγο για μαξιλάρι κειτόταν η άρρωστη μητέρα του. Πώς βρέθηκε άραγε εδώ; Θα πρέπει να ήρθε με το αγοράκι της ναπό κάποια άλλη πόλη και αρρώστησε ξαφνικά. Την ιδιοκτήτρια των κρεβατιών την είχαν συλλάβει δυο μέρες πριν. Οι ένοικοι σκόρπισαν στα πόστα τους, λόγω γιορτών, κι ένας ακαμάτης που έμεινε κειτόταν ήδη μεθυσμένος του θανατά ολόκληρα εικοσιτετράωρα, χωρίς να περιμένει καν τη γιορτή. Στην άλλη άκρη του δωματίου βογκούσε μια ογδοντάχρονη γριούλα, που έζησε κάποτε, κάπου, σαν γκουβερνάντα, και τώρα πέθαινε μόνη, βογκώντας, μουρμουρίζοντας και γκρινιάζοντας στο αγόρι, που άρχισε να φοβάται πια να πλησιάσει προς τη γωνιά της. Κάπου σε μια πεζούλα ανακάλυψε κάτι για να πιει, αλλά δε βρήκε ούτε μια κόρα ψωμί για να φάει, και πήγαινε τώρα για δέκατη φορά να ξυπνήσει τη μητέρα του.

Διαβάστε περισσότερα