Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Carmen Adamucci, «Τρεις Μικρές Ιστορίες» (μτφρ και επιμέλεια: Belica-Antonia Kubareli)

1) ΤΟ ΠΡΩΙΝΟ ΕΝΟΣ ΑΓΡΟΤΗ – του ΚΑΡΜΕΝ ΑΝΤΑΜΟΥΤΣΙ
Μετάφραση: Μπελίκα-Αντωνία Κουμπαρέλη

Ρημάζει κάθε λογική, κάθε αποδεκτή αλήθεια, οτιδήποτε αντιπροσωπεύει τη ζωή, απʼ τον πραγματιστή, τον άνθρωπο του αμερικάνικου ονείρου, τον δότη της ζωής, τον καλοπληρωτή των λογαριασμών και των εργατών και των οδηγών και όσων χειρίζονται τα μηχανήματα, κι όλες τις άλλες ευθύνες που ξεχειλίζουν τη δεξαμενή του άγχους του, κι όλες τις ηθικές αρχές που υιοθέτησε και παράτησε, όλα τα παιδαριώδη όνειρα που ξεπέρασε: το πάθος της δημιουργικότητας, την ανάγκη να επαναστατήσει ενάντια σε κάθε αρχή, τις πεποιθήσεις του για τη δύναμη του ενός -ο δικός του βασιλιάς- κάθε ικανοποίηση που πήρε απʼ την επέκταση των κτημάτων του, οποιαδήποτε αλαζονεία κι εγωιστική πρόθεση, οτιδήποτε πεθαμένο ή αναθρεμμένο, κάθε μίσος και αγάπη, το ταλέντο του να εκλογικεύει, κάθε άγρια μανία του να φάει όλους τους ανταγωνιστές του, να ξεφύγει απʼ τα όρια της μετριοπάθειας που του εμφύσησαν, τα ζηλιάρικα πεινασμένα απογεύματα της εφηβείας του, κάθε άρνηση της ασπλαχνίας του, τις εξομολογήσεις του στον παπά, τις προσφορές του σε μια εκκλησία που δεν τον κριτικάρει, όλα όσα έφτασε να πιστεύει για τη φιλοδοξία, ένας αποφασισμένος, ένας άντρας με θέληση και πείσμα, που θερίζει τη σοδειά της γης και τη σοδειά του μυαλού του – όλα ρημάζονται, αποσυναρμολογούνται, όλα διασκορπίζονται, δεν θα τα ξαναβρεί.
Όλα συντρίμμια απʼ την εικόνα του γιου του πεσμένου στο χώμα.
Δε χρειάζεται καν νʼ αγγίξει το παιδί για να καταλάβει. Και δεν θα το παραδεχτεί ποτέ σε κανέναν. Το κινητό δεν καλεί αριθμούς τόσο γρήγορα. Δεν θα καλέσει κανέναν αριθμό. Το αγόρι δεν αναπνέει. Ίσως και να αναπνέει. Ο αγρότης πέφτει στα γόνατα. Βάζει τα χέρια κάτω απʼ τους ώμους του παιδιού. Τραβάει το παιδί που είναι κάτω απʼ το ανατρεπόμενο φορτηγάκι του, πάνω στο νωπό γρασίδι του πανέμορφου μπροστινού γκαζόν. Τα μπράτσα του γίνονται κούνια για το κεφάλι του παιδιού. Όχι, δεν ανασαίνει. Όχι. Δεν. Πώς έγινε αυτό; Είναι δυνατόν; Πού στο διάτανο ήταν αυτή; Τι άλλο έχει να κάνει απʼ να προσέχει το παιδί; Πού είναι το κινητό; Γιατί το πέταξα κάτω; Πιάσε το κινητό. Αχ, Θεέ μου η πάνα. Του μύρισε η λερή πάνα. Θα τον βρουν σʼ αυτή την κατάσταση, εδώ έξω, στη μπροστινή αυλή, με τη χεσμένη πάνα. Γιατί τον μετακίνησα, γαμώτο μου; Λένε να μην τους μετακινείς ποτέ.
«Ναι. Σας παρακαλώ. 414 Φλόρενς. Ναι. Ναι. Φλόρενς. Φάρμα. Όχι. Το σπίτι. Ναι. Στο δρομάκι. Στο μπρος μέρος του σπιτιού μου, στο δρομάκι. Σας παρακαλώ. Σας παρακαλώ. Όχι. Δεν ξέρω. Δεν ξέρω γαμώτο μου, είπα!»
Η γυναίκα του παραλίγο να πέσει απʼ τα σκαλιά. Φοράει ένα μπουρνούζι. Τα στήθια της φαίνονται, βρεγμένα κι αστραφτερά κάτω απʼ τον ήλιο. «Θα είναι μια χαρά, θα δεις», λέει σαν παπαγάλος. «Δεν είδα… Κλείδωσα την – πώς ξεκλείδωσε την πόρτα;»
«Τηλεφώνησα… Έρχονται… Τηλεφώνησα».
Εκείνη αμίλητη, κουνάει το παιδί, μόνο κουνάει το παιδί στην αγκαλιά της και του χαϊδεύει το κεφάλι και το πρόσωπο και το λαιμό. Ο άντρας της τη βλέπει να κολλάει το γιο τους στο στήθος της, να κολλάει το πρόσωπό της στο κεφάλι του αγοριού, ένα κεφάλι μια σταλιά, ένα κεφάλι που δε θα μεγαλώσει ποτέ, ένα κεφάλι που πριν λίγα λεπτά ονειρευόταν να πάει να δουλέψει με τον μπαμπά του και μπήκε σχεδόν χορεύοντας στην κρεβατοκάμαρά τους με το τζινάκι του και τις μποτίτσες του κι ένα στραβοκουμπωμένο πουκαμισάκι. Το αγοράκι ήθελε μόνο να πάει μαζί του στη δουλειά κι εκείνος το μάλωσε γιατί τα παιδιά που δεν ακούνε τους γονείς τους πρέπει να τα μαλώνεις για να πάρουν σωστή ανατροφή.
Βρεγμένα μαλλιά κρύβουν τα πρόσωπα της φαμίλιας του, της φαμίλιας που ξέρει ότι έχασε αλλά δεν θα παραδεχτεί ποτέ πως τους έχασε από δικό του λάθος. Ο αγρότης στέκεται κάτω απʼ τον ήλιο που ανατέλλει, χωρίς τον γιο του. Κι ύστερα βλέπει τι ήθελε να κάνει το παιδί και βγήκε έξω, γιατί το αγόρι του άνοιξε την εξώπορτα κι έτρεξε παρʼ όλο που του είχαν πει ξανά και ξανά, ποτέ να μη βγαίνει έξω μόνος του.
Το πορτοφόλι. Το πορτοφόλι που ο αγρότης ξέχασε στο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι του. Το πορτοφόλι που ο γιος του ήθελε πάντα να κρατήσει στο χέρι του αλλά ποτέ δεν του το επέτρεψε. Το πορτοφόλι στο δρομάκι με τα χαλίκια. Το πορτοφόλι που θα μείνει για πάντα στο δρομάκι, σφηνωμένο κάτω απʼ τη ρόδα του φορτηγού του αγρότη.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Nicolas Guillen, «Σε Κάποιο Μέρος της Άνοιξης: Ελεγεία» (Μετφρ.- επιλεγόμενα: Βασίλης Λαλιώτης)

 

 

Σάρα:
Έγραψα αυτό το βιβλίο για σας. Στην πραγματικότητα είναι φτιαγμένο από εσάς. Φυλάξτε το. Κάποια μέρα, όταν περάσουν τα χρόνια, και θα έχω φύγει κι εγώ επίσης, ίσως θα μπορέσετε διαβάζοντάς το να μάθετε πόσο σας αγάπησα, πόσο σας αγαπώ ακόμα, πόσο θα σας αγαπώ ως το θάνατο,
Ο πολύ πιστός σας Ν*

Μάης 5/66

Εγώ σε δίνω στην αιώνια ζωή του ποιήματος
ΕΜΙΛΙΟ ΜΠΑΓΙΑΓΑΣ

 

Ι

Σου το ‘πα.
Πάντα σου το έλεγα,
γιατί δεν ήταν μια φορά.
Πρόσεχε, μην ορκίζεσαι
πως θα με αγαπάς μέχρι το θάνατο,
πρόσεχε γιατί το να πεθαίνεις είναι πράγμα σοβαρό,
κι αν μείνεις ζωντανή
τι γέλιο θα μας δώσει και στους δυο
εκείνο που θα έπρεπε να’ ναι μεγάλος πόνος!

Έτσι έγινε.
Τώρα γελάω μέχρι δακρύων.
Πρόσεξε καλά. Είπα δάκρυα.

 

*******************

 

ΙΙ

Μην νομίζεις πως δεν το ‘ξερα
έγκαιρα. Είδα γλάρους,
χόρτα πάνω στα νερά,
φώτα μακρινά τις νύχτες.
Ένιωσα τον κουρνιαχτό
χαϊδεύοντας μου τους κροτάφους.
“Γη, εδώ υπάρχει γη!”
-μου έλεγε. Ήταν γη, εδώ βρισκόταν,
εδώ βρίσκεται. Με περίμενες,
σοβαρή, ήρεμη, βουβή.
Τίποτα δεν είπες, αλλά εγώ σε άκουσα.
Σ’ ακούω, ακόμα κι όταν τίποτα δε λες.
Τι να μου πεις που να μην ξέρω;
Γύρνα τον τροχό, γύρνα τον,
ν’ ακουστεί το παλιό τραγούδι.

Περνάει ο καιρός περνώντας,
κύριε, ναι
περνώντας και δεν γυρνά,
και πως όχι.
Κι εγώ ο φτωχός που σκεφτόμουν
κύριε, ναι
πως ο καιρός δεν θα περνούσε,
και πως όχι,
πως ο καιρός δεν θα περνούσε…

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Miguel Angel Contreras, Τρία Ποιήματα (μτφρ: Αθηνά-Στυλιανή Μίχου)

Ακούστε εδώ

(ΧΧΙΧ)
o μικρός κόσμος του ανθρώπου

Επιστρέφω προς τα ενδότερα, όπου πάντα ήμουνα,
όπου τα πάντα είναι και τίποτα δεν είναι
συγκεκριμένο, όπου είμαστε οι ίδιοι, εμείς.
Στα τοπία φράκταλ του υπεδάφους
έρχομαι,
σε βυθισμένς γωνίες κρυμμένες πίσω από
τοίχους
από εντόσθια και έντερα. Διασχίζω αρτηρίες της
πιο κρύας
και σκοτεινής ανωνυμίας: αναγνωρίζω ένα παιδί
που με κοιτά τρομαγμένο και έναν υπερόπτη νεαρό
που με αποδοκιμάζει
και ίσως και ένα γέρο καθηγητή. Το παν είναι οι αρτηρίες, τα διασχίζουν όλα.
Τα σώματα, τις πόλεις… Είναι πανταχού παρών.
Και στηρίζομαι -ενώ διεισδύω- στο
οστεοφυλάκιο
που αντέχει και στηρίζει τις αυπνίες μου.

Από το Libro de Precisiones (2012)

(XXXVI)
KΒΑΝΤΙΚΟ ΦΙΛΙ

Κρατώ το δώρο σου ανάμεσα στα χείλη μου.
Αυτό που θα ‘ταν η λεπτομέρεια που εσύ
περισσότερο θα εκτιμούσες… Αυτό που στην τήξη
αναζητά τoν άλλo πόλο
και αλλάζει την κατάσταση της ύλης.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Franz Werfel, «Άσμα της σούρας» (μτφρ.-σχόλιο: Νίκος Βουτυρόπουλος)

 

 

Όμοιοι με πότες είμαστε,
Πάνω απʼ τον θάνατό μας σκυμμένοι.
Στη σκιά προφάσεων
Θολωμένοι τρεκλίζουμε.
Υπάρχει εδώ κάποιο μυστικό;
Χτυπά κάποιος την πόρτα;
Κανένα μυστικό,
Κανείς δεν χτυπά την πόρτα.

Άσε μας να ζήσουμε!
Η έσχατη ματαιοδοξία μας δυναμώνει,
Μας μεθά και μας θολώνει!
Επίτρεψέ μας μας το όμορφο ψέμα,
Την χορτασμένη χώρα!
Από τι άλλο να ζήσουμε;

Δεν έχουμε ιδέα…
Όμως μιλάμε από δω, από κει
Με λέξεις τυχαίες.

Να δούμε δε θέλουμε τις νύχτες
Χέρια που ορθώνονται από ποτάμι σκοτεινό.
Μέσα μας δάσος πυκνό,
Πάνω από κορφές καμπαναριό;
Μακριά, μακριά!
Ζούμε από δω κι από κει.
Δος μας κανάτα με μαύρο ύπνο!
Άσε μας να ζήσουμε,
Κι άσε μας να πιούμε, να πιούμε!

Αλλά αν ξαγρυπνήσετε!
Αν ξαγρυπνήσω πάνω απʼ τον θάνατό μου!
Πως μου φεύγουν τα πόδια!
Κάτω από φτελιές δεν ξεκουράστηκα.
Ούτε κάπου στάθηκα.
Τα δέντρα σκοτείνιαζαν,
Σα δήμιοι προσμέναν τα βράχια!
Ριχνόμουν σε κάθε φωτιά,
Να καώ μʼ ατέλειωτους πόνους!

Του θανάτου μας είμαστε πότες.
Ζεστά μας σκεπάζουν οι λέξεις.
Σούρουπο και βλέμμα στη λάμπα!
Υπάρχει εδώ κάποιο μυστικό;
Όχι, κανένα μυστικό!
Κοπιάστε λοιπόν και τραγουδήστε!
Και σεις χορεύτριες με τις καστανιέτες!
Εδώ! Τίποτα δεν ξέρουμε.
Να παλέψουμε θέλουμε να παίξουμε.
Αλλά και να πιούμε, άσε μας να πιούμε!

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Vicente Valero, Ποιήματα (μτφρ: Αθηνά-Στυλιανή Μίχου)

Φύλλα του δάσους

Ι
Ιεροί δεσμοί σαν ρίζες, δίχτυα αόρατα.

Η γραφή της άνοιξη χύνει το χρωματιστό μελάνι μια φορά ακόμη
στο σκοτεινό, πυρετώδες, στρώμα, του μοναχικού ζώου.

Ποτέ δεν το σώζει, αλλά του λεεί με τί ρούχα να φύγει.

ΙΙ
Λέξεις που έχουμε δει να βουλιάζουν, μόνες τους, νύχτες πολλές,
στα σκοτεινά νερά αυτού του ποταμού.

Κάποιο έλαφι που είδα έπινε τότες, καθάριζε τις αόρατες
πληγές του.

Μια καινούρια γλωσσα αναγεννιόταν στα σκοτεινά, τρεμάμενη σα νυχτόβιο
ζώο, καιόμενο ώς το πρωί.

ΙΙΙ
Νερό που πίνει το πουλί του Oκτωβρίου στην παλάμη του χεριού μου:
νερό που φωτίζει το μυστικό του δάσους.

ΙV
Μάτι του δάσους: κοίτα τα ίχνη μου. Είναι σαν τις
κεκαμένες ρίζες που ακόμη περιμένουν την πνοή της θάλασσας.

Ή σαν τις ρυτίδες στο σώμα ενός μοναχικού γέροντα που ακόμα
αγαπά τα τραγούδια του μεσημεριού.
Ή σαν τις μπλεβιασμένες φλέβες, πάντα παλλόμενες, στα κοκκινωπά
και απαλά μιλίγγια των ελαφιών.

Μάτι του δάσους: λυπήσου τες, προστάτεψε το δρόμο τους.

Διαβάστε περισσότερα