Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Παύλος Παρασκευαΐδης, “Μια Κριτική ματιά στο Έργο του Τάσου Φάλκου”-Πέτρος Γκολίτσης, “Το Τραγικό Ζύγισμα του Φωτός και του Σκότους”

ΠΑΥΛΟΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΪΔΗΣ

ΜΙΑ ΚΡΙΤΙΚΗ ΜΑΤΙΑ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΤΑΣΟΥ ΦΑΛΚΟΥ

Τον Τάσο Φάλκο τον γνώρισα ως Καθηγητή μου στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας. Συγκεκριμένα φοιτούσα στο Γ΄ εξάμηνο και είχα επιλέξει το μάθημα Μεθοδολογία και Τεχνογραφία της Επιστημονικής Έρευνας, το οποίο δίδασκε ο κατά κόσμον Αναστάσιος Αρβανιτάκης. Εκεί στα έδρανα κάποιου αμφιθεάτρου του πρώτου ορόφου του Πανεπιστημίου πρωτοσυνάντησα τον ακαδημαϊκό, λογοτέχνη μα πάνω απʼ όλα Δάσκαλο για μένα. Θυμάμαι επίσης πως κάποια στιγμή αργότερα ενδιαφερόμενος για τη φιλοσοφία του Παρμενίδη, πήρα το θάρρος να χτυπήσω την πόρτα του γραφείου του, για να μάθω για τον Ελεάτη φιλόσοφο. Ακριβώς από κείνη τη στιγμή ξεκινάει μια φιλία, στο πλαίσιο της οποίας και θα αναλύσω σημεία του πολύπλευρου έργου του, που μου έμειναν βαθύτατα χαραγμένα. Ας συνεχίσω όμως να ξετυλίγω το κουβάρι αυτής της φιλίας. Η αλήθεια είναι πως μέχρι τότε ελάχιστη σχέση είχα με τη λογοτεχνία. Το ενδιαφέρον μου κινούνταν στα αυστηρά όρια της φιλοσοφίας. Οι κουβέντες πλήθαιναν και παρά τις παραινέσεις του Καθηγητή μου να αρχίσω να διαβάζω λογοτεχνία, συνέχισα να ενδιαφέρομαι αποκλειστικά και μόνον για τη φιλοσοφία. Μέχρι που μια μέρα με προέτρεψε να διαβάσω κάποια λογοτεχνικά έργα του Μαρκές. Του αντέτεινα πως ο δισταγμός μου απέναντι στη λογοτεχνία έγκειτο στο γεγονός, ότι η λογοτεχνία υφίσταται στη σφαίρα της φαντασίας και ως εκ τούτου δεν είναι παιδί της αλήθειας. Η απάντηση που έλαβα ήταν η εξής:
«Η λογοτεχνία και ειδικότερα σε ό,τι αφορά την υψηλή λογοτεχνία, είναι φιλοσοφία και έχει τη δύναμη να αποκαλύπτει βαθύτατες ανθρώπινες αλήθειες, αγγίζοντας ευαίσθητες ανθρώπινες χορδές.»
Άλλωστε, κατά τον Φάλκο, ένας από τους μεγαλύτερους λογοτέχνες που υπήρξαν ποτέ, είναι ο Πλάτων. Στη συνέχεια, ανακάλυψα μεταξύ άλλων και το έργο του Φάλκου, τον οποίον τώρα πλέον θεωρώ έναν από τους σημαντικούς λογοτέχνες της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας και ποίησης. Η φιλία αυτή υπήρξε σημαδιακή για εμένα, διότι πέρα από τη γνωριμία με μια σπάνια και χαρισματική προσωπικότητα άρχισα να υποκύπτω κι εγώ στον πειρασμό της γραφής και στους κρυμμένους θησαυρούς της λογοτεχνίας. Αν δεν είχα γνωρίσει τον Φάλκο, ίσως να μην είχα αποπειραθεί ποτέ να γράψω ποίηση και διηγήματα και ως εκ τούτου τον θεωρώ τον άνθρωπο που με μύησε στη λογοτεχνία.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Ποιείν Αλμανάκ 2010, τα καλύτερα ποιήματα – απ’ τα βιβλία που λάβαμε (ανθολογεί ο Δημήτριος Μουζάκης)

Ρωτούσα κάποτε επίμονα ένα από τα μέλη της επιτροπής των κρατικών βραβείων ποίησης πώς είναι δυνατόν να εισηγείται τη βράβευση ενός βιβλίου, όταν δεν έχει μελετήσει πλειάδα τίτλων εκδοθέντων στο ίδιο έτος με αυτόν που υποστήριξε. «Γνωρίζω», μου είπε ο ποιητής, «ότι το έργο που πρότεινα να βραβευθεί είναι καλύτερο εκείνων που δε μελέτησα».

Εντυπωσιακό μεν, αλλά για τα δικά μου δεδομένα ανέφικτο. Όταν, λοιπόν, ανέλαβα τη μελέτη των συλλογών του 2010 για λογαριασμό του Ποιείν, περίμενα να συγκεντρώσω, αν όχι το σύνολο των συλλογών που εξεδόθησαν μέσα στο έτος, τη συντριπτική τους, τουλάχιστον, πλειοψηφία. Κάτι τέτοιο, όμως, δε συνέβη, δεδομένου ότι οι υποβληθείσες συμμετοχές ανήλθαν μόλις (και δυστυχώς) στις 36.

Τοιουτοτρόπως, θα μείνω και φέτος με την απορία: πώς είναι να έχει δει κανείς όλα τα (εκατοντάδες) ποιητικά βιβλία που εκδίδονται μέσα σε μια χρονιά προκειμένου να εκφέρει άποψη, κρίση, να πραγματοποιήσει, τελοσπάντων, μια κάποια αξιολόγηση (χρησιμοποιώντας ως δείκτη εκείνον που σκανδαλωδώς εκλείπει από την παραδομένη στην αναξιοπρέπεια «επίσημη κριτική»: το προσωπικό γούστο).

Ο ποιητής, βέβαια, δε φταίει αν το βιβλίο του χάνεται. Ο κριτικός (κι ίσως ο αναγνώστης) φέρει την ευθύνη. Αυτός οφείλει να το αναζητήσει, να το ψάξει, να το ξεψαχνίσει, και μόνον τότε να εκφέρει άποψη. Αυτή, τελικά, είναι η ασφαλής μέθοδος για κάποιον που επιθυμεί να έχει μια εικόνα συνολική και όχι αποσπασματική. Σε αυτό, άλλωστε, θα συμφωνούσε και ο Ρένος Αποστολίδης, ο οποίος μελέτησε εξονυχιστικώς και τους δώδεκα τόμους των αρχείων Καραμανλή προτού τους στολίσει. Να ξέρουμε τι λέμε: έχει σημασία.

 

Από τις 36 συμμετοχές, ξεχώρισα τρεις. Η πρώτη είναι η συλλογή του Νίκου Σκούτα ξι, η οποία κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος. Στα θετικά του έργου προσμετρώ την επιτυχημένη διήθηση της καθημερινής παράστασης από το φίλτρο της προσωπικής ευαισθησίας, την αμεσότητα και το νεανικό σφρίγος της έκφρασης, την απουσία της συχνά παρατηρούμενης και ενοχλητικής επιτήδευσης, το διανοιγόμενο πεδίο προβληματισμού από την κοινή επικαιρότητα, την ευρηματικότητα αλλά και την απουσία «λίπους» από το σώμα της συλλογής, τουτʼ έστιν άγονων, δύστοκων, άγουρων αποπειρών.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Ποιείν Αλμανάκ: τα 4+1 ποιητικά βιβλία του 2010 (γράφει ο Σωτήρης Παστάκας)

Δημήτριος Μουζάκης, Αυτάρεσκη Σιωπή, Ενδυμίων

Σίγουρα ένας νέος ποιητής πρέπει να αποδείξει πρωτίστως πως ξέρει να γράφει.
Ο Μουζάκης, ξέρει. Διακόσια (περίπου) ποιήματα και διαβάζονται σας διαβεβαιώνω όλα, με μια χρήση της ελληνικής που εγώ τουλάχιστον είχα να δω από την εποχή του νεαρού Βαρβέρη, η οποία από μόνη της τον ξεχωρίζει από τη χορωδία των συνομηλίκων του, και τον βγάζει έξω από τη γραμμή. Ένα βιβλίο που θα μας απασχολήσει για πολύ καιρό και θα πρέπει αν μην τι άλλο να προσέχουμε τις βιαστικές κρίσεις…Η προσωπική μου γνώμη είναι πως έχουμε να κάνουμε με ένα φυσικό φαινόμενο απʼ αυτά που συμβαίνουν σπάνια στο μίζερο πολιτιστικό μας στερέωμα.
Ο Δημήτριος Μουζάκης (γεν.1979) πρέπει να αισθάνεται πολύ μόνος τώρα πια…γιατί έτσι θεαματικά που ξέκοψε από τη γενιά του (πληρώνοντας το φόρο του στο “ποίημα” που βασανίζει τους συνομήλικους του αλλά και μεγαλύτερους…), θα πρέπει να αναζητήσει συνομιλητές σε άλλες εποχές, όπως ορθά (εν μέρει) επισήμανε ο Γιάννης Λειβαδάς: “Ο υποφαινόμενος καταφέρνει αναμφισβήτητα την επαναφορά μιας αίγλης που παρότι δεν αποτελεί πλέον εναλλακτική δυνατότητα, προσφέρει μια νέα, οξυγονωμένη διευθέτηση των εσωτερικών χώρων, όπου η προσωρινή αλλαγή και επαναφορά των ποιητικών στοιχείων στην σταθερή τους θέση, μπορεί να δονήσει προσωρινά τον αέρα στα δωμάτια των νεκρών δημιουργών, τα οποία όμως θα παραμείνουν τελικά ως έχουν. Τους νεκρούς πάντως τους λατρεύει. Το ίδιο με τους ζωντανούς.”

Ή να δημιουργήσει εξʼ αρχής το αναγνωστικό κοινό του.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, “Διαβάζοντας Μπλάζε Κόνεσκι”

          

 

       Πρωτόπιασα την ποιητική συλλογή του Σλαβομακεδόνα ποιητή Μπλάζε Κόνεσκι, που τιτλοφορείται «Η κεντήστρα» με αρκετή περιέργεια και ενδιαφέρον. Γιατί, πρέπει να ομολογήσω, ότι ήταν η πρώτη μου επαφή με βιβλίο λογοτέχνη από τον ευρύτερο γιουγκοσλαβικό χώρο. Κάποια βιβλία του Μίλοβαν Τζίλας που είχα μέχρι τότε διαβάσει, δεν πρέπει να υπολογίζονται, αφού ανήκουν σε άλλη κατηγορία συγγραφικών πονημάτων. Πάντα είχα, ωστόσο, την επιθυμία και να γνωρίσω περισσότερο το έργο λογοτεχνών του ευρύτερου βαλκανικού χώρου, αφού οι μέχρι τότε, πενιχρές είναι αλήθεια, επαφές που είχα, μου είχαν χαρίσει ζωηρές συγκινήσεις, όπως λόγου χάρη η ποίηση του Τούρκου Ναζίμ Χικμέτ ή του Βούλγαρου Βαπσάρωφ κ.ά.
      Να, λοιπόν, που τώρα μου δίνεται η ευκαιρία να γνωρίσω, χάρις την ευγενική προσπάθεια του βαλκανικού και Παρευξείνιου Συνδέσμου Πνευματικής Συνεργασίας και των εκδόσεων «Αίμος», κάποιες σελίδες από ένα σπουδαίο σε ποσότητα, αλλά και ποιότητα έργο ενός ακόμα βαλκάνιου λογοτέχνη, που έχει εξασφαλίσει την εκτίμηση των πνευματικών ανθρώπων του τόπου του, αλλά, που έχει αφήσει και άριστες εντυπώσεις και έξω από αυτόν, όπως, μάλιστα, αναφέρει στον πρόλογο του βιβλίου ο Κώστας Βαλέτας «Ο Κόνεσκι είναι δάσκαλος του γένους του», – λόγος με ιδιαίτερο βάρος και χωρίς, όπως φαίνεται, καμιά δόση υπερβολής, αν σκεφτεί κανένας, ότι ο Μπλάζε Κόνεσκι, πέρα από ένα πλούσιο λογοτεχνικό έργο, που από μόνο του θα αρκούσε να του προσδώσει ένα τόσο τιμητικό και σπουδαίο τίτλο, προκειμένου, μάλιστα, για συγγραφέα μιας νεοσύστατης χώρας, έχει στο ενεργητικό του και σπουδαίο φιλολογικό έργο, που περιλαμβάνει, όπως μας πληροφορεί ένας μελετητής του έργου του, ο συμπατριώτης του Μίτια Μάνεφσκι, και αρκετά ( «κεφαλαιώδη» τα χαρακτηρίζει ) έργα από τον τομέα της μακεδονολογίας και της λογοτεχνικής ιστορίας και ήταν συντάκτης ενός τρίτομου λεξικού της σλαβομακεδονικής διαλέκτου, καθηγητής και πρύτανης του πανεπιστημίου «Κύριλλος και Μεθόδιος των Σκοπίων» και ο πρώτος πρόεδρος της Ακαδημίας Επιστημών και Καλών Τεχνών της γειτονικής νεοσύστατης χώρας.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Τάσος Φάλκος, “Σχεδιάσματα με φως”, εκδ. Ζήτρος, 2005 (Κριτική: Πέτρος Γκολίτσης)


Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ ΣΤΟΝ Τ. ΦΑΛΚΟ (Απόπειρα προσέγγισης)

Το φως είναι μια έννοια που απασχολεί βαθύτατα τον Φάλκο. Ο ομηρικός πολεμιστής απεχθάνεται το σκότος και ζητάει από τον θεό να διαλύσει το νέφος που τους είχε τυλίξει, εν δε φάει και όλεσον, κι ας πεθάνω μέσα στο φως!.. Η φράση αυτή κατά τον Φάλκο εκφράζει την καθαρότητα και την ανάγκη για σαφήνεια που αισθάνεται ο αρχαίος Έλληνας. Το θέμα βέβαια είναι απέραντο, και οι φιλοδοξίες κάθε μελετητή δεν μπορεί παρά να είναι περιορισμένες. Εδώ θα επικεντρωθώ κυρίως -όχι όμως αποκλειστικά- στα “Σχεδιάσματα με φως”, όπου φαίνεται ότι έκανε μια συγκεντρωτική προσπάθεια να καταγράψει τις θεωρήσεις του, ποιητικές και φιλοσοφικές, χωρίς βέβαια να θεωρεί πως έκλεισε το θέμα, ακόμα και για τον εαυτό του, γιʼ αυτό -και όχι από μετριοφροσύνη- αποκαλεί τα ποιήματα της συλλογής «σχεδιάσματα».
Ο ίδιος γράφει στο οπισθόφυλλο του έργου: «Τα Σχεδιάσματα με φως αποτελούν ένα προσχέδιο της ιστορίας του φωτός από την αυγινή ώρα ως την εποχή της τραγικής αλλοίωσής του». Πρόκειται δηλαδή για μια σύνθεση με συγκεκριμένο σχέδιο. Ο Φάλκος ρέπει προς τις ευρύτερες συνθέσεις, που απαιτούν προσεκτικά μελετημένο σχέδιο, αρχιτεκτονική, ισορροπία και ίση κατά το δυνατό αξία των μερών. Τα ποιήματά του, σημαντικά από μόνα τους, αποκτούν μεγαλύτερη απήχηση και αξία, αν διαβαστούν μέσα στο ευρύτερο σχέδιο, του οποίου αποτελούν ένα τμήμα. Είναι όπως τʼ αγάλματα των αετωμάτων και της ζωφόρου των αρχαίων ναών, που είναι αξιόλογα από μόνα τους, αλλά βρίσκουν νέα σημασία και ολοκλήρωση μέσα σʼ ένα σύνολο.
Τα ποιήματα έχουν ενταχθεί σε τρεις ενότητες, που δηλώνουν μια προοδευτική απομάκρυνση από το φως, που στο τέλος, αποκομμένο από τις πηγές που το στήριζαν, καταντά ακατανόητο και κάποτε δολοφονικό, όπως οι μεγάλες ανθρωπιστικές και θρησκευτικές ιδέες, που στα χέρια ανάξιων οπαδών και επιγόνων -«παραχαρακτών», όπως σημειώνει ο Φάλκος- καταντούν απάνθρωπες. Πρόκειται δηλαδή για την τραγωδία του ανθρώπινου πνεύματος.
Στο πρώτο μέρος, Της ήρεμης ζωής, το φως έχει την αρχική, θετική αξία. Είναι το φως τόσο της φυσικής όσο και της πνευματικής, της θρησκευτικής, της καλλιτεχνικής κτλ. ζωής. Είναι λοιπόν το φως των ιδεών, το θεϊκό φως, το φως που εκπέμπει η ομορφιά κτλ. Τα ποιήματα διακρίνονται από μια ευρηματικότητα, μια θαυμαστή εικονοπλασία και μουσικότητα, μια χαρακτηριστικά «φάλκεια» ομορφιά και αποπνέουν μια ευεξία, μια χαρά ζωής, θα έλεγα μια ευτυχία, αλλά και κάποια ελαφρά ειρωνική «αφέλεια», αν λογαριάσουμε τα όσα ακολουθούν. Έντονη είναι και η φιλοσοφική διάθεση (Τοπίο με παιδί): «Ανάμεσα σε δυο σκοτάδια/πλέει καφετιά βαρκούλα/πάνω σε κίτρινο πορτοκαλί/Ο χρόνος το καφέ παιδί/χαίρεται με τη ζωγραφιά του/το γέλιο του φωτίζει τη βαρκούλα».
Με το αρχικό αυτό ποίημα ο Φάλκος αποδίδει φόρο τιμής στον μεγάλο δάσκαλό του, τον Ηράκλειτο: «παις ο αιών, πεσσεύων, παιδός η βασιλείη», ο χρόνος, η αιωνιότητα, είναι ένα παιδί που παίζει κότσια. Η βασιλεία ανήκει στο παιδί. Δίνει στην εικόνα προσωπική, έντονα εικαστική χροιά, υπογραμμίζοντας τα δυο χαοτικά σκοτάδια ανάμεσα στα οποία συντελείται η δημιουργία (και όπου πιθανότατα θα καταλήξει), και με το γέλιο που φωτίζει τη βαρκούλα, μια μελαγχολικά «αισιόδοξη» νότα μέσα στο τραγικό…

Διαβάστε περισσότερα