Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Αχιλλέας Κατσαρός, «Η χειρουργική των έσω ουρανών», εκδ. Ars Poetica 2014 (γράφει ο Σπύρος Αραβανής)

`

`

Ένας σοφός άνθρωπος εντυπωσίαζε με την ηρεμία και το βαθύ στοχασμό του όσους ανθρώπους τον συναναστρέφονταν. «Πόσο συνειδητοποιημένος είναι!», έλεγαν και «τι αυτογνωσία!». «Σίγουρα θα έχει διαβάσει πολλά βιβλία και θα έχει κάνει άπειρες ώρες διαλογισμού και ψυχοθεραπείας». Κάποτε τον ρώτησαν με τι ασχολείται. «Είστε ποιητής; Ψυχίατρος; Διαλογιστής; Ιερέας;». «Είμαι μαραθωνοδρόμος» απάντησε.

`

Ξεκινώ εσκεμμένα την παρουσίαση του βιβλίου με μια μικρή ιστοριούλα μου. Δεν γνωρίζω με ποιο τρόπο ο Αχιλλέας Κατσαρός διανύει τις εσωτερικές του διαδρομές τις ώρες που βρίσκεται εν κινήσει. Αν «γράφει», εντος εισαγωγικών το ρήμα, ποιήματα τρέχοντας τις μεγάλες αποστάσεις του στους μαραθωνίους που λαμβάνει μέρος και διακρίνεται ως αθλητής. Δεν ξέρω τι σκέφτεται στο δρόμο της μεγάλης μοναξιάς και πόσο ήρεμος και συνειδητοποιημένος είναι ως άνθρωπος καθώς δεν γνωριζόμαστε πέραν μιας κοινής συνύπαρξης στη μεγάλη οικογένεια του διαδικτύου. Αυτό όμως που αισθάνθηκα διαβάζοντας τα ποιήματα από τη δεύτερή του συλλογή,  ειναι πως κατ’ αρχάς η γραφή του διαθέτει την πειθαρχία των πολλών χιλιομέτρων κι ας είναι τα ποιήματά του ολιγόστιχα. Τι εννοώ; Εννοώ οτι τα ποιήματά του διαθέτουν μιαν αφετηρία και έχουν πάντα ένα στόχο. Κι όπως ο Κατσαρός ως μαραθωνοδρόμος αλλάζει πολλές παραστάσεις μέχρι να φτάσει στο τέρμα της διαδρομής του έτσι και το βιβλίο του διασχίζει πολλά είδη λόγου από το πρώτο ποίημα μέχρι το τελευταίο. Υπερρεαλιστής και αφηγηματικός, μυθοπλάστης και αποφθεγματικός, περιγραφικός και ενδοσκοπικός, ουτοπικός και ρεαλιστής ακόμα και ντανταιστής. Για παράδειγμα, το «Πως μαγειρευεται ενα ποίημα» του Κατσαρού συνομιλεί -εν γνώσει ή εν αγνοία του- με το «Πώς να να φτιάχνετε ένα ντανταιστικό ποίημα» του Τριστάν Τζαρά. Κι όλα αυτά διατηρώντας μια συνοχή στο ποιητικό βιβλίο, παρουσιάζοντάς το οχι ως ασπονδυλη συρραφή ποιημάτων αλλά ως μια σύνθεση. Έτσι στο βιβλίο συναντάμε ποικιλότροπους στίχους όπως:
«ανήμπορες οι λέξεις, φλέβες να βρουν στα κρίνα», «ο μύθος θέλει τον λύκο να υπάρχει για να θυμίζει στα πρόβατα την πτώση», «ανάγλυφη βροχή ως περιδέραιο στον ήλιο», «το σώμα περισπωμένη θέλει για να ζεσταθεί και όχι οξείες», «παρακαλείται ο επόμενος που θέλει να αυτοκτονήσει να πλησιάσει προς την αποβάθρα», «κάθε στιγμή μελετώ τη γεωργία της σιωπής», «η τέχνη να αγαπάς είναι μεταξωτή, άσε τα λόγια τα μικρά για τον μεγάλο κόσμο».

`

Το δεύτερο που θέλω να τονίσω είναι οτι από το πρώτο κι όλας ποίημα της συλλογής, τη «Βάπτιση» διαφαίνεται η ανάγκη του Κατσαρού να εκφραστεί με την πρόθεση «δια». Δηλαδη «διακειμενικά» αλλά και «διαπροσωπικά». Οι επινοημένοι μυθοι αλλά και τα υπαρκτά πρόσωπα ως αφιερώσεις και πηγές έμπευσης διατρέχουν τα ποιήματά του και συμπλέκονται αρμονικά, με έναν υγιή τρόπο. Δείχνοντας δηλαδή πως ο ποιητής είναι ένα κράμα ιστοριών που διάβασε και ανθρώπων που γνώρισε ή τουλάχιστον γεύτηκε για λίγο την ύπαρξή τους. Με απλά λόγια, γράφει περιτριγυρισμένος από πρόσωπα. Λειτουργεί εντός μιας αόρατης και ορατής ομάδας. Είτε, δηλαδή αυτή λέγεται ιστορία της λογοτεχνίας είτε ιστορία του facebook. Με το ένα πόδι στην πραγματικότητα της μυθοπλασίας και με το άλλο στη μυθοπλασία της πραγματικότητας. Έτσι στα ποιήματά του συναντάμε του Ίωνες, τον Νηρέα, τον Ισαάκ, τον Σολομώντα, τον Λάζαρο και το σημασιολογικό φορτίο που αυτοί φέρουν και από την άλλη ονόματα υπαρκτά της καθημερινότητάς του ή ενταγμένα στην καθημερινότητά του με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, όπως ο Φερνάντο Πεσσοα, Τάσος Λειβαδίτης, η Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ, ο Γιώργος Δουατζής, ο Ζαχαρίας Στουφής, ο Ηλίας Τσέχος, ο Πάνος Σταθόγιαννης και όσοι άλλοι λαμβάνουν τις ευχαριστίες του στο τέλος του βιβλίου για την άμεση και έμμεση προσφορά τους στην υλοποίηση των ποιημάτων.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Καίτη Βασιλάκου, «Νυχτώνει αργά», εκδ. Μανδραγόρας 2014 (γράφει ο Κώστας Τσιαχρής)

`

«Η τέχνη ερμηνεύεται μόνο με τέχνη»

Δημήτρης Μυταράς
`

Θα ξεκινήσω την περιήγησή μου σε τούτη τη συλλογή ανάποδα, απʼ το μικρό στο μεγάλο, απʼ τη συγκίνηση που άναψε μέσα μου ένα συγκεκριμένο κομμάτι αυτού του ποιητικού κόσμου, για να φτάσω μετά στη συνολική αισθητική αποτίμησή του . Γράφει η ποιήτρια στο ποίημα «Τώρα» :

«Τώρα / εδώ στο ενδιάμεσο / όπου το σώμα ακόμα/ ανυποψίαστο / όπου ακόμα αθώο / κι απονήρευτο /επιθυμεί / εδώ , στο ενδιάμεσο /που η συνείδηση γνωρίζει / τι είναι αυτό που έρχεται /πόσο μοιραίο είναι / και τρομαχτικό / στο ενδιάμεσο αυτό εδώ / λέω στο σώμα μου : / Ετοιμάσου./Ο πόνος και η ανημπόρια σου / βρίσκονται καθʼ οδόν / Προσευχήσου / να είναι εύκολο / το Τέλος».

`

Ασφαλώς δε μεταγράφει ποιητικά κάτι ανείπωτο κι η έκφρασή της δεν ακουμπά τα όρια του τολμηρού , είναι όμως ανατριχιαστικά αληθινή ,κι εκείνες τις σπάνιες φορές που κατορθώνεται να συρρικνωθεί σε τέχνη η αλήθεια -μʼ όσες υφολογικές ατέλειες – γίνεται αυθωρεί η πολιτογράφησή της στην κατηγορία της αυθεντικής δημιουργίας . Κι εδώ , σʼ αυτό το ποίημα , η εξομολόγηση διαθέτει την αιφνιδιαστική δύναμη του γυμνού : όπως όταν βλέπεις ξάφνου να πέφτει το σεντόνι και νʼ αποκαλύπτεται η γεωμετρία του ξένου σώματος ,που είναι στην πραγματικότητα τόσο ίδιο με το δικό σου . Για να προετοιμάσει το σώμα να δεχτεί ανώδυνα το Τέλος , η ποιήτρια ξεδιαλέγει από το σωρό αναμενόμενες λέξεις ,αλλά τις στοιχίζει με τρόπο που να μεταφέρουν σταδιακά την ένταση . Όλα λειτουργούν πάνω σε έναν άξονα κάθετο ,που τον ορίζει το οδυνηρό βίωμα, και εξίσου οριζόντιο, στον οποίο καταγράφονται εν είδει στιγμιότυπων , ψίθυροι, απότομες αποστροφές προς το εσύ και το εγώ, φευγαλέες διαθέσεις και στίχοι – μηνύματα.
Το Τέλος, με την αριστοτελική και με την υπαρξιακή του διάσταση , στεριώνει όλα τα ποιήματα αυτής της συλλογής της Καίτης Βασιλάκου. Ακόμη και στην πρώτη ενότητα, που τιτλοφορείται «Του παιδιού», όλα μοιάζουν σκηνοθετημένα με τρόπο που η παιδική αθωότητα να λοξοκοιτάζει πάντα το Τέλος και να συνειδητοποιεί το βάρος, προτού καν γευτεί την ελαφρότητα [Αυτός ο κόσμος είναι έτσι /έχει φόβο , και πόνο /έχει δάκρυα /Το παιδί συμφωνεί / μαθαίνει /χτίζεται σιγά-σιγά ].Σε άλλο σημείο πάλι η ποιήτρια απομυθοποιεί το αχανές της έκτασης του μέλλοντος ,περιορίζοντάς το σε ένα μικρό πλαίσιο που περικλείει τη λέξη «θάνατος» [ Το μέλλον είναι κάτι / απροσδιόριστα τεράστιο /που ύπουλα σιγά –σιγά μικραίνει/ μέχρι που γίνεται /πλαίσιο σκοτεινό / κι έχει τη λέξη «θάνατος» εντός του] . Τον φόβο του θανάτου δεν τον αποποιείται κι ούτε στήνει το ίνδαλμα εκείνο της προσωπικότητας που καμώνεται ότι καταπνίγει αυτόν τον φόβο με τα γιατρικά της τέχνης. Κοιτάζει τη φθορά κατάματα κι ανατριχιάζει με το τίποτα που κουβαλά , όπως εκείνο το κορίτσι ,στην «Έβδομη σφραγίδα» του Μπέργκμαν ,που υποφέρει απʼ την πανούκλα κι ετοιμάζεται να καεί στην πυρά . Όταν ο ιππότης την πλησιάζει και τη ρωτά τι βλέπει τώρα που ετοιμάζεται να πεθάνει , διαβάζει στο βλέμμα της το κενό.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

«Ηλίας Τσέχος, Νόμοι της Μνήμης και του Νόστου» (γράφει ο Παντελής Τσαλουχίδης)

`

Ένα πρωί
ξεχάστηκε ο ήλιος
Ξεθάρρεψαν οι δικαστές και σήκωσαν τα μέτωπα ψηλά
Οι άνθρωποι
θυμήθηκαν τον όρκο τους
και άνοιξαν μια χαραμάδα
στον ουρανό

Θεόκλητος Καρυπίδης Πίνακας (1961)

`

Αν έψαχνε κανείς μία και μοναδική λέξη να χαρακτηρίσει την ποίηση του Ηλία Τσέχου, πιστεύω ότι αυτή θα ήταν η λέξη «ποταμός». Είναι μια λέξη που συνδυάζεται ποικιλότροπα τόσο με την προσωπικότητα όσο και το έργο του. Σαν ποταμός λοιπόν άλλοτε σταλιά σταλιά, άλλοτε πλημμύρα, φορές χάνεται σε υπόγειες διαδρομές μα ξαναφανερώνεται σε άλλο χρόνο και τόπο, πολύβουος ή σιωπηλός, συχνά μοιάζει ήρεμος και ευθύς αλλά λίγο πιο κάτω γίνεται ορμητικός, γεμάτος απότομα βράχια και καταρράκτες. Ένα πρωτεϊκό στοιχείο χαράζει και ορίζει τη ζωή και τις πράξεις του Ηλία Τσέχου, ένας μικρός ποτάμιος θεός, ίσως ο Δάφνις ποταμός που το όνομά του στην ποντιακή λαλιά κοσμεί την τρίτη συλλογή του ποιητή. Αυτό το στοιχείο- ή στοιχειό – θέλησε κατά τα φαινόμενα να αναδείξει και η δεύτερη ταινία του Ηλία Ιωσηφίδη, όπως τουλάχιστον υποδηλώνει ο τίτλος της: «Ηλίας Τσέχος – ή σταγόνα ή ωκεανός»

Ως σήμερα ο Ηλίας Τσέχος έχει εκδώσει δέκα ποιητικές συλλογές: «Έρημη Αλήθεια», Κέδρος 1978, «Ταγμένα» (Διογένης 1980), «Δάφνε Πόταμε» (Διογένης 1981), «Ανθέμια» Κέδρος 1982), «Τα πάθη που φοράς» (Θεωρία1983), «Φωνές σʼ ένα Μουσείο, Απρόοπτη Ύλη, Μύθοι Σγουροί» (Ηριδανός 1985), «Διώροφο Μέλλον» (Σύγχρονη Εποχή 1988), « Ή Σταγόνα ή Ωκεανός» (Ούτις) 2011, ” Νόμοι Αφιερώσεων ” 2012 ( Ούτις ), και πρόσφατα” Τα Πλήθη Του Ενός ” ( Κουίντα ) 2013 , στο οποίο , εδώ, δεν αναφέρομαι…

`

Οι πρώτες επτά μέσα σε μια δεκαετία, 1978-1988. Και έπειτα εκδοτική σιωπή μιας εικοσαετίας και βάλε. Η απάντηση από τον ίδιο σε συνέντευξή του στη Δήμητρα Σμυρνή το Φεβρουάριο του 2010, για την εφημερίδα Επίκαιρα (26-03-2010):” Πολύ απλά, δε γεννήθηκαν ποιήματα. Το ʼ88 τέλειωσε η συνεργασία με τη Δώρα Στράτου. Ακολούθησαν συνδικαλιστικοί αγώνες. Υπήρξε μερική δικαίωση από την τότε υπουργό, Μελίνα Μερκούρη. Κούραση. Σταμάτησαν οι διεκδικήσεις. Ανεργία. Έφυγα στην Ελβετία για τρία χρόνια. Δεν έμεινα. Δε φυλακίστηκα στα «χρυσά κλουβιά» της Ευρώπης. Δεν το μετάνιωσα. Πόνος, σκέψεις, καρτερία, μάχες, επιλογές, αποφάσεις. Αυτά τα χρόνια δε μπορούσε να γεννηθεί ποίηση. Έτσι συνέβη”.
Τα παραπάνω μαζί με την υποχρεωτική επιστροφή του ποιητή στη γενέτειρά του και τις υποχρεώσεις που ανέλαβε , συνετέλεσαν ώστε και ο ίδιος να σχολιάσει σε ένα αυτοβιογραφικό του σημείωμα:” Μʼ αυτά και μʼ εκείνα, με τούτα και τʼ άλλα, έχω να εκδώσω 20 έτη… απίστευτο ”. Βέβαια η εκδοτική σιωπή δε σημαίνει απαραίτητα και πλήρη ποιητική αφωνία. Η ποιητική πράξη, όπως ομολογεί ο ίδιος ο ποιητής, είναι μια αδήριτη ανάγκη:” Νομίζω πως πριν αρχίσω να γράφω δεν άκουγα τον εαυτό μου, άκουγα μόνον τους άλλους. Ξαφνικά ένιωσα την ανάγκη νʼ ακούσω τη δική μου φωνή” . Είναι λοιπόν η ποίηση για τον Ηλία Τσέχο μια διαδικασία αυτογνωσίας και ως τέτοια δεν μπορεί να καταργηθεί , όσο και να πέρασε σε δεύτερη μοίρα για καιρό.
`

«Σχετικά αργά» θεωρεί ο ποιητής ότι μπήκε στην ποίηση. Μάλλον υπερβολικός γιατί εκδίδει την πρώτη του συλλογή στα εικοσιέξι του χρόνια, με υλικό δύο και πλέον χρόνων. Ωστόσο το πρόβλημα του ήταν άλλο: «Απαίδευτα σχεδόν μπήκα στην ποίηση. Ελάχιστα διαβάσματα. Δεν είμαι ευτυχής γιʼ αυτό. Έπρεπε να διανύσω χιλιάδες χιλιόμετρα, για να καλύψω τα κενά. Θεωρούσα πάντα ευτυχείς τους ποιητές των πόλεων, γιατί εκείνοι ήδη είχαν καλύψει τη μισή «γη», ενώ εγώ έπρεπε να ξεκινήσω απʼ την αρχή, για να καλύψω την περίμετρο της «ποιητικής μας γης». Κάλυψα τα κενά. Πολλά διαβάσματα.»

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Πέτρος Γκολίτσης, «Δύο γενιές στην ποίησή μας» (από τον πρόλογο κριτικού βιβλίου ποίησης)

`

Ι)

Οι Baby-boomers, η κατάρρευση και η ποίηση μας.
Απʼ τον Γκανά και τον Σιώτη στον Βλαβιανό και τον Παστάκα.
Μια συνοπτική αποτίμηση.

`

Αμήχανος ο Σιώτης (γ. 1944) όπως το σύνολο της γενιάς του (οι αποκαλούμενοι baby boomers) απέναντι στην κρίση και τη διαχείριση της, αφού πρώτα προσέλαβαν την «παράδοση» ως «κραυγαλέα κακογουστιά προς πώληση στα καταστήματα των αεροδρομίων», την μεταμόρφωσαν και την αδρανοποίησαν από την ιστορική και την κοινωνική της λειτουργία, ώστε να την παραδώσουν απονευρωμένη προς χρήση σε μια μάζα που ενώ φέρει την κυρίαρχη ευθύνη είναι αυτή που πρώτα κατηγορεί και δακτυλοδείχνει.
Υποθέτοντας λανθασμένα πως δεν υπήρχε κάτι στο οποίο να αντισταθούν οδήγησαν σε μια «υπο-πολιτική», δηλαδή αφαίρεσαν από το κοινωνικό σώμα και κατʼ επέκταση από την ποίηση την πολιτική της πρόθεση και λειτουργία. Επιπρόσθετα αφελέστατα και λανθασμένα στην καθυστερημένη αστικοποίηση τους, ως γενιά πίστεψαν στην ξεπερασμένη και στην πραγματικότητα ολότελα διαψευσμένη ιδέα της ιστορικής προόδου εμπιστευόμενοι την δυναμική των πραγμάτων στον «αυτόματο πιλότο», ενδεικτικά στην ελεύθερη χρηματιστηριακή πρωτίστως κίνηση των κεφαλαίων διεθνώς, αλλά και στην κομματικοποίηση του βίου εντός της χώρας, υποθέτοντας πως ήρθε η σειρά τους για το μεγάλο και ανέξοδο φαγοπότι.
Αντί να δουν και να περιγράψουν, μεταποιημένο σε ποίηση στην περίπτωση που μας απασχολεί, το ατέλειωτο σημειωτόν που κάνανε στην κινούμενη άμμο, επιλέξανε είτε στην καλύτερη των περιπτώσεων (του Γκανά) να στραφούν σε έναν νέο μετα-λορκικό (μετα-γκατσικό στην επικράτεια μας) εκμοντερνισμένο δημοτικό λόγο προς την ιδιωτική του πλέον έκφανση, είτε στην περίπτωση του Σιώτη σε ένα χλευαστικό επιφανειακά μυστηριακό προσωπο-κεντρικό ποιητικό λόγο που καλλιεργεί το μυστήριο για χάρη του μυστηρίου, παραιτούμενο από οποιαδήποτε ουσιαστική στόχευση πέρα από μια εύκολη κριτική τού άλλου και το στένεμα της παράδοσης στους εύπλαστους και εγωκεντρικούς, αν όχι αυτιστικούς, ορίζοντες τους, που υπηρετούν πρωτίστως τελικά το εκάστοτε μεταβαλλόμενο και ρευστό πρόσωπό τους.
`

Στολισμένοι επιπρόσθετα −συνομιλώντας με ευκολία με τον Σεφέρη− με την ανάγκη να ξεχωρίσουν (εδώ ας υπογραμμίσουμε πέρα από τον Σιώτη και τον «πατριάρχη» Χάρη Βλαβιανό) και κοπιάζοντας να αφήσουν πίσω τους μια φήμη, τη μεγαλύτερη δυνατή, υποθέσανε ενδεχομένως πως το κυρίαρχο ζητούμενο είναι η «μετατροπή της ζωής» ή του εαυτού «σε αντικείμενο για ένα είδος γνώσης, για μια τέχνη». Κι αυτά με μια μεταμοντέρνα φυσικά διάθεση «μπουφέ» επιλέγοντας διάφορα από εδώ κι από εκεί, ξένα, μαγειρεμένα, που βρίσκουν μέχρι και θεωρητικούς, αλίμονο μας, υποστηρικτές. Ένας εαυτός που πρέπει να δημιουργηθεί ή ακόμη χειρότερα να φιλοτεχνηθεί όπως ένα έργο τέχνης, αγνοώντας ίσως από τη μία πως ο «πυρήνας» ή οι «πυρήνες» του εαυτού δεν γίνεται να είναι ανεξάρτητοι από τις εκάστοτε ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες, κι από την άλλη (εδώ εντάσσονται και οι αυτιστικές και ανεύθυνες ανοησίες του «ιδιωτικού οράματος» και λίγο πριν της τάχα «αμφισβήτησης»), παραβλέποντας το αδιέξοδο τού στόχου της «λάμψης» και της «καλοπέρασης», που καθιστά τελικά και εντάσσει κλείνοντας –στην καλύτερη των περιπτώσεων– τον εαυτό και την ύπαρξη στην αισθητική σφαίρα.
`

Nα σημειωθεί πως η παράδοση, και η ιστορία στην εξέλιξη της, έστω «σχηματικά», στα χέρια της «γενιάς» τους κατέληξε, από την φορτωμένη εκδοχή που την παρέλαβαν, να επιπλέει κατακερματισμένη και αχώνευτη, μακριά από κάθε αίσθηση «ιερού» αλλά και τελετουργικού νοήματος, ως μια επανάληψη και ως μια συνήθεια, που λειτουργεί όχι ως υποκατάστατο ερμηνείας του κόσμου, αλλά ως πλαίσιο προσωπικής και –γιατί όχι;− συντεχνιακής αναρρίχησης εις βάρος τελικά του συνόλου το οποίο κατέρρευσε με τον ιστορικό γδούπο που όλοι βιώσαμε την περίοδο 2008-2012. Κάτι που βιώνουμε εδώ στην ποιητική του εκδοχή. Στα πλαίσια επιπρόσθετα της παγκοσμιοποίησης και της πρόχειρης αρχιτεκτονικής δομής, από ό,τι τελικά αποδείχτηκε, της Ευρωπαϊκής Ένωσης (και κυρίως της Ευρωζώνης) η «ελληνικότητα» (και η κάθε αντίστοιχη εθνικότητα, για την ώρα του νότου) θα μπορούσε να θεαθεί πλέον ως αντίστοιχη των παλιών τοπικών εθίμων, όπου μετά την καταστροφή της «τοπικής κοινότητας» όπου διατέμνονταν η μικρή (νέα ελληνική) με τη μεγάλη (ευρωπαϊκή στην ελληνο-χριστιανο-ρωμαϊκή της δεσπόζουσα έκφραση) παράδοση, τα τοπικά έθιμα μπορούν και επιβιώνουν α) ως συνήθειες, που με την κανονική επανάληψή τους προσφέρουν μια «οντολογική ασφάλεια», η περίπτωση, πέρα απʼ του Γκανά, θεωρώ πλέον και του Σιώτη, στην ποίηση, και β) ως ερείπια (Relics) που επενδύονται με λείψανα (remnants) και έχουν νόημα ως παραδείγματα τού παρελθόντος, η περίπτωση θα έλεγα του γνήσια μετα-σαχτουρικού Χρήστου Μπράβου (του σημαντικότερου ίσως αυτής της γενιάς) αλλά και του Σωτήρη Παστάκα και κατά κάποιον τρόπο και του Χάρη Βλαβιανού (για να μην αναφερθώ στους Χιόνη, Κοντό, Παπαγεωργίου κ.α.). Κατάλοιπα (ερείπια-λείψανα) που συναντώνται και στην παραδοσιακή κοινωνία, αλλά αντλούν τη σημασία τους εκεί όχι γιατί ακουμπούν στο παρελθόν, αλλά στο ίδιο το «ιερό», όποιο και αν είναι και ό,τι και να σημαίνει αυτό.

`

Εδώ θα ήταν καλό να σημειώσουμε, χωρίς όμως να σχολιάσουμε, τα μότο της συλλογής Εκεί Έξω του Σιώτη: «Αν έχει ψύχρα εκεί έξω και γίνεται επανάσταση πάρτε μαζί σας ένα μπλουζάκι» (Karl Mart), και «Γνωρίζω υπερβολικά καλά τον κόσμο. Εκεί έξω, το ξέρω, καραδοκεί ο κακός έρωτας, το πικρό του μέλι, η απάτη, η απειλή του» (Juan Vicente Piqueras) το οποίο με ένα άλμα θα μπορούσε να τους συνοψίσει ως γενιά και ενδεχομένως, γενικεύοντας εκ των πραγμάτων, ως σύνολο.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Γιάννης Ρίτσος, ««Υπερώον», εκδ. Κέδρος 2013 (γράφει ο Ηρακλής Κακαβάνης)

`

«Υποδυόμενος εαυτόν»

`

Ο Βάρναλης είχε γράψει από το 1942 ακόμη ότι τα έργα που αφήνουν πίσω τους οι ποιητές δεν προσθέτουν τίποτα στη δόξα τους, αντίθετα αφαιρούνε. Η μόνη περίπτωση που το ανέκδοτο έργο είναι καλύτερο από τα εκδιδόμενα είναι αυτή του Σολωμού. Εξαιρεί δύο περιπτώσεις που επιτρέπεται η δημοσιοποίηση. Η μία αφορά σε ιστορικούς λόγους – να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη του ποιητή μέσα στο χρόνο. Η δεύτερη περίπτωση αφορά στην αισθητική αξιολόγηση αυτού του μέρους του έργου.
Ο ίδιος ο Βάρναλης φρόντισε να μας αφήσει ένα πλούσιο αρχείο που περιείχε ανέκδοτο ποιητικό υλικό, ολοκληρωμένο ή ημιτελές. Δεν είναι μοναδική περίπτωση. Αυτό συμβαίνει κατά κόρον με τους ποιητές. Η ποσότητα αυτού του υλικού ποικίλει, όπως και η ποιότητα σε σχέση με το δημοσιευμένο έργο. Στην περίπτωση του Βάρναλη, επειδή είχε και άλλους τρόπους έκφρασης αυτό το υλικό δεν έχει μεγάλη έκταση.
Αφορμή για αυτή την αναφορά μας έδωσε η κυκλοφορία της ποιητικής συλλογής «Υπερώον» από το ανέκδοτο ποιητικό υλικό του Γιάννη Ρίτσου. Όπως λέει, η κόρη του Ερη στο σημείωμα που συνοδεύει την έκδοση, ο Ρίτσος «θεωρούσε την ποίηση τόσο απαραίτητη για την ύπαρξη του, όσο και την αναπνοή του. Έγραφε λοιπόν καθημερινά, ώρες πολλές, κι αυτό είχε σαν αποτέλεσμα μια τεράστια ποιητική παραγωγή».
`

Αυτόματα τίθενται κάποια ερωτήματα.
Γιατί ο ίδιος δεν τα εξέδωσε όσο ζούσε; Η Ερη Ρίτσου λέει στο σημείωμά της ότι την ποιητική παραγωγή του Ρίτσου πρακτικά ούτε οι εκδότες ούτε το αναγνωστικό κοινό μπορούσαν να παρακολουθήσουν. Απορρίπτει οποιαδήποτε ερμηνεία αυτολογοκρισίας και εξηγεί τις επιλογές του με τη διάθεσή του την εκάστοτε περίοδο και τη συγκυρία. Δύσκολα να αμφισβητήσει κανείς αυτή την εξήγηση, με δεδομένη την επιλογή του ίδιου του Ρίτσου να δημοσιεύσει το 1984 κάποιο μέρος του έργου που σόκαρε (όπως ήξερε ότι θα γίνει) εκείνο το αναγνωστικό κοινό που στο έργο του έβλεπε και τιμούσε τον στρατευμένο ποιητή. Εδώ θα συμπληρώναμε, χωρίς να διεκδικούμε καλύτερη γνώση από την κυρία Ερη Ρίτσου, ότι η τελειότητα της μορφής δεν άφηνε αδιάφορο τον Ρίτσο, ήταν απαιτητικός, όπως και για το περιεχόμενο του ποιητικού του λόγου, έχοντας πάντα υπόψη το κοινό στο οποίο απευθύνεται, πού και πώς τον βλέπει. Τον βλέπει ως σύμβολο στην εξέδρα, να χαιρετά πριν την ομιλία του Χαρίλαου, να εκπροσωπεί αγώνες και θυσίες. Η αντίδραση στα πεζογραφήματα που εκδόθηκαν την προηγούμενη χρονιά τον στεναχωρεί. Η έκδοση – δημοσίευση δεν ήταν εύκολη υπόθεση για τον Ρίτσο. ʽΗ, τουλάχιστον, δεν ήταν εξίσου εύκολη όσο για τους άλλους ποιητές.

Διαβάστε περισσότερα