Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Αλεξία Καλογεροπούλου, «Λέξεις στην άμμο», εκδ. 24 γράμματα (γράφει ο Τάσος Μιχαηλίδης)

 

 

 

Η Αλεξία Καλογεροπούλου ανήκει στους ποιητές της νεώτερης γενιάς και είναι δημιουργός του ιστότοπου για τα βιβλία και τις τέχνες Booksitting.gr.  Αν λάβουμε υπόψη μας και τις σπουδές της στην Ψυχολογία και τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, γίνεται φανερό σε ποιο βαθμό την ενδιαφέρει και την απασχολεί η ανθρώπινη επικοινωνία σε όλο το φάσμα των εκφάνσεών της.Οι Λέξεις στην άμμο (2019),η πρώτη της ολοκληρωμένη ποιητική συλλογή, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις 24 γράμματα έρχεται να προσδιορίσει με σαφήνεια, αυτές ακριβώς τις διαστάσεις και όψεις των πνευματικών της ανησυχιών.

Η συλλογή Λέξεις στην άμμο συνιστά ένα σώμα σαράντα οκτώ διακριτών ποιημάτων που επικοινωνούν, όμως, μεταξύ τους αισθητικά και σημασιολογικά. Τα ποιήματά της Καλογεροπούλου είναι το εκφραστικό αποτύπωμα ενός νέου ανθρώπου που ανησυχεί, αναρωτιέται, στοχάζεται, επιδιώκει να επικοινωνήσει σε έκταση και βάθος, να κατανοήσει τους νόμους της ζωής, να αντισταθεί στους Λωτοφάγους και να περάσει με ασφάλεια τις κάθε μορφής και είδους Συμπληγάδες.

«Ποια είσαι εσύ;» ρωτήθηκα

κι απάντηση δεν είχα.

Μόνο δουλειά, τι έκανα, τι κάνω κάθε μέρα,

μα ποια είμαι η ίδια μέσα μου δεν μπόρεσα να νιώσω.

[…] βαριά εκκρεμότητα που απαιτεί μια λύση». («Αναστοχασμοί», σ. 16)

 

«[…] για μια ακόμα νέα αρχή που μοιάζει αβέβαιη […]» (Παράθυρο, σ. 17)

 

«Κι ανάμεσά τους ένα ρόδο […]

άντεξε στις βροχές χωρίς να κλείσει.

Σθένος. Αυτό είναι που χρειάζεται κανείς […]». («9 Απριλίου», σ. 24).

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

«Γιώργος Κοτζιούλας: Από μικρός στα Γράμματα» (γράφει η Ευθαλία Μπουκουβάλα)

 

 

 

«Τζουμέρκα – Αθήνα, αυτή ήταν όλη

που χάραξα, όλη μου η γραμμή.

Κίνησα απέκει μ’ ένα τσόλι,

μου ‘λειψε εδώ και το ψωμί.

Αρχή κακού ήταν που δεν είχα

κουκούτσι πνεύμα πραχτικό

τριχιά την έκανα την τρίχα,

της φαντασίας μου υλικό.

[…]

Αργότερα θα μ’ έχουν βάλει

με δυο σειρές στο λεξικό.

Θα με ζηλέψουν τότε οι άλλοι,

θα γίνει ντόρος και κακό.»

Το απόσπασμα προέρχεται από το ποίημα του Γιώργου Κοτζιούλα, «Αυτοβιογραφία», το οποίο ανήκει στη συλλογή «Η δεύτερη ζωή» (1938) και στη συνέχεια συμπεριλήφθηκε στον πρώτο τόμο των Απάντων του. Ο ποιητικός λόγος συνοψίζει την ολιγόχρονη, βασανισμένη ζωή του λογοτέχνη Γιώργου Κοτζιούλα (1909-1956), η οποία υπήρξε, ωστόσο, πλέρια από δημιουργία, μεστή από έργο αξιομνημόνευτο.

Το συμπυκνωμένο ποιητικό μήνυμα αναπτύσσεται μια δεκαετία αργότερα, το 1948, στο εκτενές αυτοβιογραφικό, πολύ συγκινητικό αφήγημα, «Από μικρός στα Γράμματα», που φέρει την όψιμη υπογραφή του δημιουργού, καθώς και χωροχρονικές παραμέτρους της συγγραφής (Παγκράτι, 1948), λίγα χρόνια πριν από την πρόωρη εκδημία του, το 1956. Το κείμενο αυτό δεν ευτύχησε να το δει τυπωμένο σε βιβλίο ο Γιώργος Κοτζιούλας, παρά την επιθυμία του, λόγω των χρονίως στενεμένων οικονομικών του. Έτσι, τελικά, αφού οι εκδοτικές προσπάθειες δεν ευδοκίμησαν, κατέληξε να το δημοσιεύσει σε δεκαέξι συνέχειες, στο περιοδικό Ηπειρωτική Εστία, το 1953-54. Στη συνέχεια, το έργο συμπεριλήφθηκε στον δεύτερο τόμο των Απάντων του λογοτέχνη (Δίφρος, 1957), τα οποία εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του.

Στο αυτοβιογραφικό αυτό κείμενο, ο ώριμος πια αφηγητής, με διάθεση αναστοχαστική, διατηρώντας νωπό το συναίσθημα και άδολο το βλέμμα του παιδιού, ανασύρει, από τις αποθήκες της μνήμης, τα σχολικά του βιώματα, αναπλάθει παιδικά και εφηβικά χρόνια, ανασυγκροτώντας έτσι το χρονολόγιο του μικρού αγωνιστή που κάποτε υπήρξε, την υπεράνθρωπη πάλη του με αντίξοες συνθήκες έσχατης φτώχειας για μια χούφτα γράμματα.

Στον αφηγηματικό χώρο, η επιβλητική, δεσπόζουσα όψη των ηπειρώτικων ορέων, Τζουμέρκων και Ξηροβουνίου, οριοθετεί τη μαθητική διαδρομή του Κοτζιούλα μεταξύ τριών τοπωνυμίων, συνδεόμενων με τη φοίτηση του λογοτέχνη σε αντίστοιχες σχολικές δομές:

  • Πλατανούσσα (Ραψίστα). Πρόκειται για τη γενέτειρά του, ένα μικρό, ορεινό χωριό φτωχών γεωργών και κτηνοτρόφων στα Τζουμέρκα, δυτικά του ποταμού Άραχθου, όπου ο συγγραφέας ολοκλήρωσε το δημοτικό σχολείο.
  • Καλέντζι, μεγαλοχώρι στα Κατσανοχώρια, κοντά στα Γιάννενα, έδρα του Σχολαρχείου, το οποίο παρακολούθησε, εν συνεχεία, με πολύ κόπο και υλικές στερήσεις, μακριά από τους δικούς του, με τη διαρκή επώδυνη νοσταλγία τους.
  • Άρτα, όπου ο λογοτέχνης βρέθηκε σε ηλικία δεκατριών χρονών και εκεί διένυσε την περίοδο της γυμνασιακής ζωής του.

Έτσι, ο αφηγηματικός χρόνος του έργου, εκτεινόμενος στις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα, καλύπτει τη διάρκεια της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσής, (1915-1926). Στη συνέχεια ο Γιώργος Κοτζιούλας μεταβαίνει στην Αθήνα για την εγγραφή του στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Γιώργος Καλοζώης, «Η πλαστικότητα των μορίων», εκδ. Φαρφουλάς, 2019 (γράφει ο Χρήστος Μαυρής)

Ο ΣΠΑΝΙΟ ΜΕΤΑΛΛΟ ΤΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΓΡΑΦΗΣ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΛΟΖΩΗ!

 

Η ΝΕΑ ΣΥΛΛΟΓΗ-ΤΟΥ ΤΙΤΛΟΦΟΡΕΙΤΑΙ «Η ΠΛΑΣΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΜΟΡΙΩΝ»

 

 

Η τελευταία ποιητικη συλλογη του Γιώργου Καλοζώη, που εκδόθηκε στις αρχες του 2019,  απο τις εκδόσεις «Φαρφουλας», τιτλοφορείται «Η πλαστικότητα των μορίων», και περιέχει, όπως διαπιστώνω, μία περιεκτικη  ποίηση, αρκετα ηλεκτρισμένη και φορτισμένη, στο έπακρον ευρηματικη και αφοριστικη, ερμητικη αλλα και θορυβώδης, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης ή ο μελετητης να μην μπορει εύκολα να την τιθασεύσει και να την υποτάξει. Για την ακρίβεια, διαπιστώνω πως δεν μπορεις να διαβάσεις αυτη την πολυπρισματικη ποίηση μονοκοπανια ή, κατα το πιο εξευγενισμένο, απνευστι, γιατι θα νιώσεις να σ’ εγκαταλείπουν μεσοστρατις οι δυνάμεις-σου ή, το χειρότερο, υπάρχει η πιθανότητα να λιποθυμήσεις, με αποτέλεσμα να ναυαγήσει η αναγνωστικη προσπάθειά-σου.

Εννοω πως η ποιητικη ενέργεια που μεταφέρει αυτη η συλλογη, αλλα και η καταιγιστικη λάμψη που εκπέμπει, είναι τέτοιας έντασης, διάρκειας και δυναμικης που δεν τ’ αντέχει η αθώα ματια-μας ή η αμάθητη πλάτη-μας, με κίνδυνο να λυγίσουμε κάτω απο το ασήκωτο βάρος-τους. Επομένως, αυτη τη δαιδαλώδη και έμφορτη απο πνευματικη λάβα ποίηση, με νύγμα υπερρεαλισμου, για να τη νιώσει και να την απολαύσει κάποιος, πρέπει να τη διαβάζει αποσπασματικα και κατα διαστήματα, αρκετα πρωί και με απώλητη ησυχία, κατα προτίμηση σε μία «παραλία πανέρημη, γεμάτη μαύρα βότσαλα», όπως θα έλεγε και ο Οδ. Ελύτης.

Κατ’ εμένα, αυτη η δουλεια του Γ. Καλοζώη (αλλα και οι αμέσως προηγούμενες) συνιστα μια ιδιαίτερη πρόταση ποιητικης γραφης που δεν μπορεις να την κατατάξεις με ευκολία ή απερίσκεπτα σε κάποια λογοτεχνικη σχολη, κατηγορία ή ομάδα. Με άλλα λόγια, δεν είναι εύκολο να διαγνώσεις και να καταγράψεις με σιγουρια τον γεννητικο κώδικα αυτης της δαιμονικης γραφης. Υπο αυτο το πρίσμα είναι μια σύνθετη και ιδιόμορφη (ποιητικα και αισθητικα) γραφη που λες και είναι κομμένη απο ένα σπάνιο μέταλλο που μόνο ο Γ. Καλοζώης το έχει στην κατοχη και διάθεσή-του! Κανένας άλλος!

Χαρακτήρισα την ποίηση του Γ. Καλοζώη «δαιδαλώδη», και έτσι πιστεύω ότι είναι! Γιατι, κρατώντας στα χέρια-μου τη συλλογη-του, αντιλήφθηκα με δέος πως ήταν ωσάν να είχα στα χέρια-μου τα εμπνευσμένα αρχιτεκτονικα σχέδια με την κάτοψη ενος πολυσύνθετου κτιριακου συγκροτήματος, που εκτεινόταν σε πέραν των 82 σελίδων! Δεν θα διστάσω, χαριτολογώντας, να παρομοιάσω αυτο το κτιριακο συγκρότημα με τον μυθικο Λαβύρινθο που κατασκεύασε στην Κνωσσο ο Βασιλιας της Κρήτης Μίνωας.

Το δαιδαλώδες, εξάλλου, που διακρίνει γενικα την ποίηση του Γ. Καλοζώη, ενισχύεται και απο το γεγονος ότι ο ποιητης δεν χρησιμοποιει σημεία στίξης στα ποιήματά-του, με επακόλουθο ο αναγνώστης να συναντα μέσα στις σελίδες του καινούργιου βιβλίου-του ποιήματα που αποτελούνται απο 140 στίχους, ίσως και περισσότερους, και σ’ αυτα να μην υπάρχει ούτε ένα κόμμα, ούτε μία άνω τελεία αλλα ούτε και μία τελεία! Αυτοι οι στίχοι, που ξεχωρίζουν για την αφύσικη και ασύλληπτη ομορφια-τους, άλλοτε είναι βατοι και ευκολονόητοι και άλλοτε τραχεις και δύσκαμπτοι, γεμάτοι γρίφους, μυστήριο και μαγεία! Μία μαγεία που τ’ ανθρώπινα μέτρα και κριτήρια παρουσιάζονται ανεπαρκη στο να την προσδιορίσουν και να την περιγράψουν.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Ανδρέας Μαλόρης, «Κβαντομηχανική», εκδ. Μανδραγόρας, 2019 (γράφει ο Χρήστος Μαυρής)

Σημαντικό κέρδος για την ελληνική ποίηση η νέα συλλογή του Α. Μαλόρη που τιτλοφορείται Κβαντομηχανική

 

 

Ο Ανδρέας Μαλόρης, στην τελευταία ποιητική συλλογή του που τιτλοφορείται Κβαντομηχανική (λέξη κατ’ εμένα αντιποιητική), που εκδόθηκε από τις εκδόσεις ΄΄Μανδραγόρας΄΄, αρχές του 2019, μέσα από μία λεπτή ειρωνική ποιητική γλώσσα-γλώσσα που θυμίζει την περιβόητη Σωκρατική ειρωνεία-θέλει να μας υποδείξει πως, πέραν από τον κόσμο μας, υπάρχουν και άλλοι κόσμοι, εξίσου ενδιαφέροντες.

Ακόμη, θέλει να μας υπενθυμίσει πως η ανθρώπινη ζωή έχει ημερομηνία λήξης και πως αναπόφευκτα, αργή ή γρήγορα, θα έλθει όλων το τέλος μας. Μας υπενθυμίζει επιπλέον πως το αμετάκλητο αυτό τέλος δεν μπορεί να το ανακόψει ή να το αποτρέψει καμία επιστήμη, καμία θεωρία, καμία τεχνολογία. Κατά βάθος, θέλει να μάς κάνει να συνειδητοποιήσουμε πως όση πρόοδο και αν έφεραν στον πλανήτη μας, ειδικά στην ανθρώπινη κοινωνία, οι επιστήμες, οι θεωρίες και η τεχνολογία, αλλά και όση ευημερία και καλοζωία προσπόρισαν στον άνθρωπο (και αυτό δεν μπορεί να το αμφισβητήσει κανείς), σε τελική ανάλυση, και σε ό,τι αφορά την επέκταση κυρίως του ανθρώπινου βιολογικού ορίου, τίποτα το θεαματικό δεν έχει επιτευχθεί, με αποτέλεσμα το προσδόκιμο της ζωής μας να διαγράφει τον κύκλο του μέσα σε μερικές μόνο δεκαετίες.

Πιο απλά: Δεν έχουν κατορθώσει ν’ απαλλάξουν τον άνθρωπο από το εφιαλτικό τέλος-του για να τον καταστήσουν άτρωτο και αθάνατο. Επομένως το προπατορικό αμάρτημα θα μάς βαραίνει και θα μάς ακολουθεί παντού και πάντοτε.

Δεν είναι δύσκολο, λοιπόν, ν’ αντιληφθούμε ό,τι ο τίτλος Κβαντομηχανική, της καινούργιας συλλογής του Ανδρέα Μαλόρη, περικλείει και μεταφέρει μέσα του μόνο τη λεπτή ειρωνεία του για όλα όσα έχω περιγράψει μόλις πιο πάνω. Τίποτε άλλο δεν προσδίδει ο τίτλος στη συλλογή και γενικά στην ποίησή του.

Ουσιαστικά, ο Α. Μαλόρης με τη νέα συλλογή του, επεδίωξε με ποιητικό τρόπο να εισαγάγει τους αναγνώστες-του, έστω και στα πεταχτά, στις θεωρίες του μεγάκοσμου και μικρόκοσμου της ύλης, αφήνοντάς-τους να προβληματιστούν, να βασανιστούν και στο τέλος να εξαγάγουν οι ίδιοι τα συμπεράσματά τους. Με άλλα λόγια, τους περιάγει και τους προτρέπει να στοχαστούν πάνω στο φαινόμενο των βεβαιοτήτων που πρεσβεύει η θεωρία της Σχετικότητας, δηλαδή η θεωρία για τον μεγάκοσμο, αλλά να στοχασθούν και πάνω στο φαινόμενο των πιθανοτήτων που πρεσβεύει η θεωρία της Κβαντομηχανικής, δηλαδή η θεωρία για τον μικρόκοσμο της ύλης, με όλα τα συνεπακόλουθά τους.

Εκ προοιμίου, οφείλω ν’ αναφέρω πως ο Α. Μαλόρης στην εν λόγω συλλογή του κατόρθωσε το ακατόρθωτο! Γιατί, παρόλο, που ενεπλάκη με δύσκολα θέματα, με δυσερμήνευτες θεωρίες και με πυκνές έννοιες, κατόρθωσε (αφορμώμενος από αυτές) να δημιουργήσει μία ποιοτική ποίηση, χωρίς αυτή να έχει υπονομευθεί ή να έχει καλυφθεί κάτω από το σκληρό πέπλο αυτών των θεωριών. Εν ολίγοις, κατόρθωσε ν’ αναδείξει την ποιητική τέχνη μέσα από το βασίλειο της επιστήμης και να τη θέσει πάνω από αυτή, σε περίοπτη θέση! Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Η γενική θεωρία της Σχετικότητας, όπως είναι γνωστό, δεσπόζει και ερμηνεύει πλήρως τον μεγάκοσμο. Πριν από λίγες δεκαετίες όμως, άρχισε να διαμορφώνεται και μία άλλη θαυμαστή θεωρία, η οποία επιχειρεί να περιγράψει και να υποτάξει το μικρόκοσμο της ύλης. Είναι η Κβαντική Μηχανική.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Σίμος Ανδρονίδης, «Δοκίμια», 2018

Τούμας Τρανστρέμερ: ‘Αυτό που θέλω να πω…’

«Μπήκα στο αυτοκίνητο και επέστρεψα σπίτι διαπερασμένος από
το καλοκαιριάτικο φως της μέρας τη βροχή και τη γαλήνη διαπερασμένος από το φεγγάρι»
(Τούμας Τρανστρέμερ, ‘Από τον Ιούλιο του 90’)

`

O Σουηδός ποιητής Τούμας Τρανστρέμερ (βραβείο Νομπέλ λογοτεχνίας-2011), στην ποιητική συλλογή που φέρει τον ιδιαίτερο τίτλο ‘Πένθιμη Γόνδολα’, «επικοινωνεί» με τις θραυσματικές του μνήμες, τη ζωή των παρόντων αλλά και των απόντων, αρθρώνει τη λέξη (η λέξη ως ποίηση) για να προσεγγίσει ό,τι τον περιβάλλει,
συγκροτεί μία εικόνα (ή εικόνες) «πειθήνια», «αυτόνομη» και «αυτάρκη», συγκροτεί το μη-κανονιστικά-‘λογικά’ ειπωμένο και το «κανονιστικά» μη ανείπωτο, αυτό που εκφεύγει εντός του πεδίου της ποίησης. Σε κάθε ποίημα της ποιητικής συλλογής λειτουργεί η ανάγκη της έκφρασης, της «πυκνής» αφήγησης[1], της απεύθυνσης των λέξεων, της αλληλουχίας διαφοράς-ταύτισης, της προβολής του χρόνου ως καθαυτό έννοια της ποίησης, σχετικής & μη-σχετικής, έννοιας που συναρθρώνεται με διάτρητες αποτυπώσεις, αφηγήσεις, «φωνές» των υποκειμένων. Η υποκειμενικότητα της ‘Πένθιμης Γόνδολας’ συντίθεται από τις στιγμές της χρονικής της ‘αποκάλυψης’ (η ποίηση ως ιδιαίτερος χρόνος), από την επανεγγραφή των ωσμώσεων, των κινήσεων, από την πρόσδεση του εαυτού με την ποίηση, από την επανεγγραφή τρόπου προσέγγισης & ανά-δόμησης του γίγνεσθαι. Και αυτός ο τρόπος δεν μπορεί παρά να είναι ποιητικός, δηλαδή «διάτρητος» από επιθυμίες, στοιχίσεις, αναβολές.

Το πρώτο ποίημα της ποιητικής συλλογής φέρει τον τίτλο ‘Απρίλιος και Σιωπή’. Από αυτό το ποίημα εκκινεί η διαδικασία της αφήγησης, της «ροής» που δύναται να «κατακερματιστεί» και να «κατακερματίσει». Και αυτό που «θρυμματίζει» το αναπαράγει τραυματικά, πολύσημα και βιωματικά, το λαμβάνει πίσω ως έγκληση, ως μήνυμα
και ως «σαρκικότητα». Ο ποιητής Τούμας Τρανστρέμερ εκφράζεται και «μιλά» ποιητικά με τη «φωνή» τη δική του & των άλλων, «μιλά» για να ακουστεί το ενύπαρκτο, το πρωταρχικό και το έσχατο ταυτόχρονα, που είναι η μνήμη, η δική του και του κόσμου. «Η άνοιξη έρημη.  Το χαντάκι, γεμάτο βελούδινο σκοτάδι σέρνεται δίπλα μου δίχως κατοπτρισμούς. Το μόνο που φέγγει είναι τα κίτρινα λουλούδια. Με κουβαλά η σκιά μου όπως μια μαύρη θήκη κουβαλά το βιολί της. Το μόνο που θέλω να πω αστράφτει απρόσιτο σαν τ’ ασημικά στο ενεχυροδανειστήριο».[2] Όλα βρίσκονται εδώ για τον ποιητή. Εντός πεδίου, εντός χρόνου, εντός μίας συμβατικότητας που μεταβάλλεται, αλλάζει: «Η άνοιξη έρημη», γράφει. Η ποιητική αλληγορία σχετίζεται με την αντιθετικότητα. «Η άνοιξη έρημη», «γυμνή», όπως τα σώματα και οι μνήμες, οι ορέξεις και οι προσφυγές.. Σε ένα πεδίο χρονικής όσο και χωρικής «άρσης» ο ποιητής βλέπει τον εαυτό του, «κουβαλά» και προστρέχει στις «φωνές» των άλλων (αφήγηση συγκρότησης-δόμησης), στη δική του «οικειότητα» της «σκιάς» ως άλλου «σώματος», «σάρκας» ιδιαίτερης, διάστικτης από προβολές, εντάσεις, σιωπές & παύσεις. Η «σκιά» δεν συνιστά έναν άλλο εαυτό, αλλά μία μνήμη δύσκολη, που «αποβάλει» ή «ορθώνει» τύχη. Μία «σκιά», μια εγκλητική λέξη της ποίησης, που ακούγεται με έναν τρόπο «υποκειμενοποίησης» της ποίησης για να γίνει δικαιολόγηση (και «βύθιση») του βίου, άνοιγμα στον πυρήνα της ύπαρξης, σε αυτό που λέγεται και σε αυτό που μένει μετέωρο, ‘χασματικό’. Αυτό που θέλει να πει «αστράφτει απρόσιτο σαν τ’ ασημικά στο ενεχυροδανειστήριο». Σύνθετα, πολύπλοκα, σχεδόν με έναν τόνο εγκλητικό, παραμένει «οικείο» στον πυρήνα του, «απρόσιτο» στη σύλληψη του.

Διαβάστε περισσότερα