Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Σπύρος Αραβανής, «Στην άκρη της σκαλωσιάς»

Κατά τη διάρκεια της πρόσφατης πυρκαγιάς η οποία τραυμάτισε βαριά την Παναγία των Παρισίων, ο πρόεδρος της Γαλλίας, Εμμανουέλ Μακρόν, απήυθυνε ανοικτή πρόσκληση «στα μεγαλύτερα ταλέντα» εντός και «πολύ πέραν των συνόρων μας» ώστε να συνδράμουν στην ανοικοδόμησή της. Σαν να άκουσα τότε να αναπηδά από τους στίχους, εκείνος ο εργάτης που διαβάζει, στα 1935 -στο ομώνυμο ποίημα του Μπρεχτ– και με όλη τη δύναμη που έχει απομείνει στα σκονισμένα του πνευμόνια να ξαναρωτά κραυγάζοντας: «Ποιος έχτισε τη Θήβα την εφτάπυλη; / Στα βιβλία δεν βρίσκεις παρά των βασιλιάδων τα ονόματα./ Οι βασιλιάδες κουβάλησαν τ’ αγκωνάρια; / Και τη χιλιοκαταστραμμένη Βαβυλώνα/ ποιος την ξανάχτισε τόσες φορές;». Είχε και πάλι δίκιο. Αλλά ποιος τον ακούει;

Ο φιλελευθερισμός συνεχίζει να αγωνιά για τα ταλέντα και η Ιστορία για τους επωνύμους και τα θαύματά τους.  Όπως για αυτό, το «όγδοο θαύμα του κόσμου», όπως βιάστηκε τότε, στα 1931, να χαρακτηρίσει ο αμερικανικός Τύπος το Empire State Building, ο υψηλότερος ουρανοξύστης του κόσμου, τουλάχιστον για σαράντα χρόνια.  Μέσα σε έναν μόλις χρόνο και σαράντα πέντε μέρες, έστεκε αγέρωχο, στα 1.250 πόδια, στον ουρανό της Νέας Υόρκης, στη διασταύρωση της 5ης Λεωφόρου, νο. 350, και της 34ης δυτικής οδού. Μόνο που για να φτάσει εκεί ψηλά, χρειάστηκαν και χέρια. Πολλά χέρια. Τρεις χιλιάδες και πλέον εργάτες δούλευαν καθημερινά στο εργοτάξιο ψηλώνοντας ολοένα και περισσότερο το κτήριο, ώστε να απομακρυνθεί τάχιστα από το κραχ του 1929…Ένα νέο αμερικανικό όνειρο ορθωνόταν προσπαθώντας να ξορκίσει με 10 εκατομμύρια τούβλα, 200.000 κυβικά μέτρα πέτρας  και 27 μίλια γραμμών σιδηροδρόμου τα εκατομμύρια των χρηματιστηριακών μετοχών που βουτούσαν σε αχαρτογράφητα νερά.  Και όσο αυτό απογειωνόταν, τόσο οι μεταλλεργάτες χαλυβουργοί αιωρούνταν σε μεγαλύτερο κενό παίζοντας με τον θάνατο. Αλλά και με τον φακό των φωτογράφων.

Η ποιητική της εικόνας που διασώθηκε, αριθμεί δεκάδες λήψεις οι οποίες στην εποχή των drones και του Photoshop φαντάζουν μυθικές ή οφθαλμαπάτες. Είναι όμως πέρα ως πέρα αληθινές. Όπως και ο τρόμος των χιλιάδων αυτών εργατών, όχι τόσο για τον κίνδυνο στον οποίο έθεταν τη σωματική τους ακεραιότητα –έχει ειπωθεί άλλωστε ότι «το χτίσιμο των ουρανοξύστων είναι εν καιρώ ειρήνης ό, τι πιο κοντινό στον πόλεμο» υπολογίζοντας  ένα θάνατο για κάθε εκατομμύριο της επένδυσης- αλλά για το «μετά». Ποιο μετά; Αυτό που ήρθε έπειτα από την ανοικοδόμηση του Empire, όταν το 25% των εργατών έμεινε άνεργο, καθώς κάθε οικοδομική δραστηριότητα, ειδικά ψηλών κτηρίων, σταμάτησε σχεδόν ολοκληρωτικά.

Ο σιδεράς της φωτογραφίας κάθεται στο χείλος της σκαλωσιάς προσηλωμένος στον μόχθο του, «συναρμόττων  πειθοῖ τε καὶ ἀνάγκῃ», όπως έλεγε και ο Σωκράτης στην πλατωνική «Πολιτεία», όχι όμως τους πολίτες, αλλά τις μεγάλες βίδες. Η σοβαρότητα και νηφαλιότητα του προσώπου του, το σμίξιμο των φρυδιών, η σταθερότητα της κίνησής του και το μεσόκοπο της ηλικίας του, με παρέπεμψαν, από την πρώτη στιγμή που αντίκρισα τη φωτογραφία, στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη κι ας έχει ο τελευταίος τα χέρια του πλεγμένα, όπως τον απαθανάτισε ο Παύλος Νιρβάνας στη Δεξαμενή.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Anna Burns, «Ο Γαλατάς», (Μετάφραση: Μαρία Αγγελίδου), εκδ. Gutenberg, 2019

Η μέρα ποὺ ὁ Τάδε ΜακΤάδε μοῦ ᾽χωσε τὸ πιστόλι στὸ στῆθος καὶ μὲ εἶπε παλιοκόριτσο καὶ ϕοβέρισε ὅτι θὰ μοῦ τὴν ἀνάψει, ἦταν ἡ ἴδια μέρα ποὺ σκοτώθηκε ὁ γαλατάς. Τὸν εἶχε πυροβολήσει κάποια ἀπὸ τὶς στρατιωτικὲς περιπόλους κι ἐμένα καθόλου δὲν μ᾽εἶχε πειράξει ποὺ εἶχαν πυροβολήσει αὐτὸν τὸν ἄντρα. ῎αλλους ὅμως τοὺς πείραξε· καὶ κάποιοι ἀπ ᾽αὐτοὺς μὲ ἤξεραν, δὲν γνωριζόμασταν ἀλλὰ μὲ «εἶχαν ἀκουστὰ» ὅπως λέμε – μπορεῖ νὰ μὴ μὲ ἤξεραν ἐμένα, δηλαδή, ἀλλὰ ἤξεραν γιὰ μένα, ἤξεραν γιὰ μένα ἐπειδὴ μιλοῦσε ὁ κόσμος γιὰ μένα, κυκλοϕορούσανε λόγια γιὰ μένα, λόγια ποὺ τά ᾽χανε ἀρχίσει αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, ἢ μᾶλλον ὁ πρῶτος γαμπρός, πὼς εἶχα νταραβέρι μ᾽αὐτὸν τὸν γαλατὰ κι ὅτι ἐγὼ ἤμουνα δεκαοχτὼ κι αὐτὸς σαράντα ἕνα. ῎ηξερα πόσων χρονῶν ἦταν, ὄχι ἐπειδὴ τὸν πυροβόλησαν κι ἐπειδὴ τὴν εἶπαν τὴν ἡλικία του στὶς εἰδήσεις, ἀλλὰ ἐπειδὴ εἶχε γίνει κουβέντα γι᾽αὐτὸ καὶ νωρίτερα, μῆνες πρὶν τὸν σκοτώσουν, τὸ λέγανε αὐτο. Δικό μου ἦταν τὸ λάθος, ϕαίνεται, δικό μου τὸ ϕταίξιμο γι᾽αὐτὸ τὸ νταραβέρι μὲ τὸν γαλατά. ᾽αλλὰ δὲν εἶχα νταραβέρι μὲ τὸν γαλατά. Δὲν μοῦ ἄρεσε ὁ γαλατὰς κι εἶχα ϕοβηθεῖ κι εἶχα ταραχτεῖ ποὺ μοῦ κολλοῦσε καὶ μὲ κυνήγαγε νὰ ξεκινήσει νταραβέρι μαζί μου. Οὔτε ὁ πρῶτος γαμπρὸς μοῦ ἄρεσε. ῏ηταν ψυχαναγκαστικὸς κι ἔβγαζε ἀπὸ τὸ μυαλό του διάϕορα γιὰ τὰ ἐρωτικὰ τῶν ἄλλων. Γιὰ τὰ δικά μου ἐρωτικά. ῞Οταν ἤμουνα μικρή, ὅταν ἤμουνα δώδεκα, ὅταν ἐμϕανίστηκε στὸ πλευρὸ τῆς μεγαλύτερης ἀδερϕῆς μου, τότε ποὺ ἐκείνη τὰ χάλασε μὲ τὸν μόνιμο δεσμό της ἐπειδὴ τὸν ἔπιασε νὰ τὴν ἀπατάει, αὐτὸς ὁ καινούργιος ἄντρας τὴν ἄϕησε ἔγκυο καὶ παντρεύτηκαν στὸ ἅψε σβῆσε. ῎Εκανε λοιπὸν διάϕορα πονηρὰ σχόλια γιὰ μένα ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ποὺ μὲ συνάντησε –γιὰ τὴν παραξενιά μου, τὴν ἀλογοουρά μου, τὸ πραματάκι μου, τὸ παραξενάκι μου, τὸ κουτάκι μου, τὸ βαζάκι μου, τὴν ἀναποδιά μου, τὰ κρυϕά μου– καὶ χρησιμοποιοῦσε λέξεις, λέξεις μ᾽ἐρωτικὸ νόημα, ποὺ δὲν τὶς καταλάβαινα. ῎ηξερε ὅτι δὲν τὶς καταλάβαινα· ἤξερε ὅμως ὅτι καταλάβαινα ἀρκετὰ ὥστε νὰ πιάνω πὼς ἦταν ἐρωτικές. Κι αὐτὸ τὸν εὐχαριστοῦσε. Τριάντα πέντε ἦταν. Δώδεκα μὲ τριάντα πέντε. Κι αὐτὰ εἴκοσι τρία χρόνια διαϕορά. ῎

Εκανε λοιπὸν τὰ σχόλιά του κι ἔνιωθε πὼς εἶχε κάθε δικαίωμα νὰ κάνει τὰ σχόλιά του κι ἐγὼ δὲν ἔλεγα τίποτα, ἐπειδὴ δὲν ἤξερα πῶς νὰ ϕερθῶ σ ᾽αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο. Δὲν ἔκανε ποτὲ τὰ σχόλιά του ὅταν ἦταν μπροστὰ ἡ ἀδερϕή μου. Πάντα ὅταν ἔβγαινε ἐκείνη ἀπὸ τὸ δωμάτιο, σὰν νὰ τοῦ πάταγες ἕνα διακόπτη μέσα του. ῾υπῆρχε κάτι θετικὸ πάντως: ἡ ϕυσική του παρουσία δὲν μοῦ προκαλοῦσε ϕόβο. Τὶς μέρες ἐκεῖνες, σ ᾽ἐκεῖνο τὸ μέρος, ἡ βία ἦταν τὸ μέτρο ὅλων γιὰ νὰ κρίνουν τοὺς γύρω τους καὶ τό ᾽βλεπα μὲ τὴν πρώτη ματιὰ ὅτι αὐτὸ δὲν τό ᾽χε, δὲν εἶχα νὰ ϕοβηθῶ τίποτα τέτοιο ἀπὸ τοῦ λόγου του. Παρ᾽ὅλ᾽αὐτά, ἡ ἁρπακτική του ϕύση μ᾽ἔκανε κάθε ϕορὰ νὰ παγώνω. ῞Ενα σίχαμα ἦταν, κι ἡ ἀδερϕή μου εἶχε τὰ χάλια της, ἔγκυος κι ἀκόμα ἐρωτοχτυπημένη μὲ τὸν μόνιμο δεσμό της, δὲν μποροῦσε νὰ τὸ πιστέψει πὼς τῆς εἶχε κάνει τέτοιο χουνέρι, δὲν μποροῦσε νὰ τὸ χωρέσει τὸ μυαλό της πὼς εἶχε πάψει νὰ τὴ θέλει, γιατὶ αὐτὸ εἶχε συμβεῖ. Τώρα νταραβεριζότανε μὲ ἄλλη. ῾η ἴδια λοιπὸν τὸν ἄντρα δίπλα της δὲν τὸν ἔβλεπε, τὸν μεγαλύτερο ἄντρα ποὺ εἶχε παντρευτεῖ· ἀλλὰ ἦταν ἀκόμα πολὺ νέα καὶ πολὺ δυστυχισμένη καὶ πολὺ ἐρωτευμένη –ἁπλὰ ὄχι μ᾽αὐτόν, μὲ κάποιον ἄλλο– γιὰ νὰ μπορέσει νὰ τὰ βγάλει πέρα μαζί του. σταμάτησα νὰ πηγαίνω σπίτι της, κι ἂς στενοχωριόταν, ἐπειδὴ δὲν ἄντεχα τὰ λόγια του καὶ τὸ ὕϕος του. ῞Εξι χρόνια στὴ σειρὰ δὲν σταμάτησε νὰ κολλάει σ ᾽ἐμένα καὶ στὶς ἄλλες μεγάλες μου ἀδερϕές, κι ἐμεῖς οἱ τρεῖς –εὐθέως, πλαγίως, εὐγενικά, ἄγρια– νὰ τὸν διώχνουμε, καὶ τὸν ἕκτο χρόνο ἐμϕανίστηκε ἀπ ᾽τὸ πουθενὰ ὁ γαλατάς, ἔκανε τὴν ἐμϕάνισή του στὴ σκηνή, ἀκάλεστος κι αὐτός, ἀλλὰ πολὺ πιὸ τρομακτικός, πολὺ πιὸ ἐπικίνδυνος. Δὲν ἤξερα τίνος γαλατὰς ἦταν. Δικός μας δὲν ἦταν. Δὲν ἔπαιρνε παραγγελίες γιὰ γάλα. Δὲν εἶχε γάλα. Δὲν πήγαινε γάλα στὰ σπίτια. Δὲν ὁδηγοῦσε ϕορτηγάκι ϕορτωμένο γάλα. ῾Οδηγοῦσε αὐτοκίνητα, διάϕορα αὐτοκίνητα, συχνὰ ϕανταχτερὰ αὐτοκίνητα, ἂν καὶ ὁ ἴδιος στὸ παρουσιαστικό του δὲν ἦταν ἔτσι. Γι᾽αὐτὸ κι ἐγὼ δὲν τὸν πρόσεξα παρὰ μόνον ὅταν ἄρχισε νὰ σταματάει μπροστά μου μ᾽αὐτὰ τ ᾽αὐτοκίνητα.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Δημήτρης Ποταμίτης. «Ανεπίδοτη επιστολή στον Μάνο Χατζιδάκι», περ. Διαβάζω, 1996

Σήμερα συμπληρώνονται 25 χρόνια από το θάνατο του Μάνου Χατζιδάκι

 

Ανεπίδοτη επιστολή στον Μάνο Χατζιδάκι
(Μα που ο παραλήπτης την γνωρίζει καλά)

«Αν θες να είσαι αντικειμενικός, φρόντισε να ‘σαι απόλυτα προσωπικός», μου έλεγες κάποτε. Αυτό θα προσπαθήσω σ’ αυτό το γράμμα, γιατί όλα τ’ άλλα είναι ανόητες νεκρολογίες και δεν μας ταιριάζουν.

Αγαπητέ Μάνο,
Θυμάσαι πως γνωριστήκαμε; Σπούδαζα τότε, στα μέσα της δεκαετίας του ’60, στη σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Σ’ αυτή τη φάση και σ’ αυτή την ηλικία γνωριστήκαμε. Γύρναγα από ένα εστιατόριο, γύρω στις 11 το βράδυ, διέσχιζα την Μιχαλακοπούλου που η μισή ήταν δρόμος και η άλλη μισή ρέμα που το είχανε στερέψει, γεμάτο χαμόσπιτα και παράγκες, όταν σε είδα, έξω ακριβώς από το κατώφλι του σπιτιού μου. Ανοίγω την πόρτα, μπαίνω μέσα. Απότομα πάλι γυρνάω, ξαναβγαίνω. Σε πρόλαβα.

«Είστε ο κ. Χατζιδάκις;». Χαμογέλασες σαν παιδί. «Θέλω να σας χαρίσω ένα βιβλίο, αγαπώ πολύ τη μουσική σας. Να, εδώ μένω, θέλετε να ανεβείτε για λίγο;». «Να ανέβω!». Ανεβήκαμε στο εργένικο φοιτητικό δωμάτιο. Σου έδωσα το βιβλίο. Δεν ξέρω πώς, κουβέντα την κουβέντα, ξημερωθήκαμε. Ένιωσα σαν να σε ήξερα από μιάν άλλη ζωή. Η πώς ήμουν με τον καλύτερο παιδικό μου φίλο. Πολύ αργότερα συνειδητοποίησα πόσο επικίνδυνο ήταν αυτά πού έκανα. Όχι για σένα, γιατί τάχα κινδύνευες να κατηγορηθείς άλλη μια φορά ότι συγχρωτίζεσαι με νεαρούς, κάτι πού η αστική νεοελληνική διαστροφικότητα το θεωρούσε τότε -ίσως και σήμερα- αμάρτημα. Ο κίνδυνος ήταν άλλου: Να με πέρναγες εσύ, Μάνο, για προβοκάτορα της αστικής διαστροφικότητας. Να υποθέσεις ότι άλλος ένας νέος, ανάμεσα στους εκατοντάδες πού σε πολιορκούσαν από σκοπού – γιατί αυτοί σε πολιορκούσαν, όχι εσύ – ήμουνα κι εγώ. Κι όμως, εγώ δεν είχα κανένα σκοπό. Απλά, ακούγοντας τη μουσική σου πριν σε γνωρίσω, ακούγοντας τα λόγια σου αφού σε γνώρισα, ένιωθα πως το κατά Πλάτωνα αρχέτυπο και πρότυπό μου, θα ‘πρεπε να ‘σουνα εσύ. Βλέπεις, μου έλειψε εμένα ο πατέρας φίλος, κι ο σοφός μουσικός μου ταίριαζε απόλυτα . Όμως το πράγμα ήταν πολύ πιο πέρα από μια τέτοια φροϋδική εξήγηση.

Το ξέρω, στις αρχές της γνωριμίας μας δεν είχα κερδίσει τη φιλία σου, αλλά μόνο τη συμπάθειά σου. Θυμάμαι, σ’ ένα γράμμα σου, μου έγραφες: «Μια αληθινή σχέση μπορεί να ‘ναι είτε έρωτας, είτε σοφία». Η δική μας σχέση, έτσι και αλλιώς, δεν ήταν έρωτας. Λεν μπορούσε όμως , τότε, να ήταν ούτε σοφία. Ευτυχώς που υπήρχε και η γοητεία και μας κράτησε κοντά. Μερικά χρόνια αργότερα, η σχέση μας έγινε σοφία. Όμως όλα αυτά τα χρόνια, τόσο τα χρόνια της συμπάθειας και της γοητείας, όσο και τα χρόνια της σοφίας και της φιλίας, εγώ έδινα τον αγώνα για να σε κερδίσω. Ρουφούσα ως στυπόχαρτο τη σκέψη σου, την ηθική της αισθητικής και την αισθητική της ηθικής σου, μεγάλε Έλληνα. Ατέλειωτες νύχτες στον «Μαγεμένο Αυλό», γνώριζα την μαγεία της πιο αιρετικής σκέψης πού έζησαν οι μετά-σωκρατικοί αιώνες.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Jean-Paul Sartre, «Ο εγκαταλειμμένος άνθρωπος» [1946] (μτφρ: Κωστας Σταματίου)

Ο άνθρωπος είναι «εγκαταλειμμένος», αφημένος στη δική του πρωτοβουλία. Για να σας δώσω ένα παράδειγμα, που θα σας επιτρέψει να καταλάβετε καλύτερα την «εγκατάλειψη» θ’ αναφέρω την περίπτωση ενός απ’ τους μαθητές μου, που ήρθε να με βρει κάτω από τις ακόλουθες συνθήκες. Ο πατέρας του είχε τσακωθεί με τη μητέρα του και μάλιστα έδειχνε πως είχε κλίση να γίνει συνεργάτης των Γερμανών· ο μεγαλύτερος αδελφός του είχε σκοτωθεί στη γερμανική επίθεση του 1940 κι αυτός ο νέος, με κάπως πρωτόγονα συναισθήματα αλλά και περίσσια γενναιοψυχία, επιθυμούσε να εκδικηθεί το θάνατό του. Η μητέρα του ζούσε μαζί του, πολύ στενοχωρημένη από την ημι-προδοσία του πατέρα του και τον χαμό του πρωτότοκου γιου της, και δεν έβρισκε παρηγοριά παρά σ’ αυτόν τον μικρότερο.

 

Ένα παράδειγμα

Τη στιγμή εκείνη, λοιπόν, ο νεαρός έπρεπε να διαλέξει: ή να φύγει στην Αγγλία και να προσχωρήσει στις Ελεύθερες Γαλλικές Δυνάμεις —δηλαδή να εγκαταλείψει τη μητέρα του— ή να παραμείνει κοντά στη μητέρα του και να τη βοηθήσει να ζήσει. Είχε απόλυτα συνειδητοποιήσει πως αυτή η γυναίκα δεν ζούσε παρά χάρη στην παρουσία του και πως η εξαφάνισή του —και ίσιος ο θάνατός του— θα την εβύθιζαν στην απελπισία. Ήξερε ακόμα πως στο βάθος, συγκεκριμένα, κάθε πράξη που έκανε απέναντι στη μητέρα του είχε το αντίκρυσμά της, με την έννοια πως την βοηθούσε να ζήσει, ενώ κάθε πράξη που θα έκανε για να φύγει και να πολεμήσει ήταν διφορούμενη, αμφίβολης αποτελεσματικότητας, μπορούσε κάλλιστα να χαθεί στις άμμους και να μη χρησιμέψει σε τίποτα.

Για παράδειγμα: φεύγοντας για την Αγγλία, μπορούσε να συλληφθεί και να κλειστεί επ’ αόριστο σ’ ένα ισπανικό στρατόπεδο, καθώς θα περνούσε απ’ την Ισπανία· μπορούσε πάλι να φτάσει κάποτε στην Αγγλία ή στο Αλγέρι κι εκεί να τον ρίξουν σε κανένα γραφείο να μουντζουρώνει χαρτιά.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Άντον Τσέχωφ, «Η αγάπη και 32 άλλα διηγήματα», [μτφρ. Β. Ντινόπουλος], εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1999

O Παχύς και ο Αδύνατος, 1883

 

Στο σιδηροδρομικό σταθμό του τσάρου Νικολάου συναντήθηκαν δυο φίλοι. Ένας παχύς κι ένας αδύνατος. O Παχύς μόλις είχε γευματίσει στο σταθμό, και τα χείλια του, γεμάτα λίπος, γυάλιζαν σαν γινωμένα βύσσινα. Μύριζε κρασίλα κι άρωμα. O Αδύνατος μόλις κατέβηκε από το βαγόνι, φορτωμένος με βαλίτσες, μπόγους και κιβώτια. Αναδινόταν από πάνω του μια μυρουδιά από χοιρομέρι και κατακάθια καφέ. Πίσω από τη ράχη του ξεμύτιζαν μια αδύνατη γυναίκα με μακρουλό πιγούνι, η γυναίκα του, κι ένα ψηλό γυμνασιόπαιδο με μισοκλεισμένα τα μάτια, ο γιος του.

«Πορφύρη!», αναφώνησε ο Παχύς βλέποντας τον Αδύνατο. «Εσύ; Αγαπητέ μου, αγαπητέ μου! Χρόνια και ζαμάνια!»

«Έλα Χριστέ και Παναγιά!», είπε έκπληκτος ο Αδύνατος. «Μίσια! Παιδικέ μου φίλε! Από πού έρχεσαι;»

Oι δυο φίλοι αλληλοασπάστηκαν τρεις φορές έχοντας καρφωμένα ο ένας στον άλλον τα δακρυσμένα μάτια τους. Έμειναν κι οι δυο ευχάριστα κατάπληκτοι.

«Καλέ μου φίλε!», άρχισε να λέει ο Αδύνατος μετά τον ασπασμό. «Πού να το περιμένω! Να, αυτή είναι μια έκπληξη! Κοίταξέ με λοιπόν καλά! Τι όμορφος που ήμουνα! Τι γοητευτικός και δανδής! Αχ, κι εσύ, Θεέ μου! Πώς είσαι λοιπόν; πλούσιος; παντρεμένος; Εγώ, όπως βλέπεις, παντρεύτηκα… Να, αυτή εδώ είναι η γυναίκα μου, η Λουίζα, το γένος Βάντσενμπαχ… Λουθηρανή… Κι αυτός είναι ο γιος μου, ο Ναθαναήλ, μαθητής στην τρίτη τάξη. Αποδώ, Ναθάνια, είναι ο παιδικός μου φίλος! Φοιτούσαμε μαζί στο Γυμνάσιο!»

O Ναθαναήλ σκέφτηκε λιγάκι κι έβγαλε το καπέλο.

«Στο Γυμνάσιο φοιτούσαμε μαζί!», συνέχισε ο Αδύνατος. «Θυμάσαι το παρατσούκλι που μας είχαν βγάλει; Εσένα σε φώναζαν Ηρόστρατο, επειδή έκαψες με το τσιγάρο ένα δημόσιο βιβλίο· κι εμένα Εφιάλτη, γιατί μου άρεσε να είμαι μαρτυριάρης. Χο, χο… Τι παιδιά που ήμασταν! Μη φοβάσαι, Ναθάνια! Πήγαινε κοντά του… Κι αποδώ η γυναίκα μου, το γένος Βάντσενμπαχ… Λουθηρανή».

O Ναθαναήλ σκέφτηκε λίγο και κρύφτηκε πίσω από τον πατέρα του.

«Λοιπόν, πώς περνάς φίλε;», ρώτησε ο Παχύς κοιτάζοντας με ενθουσιασμό τον φίλο του. «Υπηρετείς ακόμα; Πού;»

«Υπηρετώ, αγαπητέ μου! Έχω τον όγδοο βαθμό, κοντεύει δυο χρόνια τώρα. Πήρα και το παράσημο Στανισλάβα*. O μισθός είναι μικρός… Ε, δόξα να ‘χει ο Θεός! Η γυναίκα μου παραδίνει μαθήματα μουσικής, κι εγώ, συμπληρωματικά, φτιάχνω ξύλινες ταμπακιέρες. Πολύ καλές ταμπακιέρες! Τις πουλάω ένα ρούβλι τη μία. Αν κάποιος πάρει πάνω από δέκα, τότε, καταλαβαίνεις, του κάνω και σκόντο*. Κάπως τα καταφέρνουμε. Υπηρετούσα, ξέρεις, σ’ ένα τμήμα, αλλά τώρα πήρα μετάθεση για εδώ, ως τμηματάρχης, στον ίδιο Oργανισμό… Λοιπόν, εσύ πώς τα πας; Σίγουρα θα είσαι πια σύμβουλος; Ε;»

«Όχι, αγαπητέ μου, ανέβα πιο ψηλά», είπε ο Παχύς. «Έχω ήδη φτάσει μυστικός σύμβουλος… Έχω δυο παράσημα».

Διαβάστε περισσότερα