Thomas Mann, «Το μαγικό βουνο» (μετφρ. Θόδωρος Παρασκευόπουλος), εκδ. Μεταίχμιο, 2017
11Μαρ
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ
`
Μοιάζεις σαν να ’χεις παραλάβει κιόλας το ξίφος σου και
να γυρίζεις από τις ασκήσεις». Και κοίταξε τον εξάδελφό του από το
πλάι.
Ο Γιοάχιμ ήταν ψηλότερος και πιο ευρύστερνος από τον ίδιο,
πρότυπο της νεανικής ρώμης και σαν πλασμένος για στολή. Ο τύπος
του ήταν πολύ μελαχρινός, από εκείνους που δεν βγάζει σπάνια η
ξανθιά του πατρίδα, και η έτσι ή αλλιώς σκουρόχρωμη επιδερμίδα
του είχε γίνει σχεδόν μπρούντζινη από το κάψιμο του ήλιου. Με τα
μεγάλα μαύρα μάτια του και το μικρό σκούρο μουστάκι πάνω από το
γεμάτο, καλογραμμένο στόμα θα ήταν σχεδόν ωραίος αν δεν είχε
πεταχτά αυτιά. Ήταν ο μεγάλος του καημός και ο μοναδικός πόνος
στη ζωή του μέχρι κάποια στιγμή. Τώρα είχε άλλες έγνοιες. Ο Χανς
Κάστορπ συνέχισε:
«Θα κατέβεις μαζί μου, έτσι; Δεν βλέπω κανένα εμπόδιο».
«Μαζί σου;» ρώτησε ο εξάδελφος και έστρεψε προς το μέρος του τα
μεγάλα του μάτια, που πάντα ήταν ήρεμα, είχαν πάρει όμως σε αυτούς
τους πέντε μήνες μια κουρασμένη, σχεδόν θλιμμένη έκφραση. «Μαζί
σου, πότε;»
«Ε, να, σε τρεις βδομάδες».
«Α, μάλιστα, με το μυαλό σου βρίσκεσαι κιόλας στον γυρισμό» απάντησε ο Γιοάχιμ.
«Καλά, μη βιάζεσαι, μόλις ήρθες. Βέβαια, για μας εδώ
πάνω τρεις βδομάδες δεν είναι σχεδόν τίποτε, αλλά για σένα, που έχεις
έρθει επίσκεψη και θες έτσι κι αλλιώς να μείνεις μόνο τρεις βδομάδες,
για σένα είναι πολύς καιρός. Εγκλιματίσου πρώτα· θα δεις, δεν είναι
τόσο εύκολο. Κι άλλωστε το κλίμα δεν είναι το μόνο παράξενο εδώ σ’
εμάς. Πρόσεχε και θα δεις πολλά καινούργια πράγματα. Κι αυτά που
λες για μένα, ξέρεις, τόσο γρήγορα δεν γίνεται, “σε τρεις βδομάδες
σπίτι”. Μπορεί να ’μαι μαυρισμένος, αλλά αυτό είναι κυρίως από την
αντανάκλαση στο χιόνι και δεν σημαίνει πολλά πράγματα, όπως λέει
πάντα κι ο Μπέρενς. Στην τελευταία γενική εξέταση είπε πως έξι μήνες
ακόμα θα κρατήσει σίγουρα».
«Έξι μήνες; Είσαι τρελός;» φώναξε ο Χανς Κάστορπ. Μόλις είχαν
καθίσει στο κίτρινο καμπριολέ που τους περίμενε στη λιθόστρωτη πλατεία μπροστά στο κτίριο του σταθμού –τίποτα παραπάνω από μια καλύβα– και καθώς οι δυο καφετήδες ξεκινούσαν, ο Χανς Κάστορπ στριφογύρισε αγανακτισμένος στα σκληρά μαξιλάρια. «Έξι μήνες; Μα είσαι
κιόλας έξι μήνες εδώ πάνω! Ποιος έχει τόσο χρόνο;»
«Ναι, ο χρόνος» είπε ο Γιοάχιμ και κατένευσε κάμποσες φορές ίσια
μπροστά του, χωρίς να ασχοληθεί με την ειλικρινή αγανάκτηση του
εξαδέλφου του. «Έχουν έναν τρόπο εδώ να διαχειρίζονται τον ανθρώπινο χρόνο – είναι απίστευτο. Γι’ αυτούς τρεις βδομάδες είναι σαν μια
μέρα. Θα δεις. Θα τα μάθεις όλα» είπε και πρόσθεσε: «Εδώ πάνω
αλλάζει κανείς αντιλήψεις».









