Andrei Tarkovsky [4 Απριλίου 1932 – 29 Δεκεμβρίου 1986], «Σμιλεύοντας τον χρόνο», (μετφρ. Σεραφείμ Βελέντζας), εκδ. Νεφέλη, 1987
4Απρ
`
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ
Παρόμοια άκριβώς συναισθήματα ένιωσα δταν τελεiωσα τον Καθρέφτη. Μνήμες παιδικής ηλικίας, πού χρόνια ολόκληρα δεν με άφηναν σέ ησυχία, ξαφνικά χάθηκαν, σάν νά είχαν λιώσει, καί έπιτέλους έπαψα νά βλέπω στόν ΰπνο μου τό σπίτι όπου είχα ζήσει παλαιότερα. ‘Αρκετά χρόνια πρίν γυρίσω τήν ταινία, είχα άποφασίσει άπλώς νά γράψω σέ χαρτί τίς άναμνήσεις πού μέ βασάνιζαν σ’ εκείνο τό στάδιο δέν είχα σκεφτεί γιά ταινία. Θά έγραφα μιά νουβέλα γιά τή μετακίνηση πληθυσμών σέ καιρό πολέμου, καί ή πλοκή θά επικεντρωνόταν στόν στρατιωτικό εκπαιδευτή του σχολείου μου. Ύστερα τό θέμα μου φάνηκε ισχνό γιά νουβέλα, καί δέν τήν έγραψα ποτέ. ‘Αλλά τό περιστατικό πού μέ είχε εντυπωσιάσει δταν ήμουν παιδί, εξακολούθησε νά μέ βασανίζει καί νά είναι ζωντανό στή μνήμη μου, ως τή στιγμή πού έγινε έλασσον επεισόδιο στήν ταινία. Όταν τελείωσα τήν πρώτη έκδοχή του σεναρίου γιά τόν Καθρέφτη^ πού άρχικά είχε τίτλο “Μιά άσπρη κάτασπρη μέρα” συνειδητοποίησα δτι άπό κινηματογραφική άποψη ή σύλληψη δέν ήταν διόλου σαφής· ήταν άπλώς μιά άναπόληση, γεμάτη έλεγειακή θλίψη καί νοσταλγία γιά τά παιδικά μου χρόνια -καί δέν είχα αυτό στό νού μου.
Όλοφάνερα κάτι έλειπε άπό τό σενάριο, κι αυτό πού έλειπε ήταν κρίσιμο. Όπότε, άκόμα κι δταν πρωτομελετούσα τό σενάριο, ή ψυχή τής ταινίας δέν είχε έρθει άκόμα νά κατοικήσει τό σώμα της. Συνειδητοποιούσα έντονα τήν άνάγκη νά βρώ μιά ίδέα-κλειδί πού θά υψώσει τήν ταινία πάνω άπό τό επίπεδο τής λυρικής βιογραφίας. Τότε γράφτηκε ή δεύτερη έκδοχή του σεναρίου. Ήθελα νά παρεμβάλω στά επεισόδια τής παιδικής ηλικίας τά άποσπάσματα μιας συνέντευξης μέ τή μητέρα μου, άντιπαραθέτοντας έτσι δύο συγκριτικές άπόψεις γιά τό παρελθόν (τής μητέρας καί του άφηγητή)· οι άπόψεις αυτές θά εμφανίζονταν στό κοινό μέ τή διαπλοκή δύο διαφορετικών προβολών τού παρελθόντος στή μνήμη δυό κοντινών μεταξύ τους άνθρώπων, πού άνήκουν δμως σέ διαφορετική γενιά.
Εξακολουθώ νά πιστεύω ότι αυτή ή μέθοδος θα μας οδηγούσε σε ενδιαφέροντα, άπρόβλεπτα συμπεράσματα. Έν πάση περιπτώσει, σήμερα δέν μετανιώνω πού άναγκάστηκα νά τό εγκαταλείψω κι αυτό τό σχέδιο, τό όποιο ήταν ώστόσο πολύ άμεσο και άπλό, καί νά άντικαταστήσω όλες τις σχεδιασμένες συνεντεύξεις της μητέρας μου μέ παιγμένες σκηνές. Δέν αισθάνθηκα ποτέ ότι σμίγουν δυναμικά τά παιγμένα μέ τά ντοκιμαντερίστικα στοιχεία. Συγκρούονταν, τό ένα άπόδιωχνε τό άλλο, οπότε τό σμίξιμό τους θά ήταν φορμαλιστική, εγκεφαλική άσκηση μοντάζ: μιά πλαστή ενότητα βασισμένη σέ άφηρημένες ιδέες. Ή συμπύκνωση υλικού στά δύο αυτά στοιχεία ήταν εντελώς διαφορετική* επιπλέον, είχαν διαφορετικό χρόνο καί διαφορετικές πιέσεις: άφενός τόν άληθινό, υπαρκτό, άκριβή χρόνο τών συνεντεύξεων καί άφετέρου τό χρόνο τών άναμνήσεων του άφηγητή, αναπλασμένο μέ τό παίξιμο τών ήθοποιών. Τό σύνολο θύμιζε κάπως «Κινηματογράφο-άλήθεια» καί Ζάν Ρούς, καί δέν ήθελα διόλου νά κάνω κάτι τέτοιο. Ή μετάβαση από τόν μυθοπλαστικό, υποκειμενικό χρόνο στόν αυθεντικό χρόνο του ντοκιμαντέρ μου φάνηκε δτι δέν ειχε πειστικότητα -ήταν τεχνητή καί μονότονη όσο μιά παρτίδα πίνγκ-πόνγκ.
Διαβάστε περισσότερα








