Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αντωνία Παυλάκου,«Όρια και ρήξεις», εκδ. 24γράμματα, 2023 (γράφει Δήμητρα Ανδρινοπούλου)

Όρια και Ρήξεις (εκδ. 24γράμματα, 2023) το βιβλίο με τα 26 διηγήματα της φιλολόγου-συγγραφέως Αντωνίας Παυλάκου, το οποίο προσεγγίζω με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας, που πλησιάζει. Μαζί με τους προβληματισμούς, που η αφιερωματική ημέρα μού δημιουργεί, και σε συνδυασμό με την καθ’ ημέραν πράξη για το γυναικείο ζήτημα, το εν λόγω βιβλίο, αφενός μου ανακάλεσε προσωπικές μνήμες και δεσμούς με τη συγγραφέα του, αφετέρου συνειδητοποίησα ότι το περιεχόμενό του ταυτίζεται με την ουσία της παραπάνω ημέρας. Ταυτόχρονα συγκίνηση με διακατέχει, καθώς η συνάδελφος και συγγραφέας αποτελεί η ίδια ένα γυναικείο πρότυπο λόγω του επαγγελματισμού, του ήθους, της ευγένειας και της πολυσχιδούς προσωπικότητάς της.

Γνώρισα την Αντωνία Παυλάκου ως νεαρή φιλόλογο στο Λύκειο Κυπαρισσίας και η επιρροή της στην ευεπίφορη εφηβική μου ψυχή ήταν καταλυτική. Την ξανασυνάντησα το 2011, ώριμη πια και πάλι στην Κυπαρισσία, όταν βρισκόταν πλέον στην αρχή της συγγραφικής της πορείας, που τότε αφορούσε μόνον την κριτική λογοτεχνικών κειμένων. Το 2019 συνυπήρχαμε πλέον στο εφορευτικό συμβούλιο της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκη Καλαμάτας. Έκτοτε η επικοινωνία μας έπαψε οριστικά να έχει τη διάσταση της σχέσης δάσκαλου και μαθητή. Ισότιμα πια ανανταλλάσουμε απόψεις επί παντός… με ταύτιση απόψεων και στα γυναικεία ζητήματα.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Βαγγέλης Ραπτόπουλος, «Αθωότητα», εκδ. Κέδρος, 2025 (γράφει ο Γιάννης Δρούγος)

Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος είναι ένας από τους σημαντικότερους πεζογράφους μας, αδιάλειπτα και με συνέπεια παρών από τη δεκαετία του ’80 έως και σήμερα, ακούραστος, αεικίνητος και ανήσυχος, με το πάντοτε εντελώς προσωπικό του αφηγηματικό ύφος.

Τα έργα του -μυθιστορήματα και δοκίμια, αρκετά εξ αυτών με αυτοβιογραφικές αποχρώσεις- ξεπέρασαν τα σύνορα, μεταφράστηκαν σε άλλες γλώσσες, μεταφέρθηκαν στο θεατρικό σανίδι και στη μεγάλη οθόνη. Προκάλεσε αίσθηση με το πρώτο του βιβλίο, τη συλλογή διηγημάτων «Κομματάκια» το 1979, (μαζί με τα «Διόδια» και τα «Τζιτζίκια» συνιστούν μια άτυπη τριλογία και επανακυκλοφόρησαν σε ένα τόμο με τίτλο «Η γενιά μου»), καθιερώθηκε ως η νέα λογοτεχνική φωνή της εποχής του (ανάμεσα σε ήδη σπουδαίες φωνές) κι έκτοτε, ό,τι κι αν έγραψε και γράφει δικαίως προκαλεί συζητήσεις και κάθε του νέο βιβλίο είναι μικρή εκδοτική γιορτή.

Πολυπράγμων (πεζογράφος, σεναριογράφος, αρθρογράφος , δάσκαλος δημιουργικής γραφής), ευφάνταστος, ρομαντικός, τολμηρός, πολυγραφότατος, με μια εξονυχιστική κι ευθύβολη ματιά στον άνθρωπο, στη χώρα, στις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες, αποτύπωνε και αποτυπώνει με τρομακτική ακρίβεια το κλίμα της κάθε εποχής, την κοινωνική πραγματικότητα, τις ρωγμές και τα σκούρα σύννεφα του σύγχρονου τρόπου ζωής. Και πλάθει ήρωες αληθινούς, χαρακτήρες πέρα για πέρα οικείους, ανθρώπους της διπλανής πόρτας, που ονειρεύονται, παγιδεύονται, μελαγχολούν, που αγωνίζονται να αλλάξουν τον κόσμο γύρω τους κι εντός τους, που καίγονται στη φωτιά που οι ίδιοι άναψαν. Απίστευτα γνώριμοι, αθώοι, αυτοκαταστροφικοί, ένοχοι, σφόδρα ερωτευμένοι κι ερωτεύσιμοι, υποκείμενα και αντικείμενα πόθου, μοναχικοί, ανασφαλείς, ευάλωτοι, ιδεαλιστές, «νοικοκυραίοι» και «ανοικοκύρευτοι», παραβάτες, αποκλεισμένοι, ακροβάτες στο κενό τους, λυπημένοι, θύτες και θύματα των επιλογών και των πράξεών τους . Όλη η Ελλάδα του πρόσφατου χθες και του σήμερα στην αφηγηματική παλέτα που σταθερά τόσα χρόνια κρατά ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος και μ’ ένα αφηγηματικό βάθος την φιλοτεχνεί σε υποδειγματικά μυθοπλαστικά και μη μυθοπλαστικά έργα που μας συγκινούν και μας εξιτάρουν.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Ζωή Δικταίου, «Με παλιά βαλίτσα επιστρέφει η μνήμη»

Η ζωή της ποτέ δεν ήταν της μιας ματιάς, τής μιας ανάγνωσης, κάπου-κάπου την άφηνε να περνά κι από την άβυσσο, να βουτά στα τρίσβαθα με ψυχραιμία και να μένει ήρεμη, ν’ ανάβει το κεράκι της ψυχής από την κεροδοσιά του άλλου κόσμου κι άφηνε το χέρι τ’ αρχαγγέλου να της χτενίζει τα μαλλιά. Οι αυταπάτες και οι χίμαιρες είχαν πια διαλυθεί. Τίποτα δεν περίμενε σ’ αυτή την ηλικία που ο χρόνος κυλούσε πολύ πιο γρήγορα, κι ήταν παρήγορο το ότι είχε διατηρήσει την αγάπη για τη μουσική και τα βιβλία. Το ποίημα του Ζαχαρία Παπαντωνίου «Το κυπαρίσσι» το είχε αποστηθίσει όλη η γειτονιά. Και πόσο πολύ, αλήθεια της ταίριαζε όταν την άκουγαν να απαγγέλει:

«Εἶμα ιτὸ δέντρο ποὺἀκολουθεῖ τὴγραμμὴτῆς προσευχῆς

ὅταν ἀνεβαίνει ἀπὸ ἥσυχη ψυχή.

Εἶμαι ἡ λόγχη ποὺ κοκκίνισε στὸαἷμα τῆς δύσης

καὶφρουρεῖ τὸἈόρατο

ἀπ᾿τὴν ἄρνησηκαὶτὴν εἰρωνεία.

Εἶμαι στὶς γιορτὲς τοῦ τοπίου τὸμαῦρο ράσο

ποὺδὲν τελείωσεν ἀκόμα τὴ δοκιμασία του.

Εἶμαι τὸκαμπαναριὸστὸναὸτοῦ πόνου

καὶγιὰτὶς ψυχὲς ποὺἔχουν σκοπὸ

σημαίνει τοὺς ὄρθρους

καὶτοὺς ἑσπερινοὺς ἡ σιωπή μου.»

Τώρα, όσο κάθε τι γύρω της, παρελθόν και παρόν, αποκάλυπτε την πραγματική του αξία, συνειδητοποιώντας την ματαιότητα των γήινων πραγμάτων και καταστάσεων, σίγουρη πως η αξία της ζωής βρίσκεται στην απουσία πόνου και όχι στον πλούτο ή τη δόξα, διατηρούσε ένα χαμόγελο ζεστό, ανθρώπινο, πιστή στο «ό,τι έχει κανείς στο σακουλάκι της καρδιάς τον τρέφει στα στερνά». Ήξερε καλά πως η νιότη έχει προοπτική τη ζωή και μόνο τη ζωή και τα γηρατειά τον θάνατο. Σίγουρα, εκείνη η μακρινή πια νιότη δεν την οδήγησε στη ζωή που ονειρεύτηκε, μα τουλάχιστον κατάφερε να ζήσει.

Καλοαναθρεμμένη και μοναχοπαίδι η Καλλιρρόη μα άτυχη. Την ψυχή, την καρδιά, τη σκέψη της, όλα τα χρωστούσε στα τοπία της παιδικής της ηλικίας. Σ’ αυτά τα τοπία είχε συγκεντρώσει όλες σχεδόν τις ψηφίδες του παζλ που αργότερα θα ονόμαζε «η διαδρομή μου». Δεν προσπάθησε να σβήσει τίποτα από όσα είχε ζήσει, αφού ούτε θα μπορούσε να αλλάξει το παραμικρό από το παρελθόν, ούτε πίστεψε ποτέ πως κοιτάζοντας λίγο παραπάνω τον εαυτό της, όπως τη συμβούλευαν, θα ήταν δυνατόν να ξανακερδίσει τη χαμένη της ενότητα με τη ζωή. Έζησε όλα της τα χρόνια στο ίδιο μέρος κουβαλώντας πάντα το ίδιο βάρος, τον ίδιο πόνο, μα καθώς περνούσε ο καιρός έδινε ακόμη και σ’ εκείνες τις πικρές στιγμές που όλα γύρω της είχαν θρυμματιστεί στον πόλεμο, ζεστασιά και αγάπη στην πράξη. Ήταν που δεν άφησε την καρδιά της να σκληρύνει. Δεν μιλούσε πολύ· τα χείλη της είχαν μάθει πως η σιωπή μερικές φορές γιατρεύει πιο πολύ από τα λόγια. Στο σπίτι της, που μύριζε ζυμωτό ψωμί και δυόσμο, έβρισκαν καταφύγιο άνθρωποι κουρασμένοι, παιδιά που είχαν ξεχάσει τι θα πει γέλιο, κι εκείνη, ξανάχτιζε σιγά-σιγά την πίστη στον άνθρωπο.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

«”Πλατωνικοί” διάλογοι: Σκέψεις για την συνεισφορά στη μουσική της Λένας Πλάτωνος (γράφει ο Σίμος Ιωσηφίδης)

 

“Ινδιάνε πέρα απ’το απέναντι βουνό / κάνε μου σήματα ξανά με τον καπνό”

Μαριανίνα Κριεζή

 

Άπαξ και έρθεις σε επαφή με την μουσική της Πλάτωνος συγκρούεσαι μοιραία, μετωπικά και σχεδόν ανεπανόρθωτα με μιαν αλλαγή στάσης ζωής. Πρόκειται εν ολίγοις για μια συγκλονιστική συνάντηση-πρόσκρουση που μένει αναλλοίωτη. Θα εξηγήσω. Είναι μια ποιητική κραυγή από μια πρωθιέρεια της ελληνικής ποπ , ένας πόνος γλυκός σε ένα παράφορο ημερολόγιο ζωής, τόσο παράφορο που σε φέρνει σε αμηχανία…

Η δαιμόνια πιανίστα, κόρη του επίσης πιανίστα και συνθέτη της Εθνικής Λυρικής Σκηνής Γιώργου Πλάτωνα, γεννήθηκε το 1951 στην Κρήτη. Αφού πήρε τα πρώτα μαθήματα από εκείνον, έφυγε και σπούδασε στο Ωδείο Αθηνών με την καθοδήγηση της Φοίβης Βαλληντά και της Μαρίκας Παπαϊωάννου και έγινε επαγγελματίας πιανίστα σε ηλικία μόλις δεκαοκτώ ετών. Εκπατρίστηκε αρχικά στην Ακαδημία της Βιέννης και μετά στο Βερολίνο, όπου ήρθε σε επαφή με την ροκ, την τζαζ καθώς και τo ευρύτερo ανατολικό μουσικό ιδίωμα. Επέστρεψε στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της δικτατορίας και συνεργάστηκε με τον Ηρακλή Τριανταφυλλίδη και το συγκρότημα DNA. Νέο ταξίδι στο Βερολίνο το 1975 για τελευταία φορά. Το 1978 ήταν και πάλι στην πρωτεύουσα. Μαζί με τον τότε σύζυγό της Δημήτρη Μαραγκόπουλο άρχισε να συνεργάζεται με το Τρίτο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας , όπου και γνώρισε και τον Μάνο Χατζηδάκι που ήταν εκείνη την εποχή διευθυντής του Τρίτου. Μαζί του ανέπτυξε μακροχρόνια επαγγελματική και φιλική σχέση και συμμετείχε στην παραγωγή της θρυλικής εκπομπής ‘Λιλιπούπολη’ . Εδώ, γράφοντας στίχους και μουσική, οι συνθέσεις της είναι μερικά από τα πιο γνωστά τραγούδια της εκπομπής, όπως το ‘Ρόζα-Ροζαλία’ και ‘Ο χορός του μπιζελιού’. Με το ‘Σαμποτάζ’ ξεκινάει το «κακό»…

Το 1981 ηχογραφείται λοιπόν το «Σαμποτάζ».

Η ελληνική μουσική μάλλον οδεύει αργά αλλά σταθερά σε ελώδη νερά. Αρκετοί είναι αυτοί που μιλούν για παροιμιώδεις ξεπεσμούς. Μια αλλαγή φάνταζε σαν μια πρακτική αναγκαιότητα. Κάτι σαν επιτακτικό πρόσταγμα. Οι εργαστηριακές αναδεύσεις νέων μοντέλων έκφρασης αρχίζουν και αφορούν στους περισσότερους να παράγουν (και να προάγουν) άλλους ήχους, οχήματα έκφρασης που θα απέτρεπαν καθετί συμβατό και εναρμονισμένο με τους ισχύοντες βιομηχανικούς προσανατολισμούς. Η μουσική έπρεπε να πάει κάπου αλλού, ακόμη και στην εκλαϊκευμένη της λήψη. Μια ανατροπή αυτών των σχηματοποιημένων στάνταρντς έπρεπε να αναχθεί άμεσα. Σε αυτόν τον ηχητικό κλυδωνισμό κυκλοφορήθηκε το ‘Σαμποτάζ’. Οι στίχοι του δίσκου, ξεκινώντας απ’το εκρηκτικό ‘Θα συναντηθούμε στο σαλούν’ και καταλήγοντας ‘Στον αστερισμό του πιγκουίνου’ είναι εντελώς ιδιαίτεροι. Απ’το πρώτο άκουσμα –«Ινδιάνε πέρα απ’το απέναντι βουνό / κάνε μου σήματα ξανά με τον καπνό» – μέχρι την τελευταία λέξη του δίσκου, έχουμε να κάνουμε με μια γραφή άμεση, απτή, παιγνιώδη, έμπλεη τρυφερότητας αλλά και γεμάτης αινίγματα.

Και αφού αναφέρομαι σε στίχους προσέξτε: «και όλοι χορεύουνε μαζί και μόνοι /μαζί και μόνοι». Λόγια της σύνθεσης ‘Brenthis’ από τα ‘Λεπιδόπτερα’ (1986) που υπογραμμίζουν το σαφές περί τού ότι κατά βάση είμαστε μόνοι, μόνον όταν είμαστε μαζί! Εδώ και η ουσία ενός μουσικού ιδιώματος που εκπέμπεται γλαφυρά με την ηχώ της φωνής της. Κι εδώ εμποτίζονται ένα αέναο electro, μια αύρα new wave αίσθησης, ένας υποτονικός ερωτισμός και μια synth pop με μία ιδιάζουσα ψυχοτροπική ελληνικότητα.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Κλόι Ζάο, «Άμνετ», 2025 (γράφει ο Ελισσαίος Βγενόπουλος)

 

Όταν το πένθος γεννά αθανασία

 

Η απώλεια δεν θεραπεύεται, μετασχηματίζεται σε μνήμη, σε τέχνη και σε σιωπηλή παρουσία που συνυπάρχει με τη ζωή, χωρίς ποτέ να την εγκαταλείπει.

Στο Άμνετ (Hamnet), η Κλόι Ζάο αφηγείται μια ιστορία βαθιά ανθρώπινη, σιωπηλή και σπαρακτική, που κινείται στις παρυφές του μύθου του Ουίλιαμ Σαίξπηρ χωρίς να εγκλωβίζεται στη βιογραφία. Η ταινία δεν ενδιαφέρεται να εξηγήσει τον Σαίξπηρ ως ιδιοφυΐα, αλλά να φωτίσει τον άνθρωπο πίσω από το όνομα, μέσα από μια απώλεια που σημάδεψε ανεπανόρθωτα τη ζωή και το έργο του.

Η αφήγηση ξεκινά στην αγγλική επαρχία του 1580, όπου ο νεαρός και φτωχός δάσκαλος λατινικών Ουίλιαμ Σαίξπηρ (Πολ Μέσκαλ) συναντά την Άνιες (Τζέσι Μπάκλεϊ), μια γυναίκα με έντονη πνευματικότητα, διαίσθηση και μια σχεδόν μυστικιστική σύνδεση με τη φύση. Η σχέση τους αναπτύσσεται με πάθος αλλά και ισορροπία, δεν πρόκειται για έναν ρομαντισμό εξιδανικευμένο, αλλά για έναν δεσμό που βασίζεται στην αμοιβαία κατανόηση και την ελευθερία. Ο γάμος τους έρχεται γρήγορα, όπως και η δημιουργία οικογένειας, με τη γέννηση τριών παιδιών, ανάμεσά τους τα δίδυμα Άμνετ και Τζούντιθ.

Καθώς ο Ουίλιαμ αρχίζει να βρίσκει τον δρόμο του στο θέατρο του Λονδίνου, η απόσταση ανάμεσα στο ζευγάρι μεγαλώνει. Εκείνος λείπει συχνά, κυνηγώντας την καλλιτεχνική αναγνώριση, ενώ η Άνιες μένει πίσω, σηκώνοντας μόνη της το βάρος της καθημερινότητας και της ανατροφής των παιδιών. Η ταινία αποτυπώνει αυτή την απομάκρυνση όχι με συγκρούσεις, αλλά με σιωπές, βλέμματα και μια αίσθηση σταδιακής αποξένωσης, σαν κάτι πολύτιμο να γλιστρά αργά από τα χέρια τους.

Διαβάστε περισσότερα