Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Νίκος Γύφτουλας Χρυσάνθου, «Μεγάπτερος Ευχή» {Εδάφιο Από Το Υπό Συγγραφή Διήγημα «Αρόδου». Πρώτη Δημοσίευση.}

 Φωτoγραφία: Eιρήνη Θαρενή

 

Η ομίχλη ήρθε και κάλυψε τα πρόσωπα ολάκερου του πληρώματος. Δεν έβλεπαν ούτε τη θέση των δαχτύλων στο πρόσωπό τους. Παχύ στρώμα είχε καλύψει τα πάντα και σβήσει ολάκερο τον κόσμο. Κάθε ορατή μορφή είχε χαθεί από τα μάτια τους. Βαριά μυρωδιά κάλυπτε το σώμα των ναυτικών κι έμπαινε στα ρουθούνια τους. Το πλοίο πορευόταν στα τυφλά. Ήχοι από σειρήνες ακούγονταν μέσα στο πυκνό βαμβάκι της πνιγηρής ομίχλης. Βρώμα. Βρώμα και Σειρήνες. Δεν ξεχώριζες που βρίσκονταν θάλασσα και ουρανός· μήτε στεριά μήτε γαλήνη.

Το εμπορικό διέσχιζε τα στενά της Μάγχης. Η μύτη της πλώρης, ούτε που φαινόταν.

Η Ειρήνη ξύπνησε. Προσπάθησε να στεγνώσει τα όνειρά της από την πρωινή υγρασία· να της αφήσουν διάβα επιστροφής στον ορατό κόσμο. Πέρασε το ριχτό της ύφασμα γύρω από τους ώμους, φόρεσε τα υφασμάτινα υποδήματά της και κατευθύνθηκε στο μπάνιο. Άνοιξε το φινιστρίνι. Θαλασσινός αέρας κύλησε στις φλέβες της. Τα πνευμόνια της γέμισαν.

Ακόμα ξημέρωνε.

Ένιωσε να επιστρέφει στη γενέθλια πόλη, μετά από καιρό. Από το παράθυρο του σπιτιού της διακρίνονταν τα ρολά των εμπορικών που οι μαγαζάτορες ανέβαζαν βιαστικά στο έμπα της ημέρας. Η Θαρενή νοστάλγησε. Όλα ήσαν εκεί: Το παντοπωλείο του Σταύρου, Το χασάπικο του Δραμάλη, Ο Κοντονής με τα υδραυλικά του, Ο φούρνος του Μιχάλη. Ένα-ένα τα πρόσωπά τους, πέρασαν από το βλέμμα της. Η ομίχλη άρχισε σιγά-σιγά να αραιώνει. Ψήγματα από θαλασσινό νερό, χρώματα ουράνια, ριπές του γκρί, το μουντό των κυμάτων στο πέλαγος, ασπρίσματα από φτερά, παφλάσματα, φτεριανά θαλασσοπούλια που έδειχναν τη στεριά, γέμισαν το στήθος της με τα γνώριμα και τα οικεία του θαλασσινού της κόσμου. Ο ήλιος, αδύναμος και ξένος. Μια βαθιά ανάσα άνοιξε το στέρνο της και μια αισιοδοξία γυναίκας άφησε μέσα της πνοή και γέννησε τον σπόρο της ημέρας.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Ποιητικό Καφενείο

«Μητέρα» του Ουαζντί Μουαουάντ (Νέα Σκηνή ΘΟΚ 2024): «Άνθρωποι σε Δεύτερη Χρήση» (Γράφει η Δέσποινα Πυρκεττή)

Το κείμενο γράφτηκε για το πρόγραμμα της παράστασης του έργου «Μητέρα» του Ουαζντί Μουαουάντ, στη Νέα Σκηνή Νίκος Χαραλάμπους τουΘεατρικού Οργανισμού Κύπρου, σε μετάφραση Δέσποινας Πυρκεττή και σκηνοθεσία της Μαρίας Μανναρίδου-Καρσερά (Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2024).Παίζουν (με αλφαβητική σειρά): Πάρις Ερωτοκρίτου, Μέλανη Στέλιου, Μαρία Τσιάκκα, Χριστίνα Χριστόφια. Συμμετέχει ο Ορέστης Χριστοδουλίδης.

Το 1978, ενώ στον Λίβανο μαίνεται εμφύλιος πόλεμος, μια τρίτεκνη μάνα καταφεύγει στο Παρίσι, όπου τα παιδιά φοιτούν στο σχολείο και εκείνη μαγειρεύει διαρκώς φαγητά του τόπου της, προσδοκώντας ότι γρήγορα θα ανταμώσει ξανά με τον άντρα της που έμεινε πίσωστη Βηρυτό.

Στα επόμενα πέντε χρόνια, τα παιδιά μεγαλώνουνσε μια διακεκαυμένη ζώνη ανάμεσα στη νοσταλγία για όσα τους στέρησε ο πόλεμος και στην ανάγκη να αφομοιωθούν γλωσσικά και κοινωνικά στη χώρα υποδοχής. Είναι νέοι και μετακινούνται διαρκώς, κυριολεκτικά και μεταφορικά: στις φωτεινές λεωφόρους του Παρισιού και στις παρακάμψεις της λαχτάρας τους για ελευθερία. Κι ενώ τα παιδιά διαγράφουν μια συναρπαστική πορεία, μεταποιώνταςτη συντριβή σε αντίστασηκαι πρόοδο – κι αςκουβαλούνπάντα το κενό της απώλειας – η μητέρα εγκλωβίζεται σε μια ευθεία γραμμή από τον Λίβανο μέχρι τη «γη των απέναντι». Στη φύση όμως κυριαρχούν οι καμπύλες γραμμές– η ίδια η ζωή ευδοκιμεί μέσα στην κοιλότητα της μήτρας, στο σχήμα των σταγόνων του νερού, στους κραδασμούς των ηχητικών κυμάτων που μεταφέρουν λόγια αγάπης και διαιωνίζουν το ανθρώπινο είδος επί γενεές γενεών.

Η ευθεία πάνω στην οποία βαδίζει, γονατίζει, σέρνεται η Ζακλίν Μουαουάντ, το γένος Γκαρζουζί,αποδεικνύεται αφύσικη, εκτρωματική, και εξίσου αφύσικη θα καταντήσει και εκείνη: μια μάνα διαρκώς φοβισμένη, αφηνιασμένη, τσακισμένη από έναναδηφάγο πόλεμο που την γκρεμίζει στα εξ ων συνετέθη. Μέσα από τα συντρίμμια της εκσφενδονίζονται ύβρεις και κατάρες για τους πρωτεργάτες της συμφοράς, κι όταν τα επίχειρα των σφαγών κατακλύζουν τα αυτιά της μέσα από τους τηλεοπτικούς δέκτες, οι λέξεις που εκστομίζει δεν παραπέμπουν σε ανθρώπινη φωνή αλλά σε υλακές από τα βάθη των αιώνων. Αντιμέτωπη με το μακελειό, η μητέρα μεταμορφώνεται σε σκύλα, όμοια με την Εκάβη, την αρχετυπική σπαραγμένη μάνα δολοφονημένων γιων και θυγατέρων.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Κυριάκος Ιωάννου, «Όψεις της εκδοτικης θεωρίας και πράξης του Γιώργου Σεφέρη», εκδ. Ηλία Επιφανίου, 2024 (γράφει ο Χρήστος Μαυρής)

Αντικείμενο μελέτης τώρα και τα πάρεργα του Γιώργου Σεφέρη

 

Η διαχρονικη και ακάματη έγνοια του Γιώργου Σεφέρη για την όσο το δυνατο αρτιότερη εμφάνιση των βιβλίων-του και κυρίως αυτα να είναι χωρις λάθη, καθως και η συμπάθειά-του για τη δουλεια του τυπογράφου αλλα και η επιθυμία-του να μάθει τέλεια αυτη τη δουλεια, με όλα τα μυστικα και τις λεπτομέρειές-της, εκδηλώνεται απο πολυ νωρις, απο τα πρώτα συγκεκριμένα στάδια της συγγραφικης πορείας-του. Ενδεικτικη αυτης της έγνοιας και αγάπης-του είναι και η φράση με την οποία αρχίζει τη μελέτη-του για τον Ερωτόκριτο. Γράφει το 1946:

 

Μια φυλλάδα ελεεινα τυπωμένη σε χαρτι εφημερίδας, όπου χωρις να λογαριάσει κανεις τα τυπογραφικα λάθη, ο εκδότης παίρνει την άδεια να αλλάζει κάθε λέξη όπως του αρέσει∙ μ’ ένα εξώφυλλο χρώμα κουφέτου, είτε τριανταφυλλι είτε φυστικι– μ’ αυτη την όψη κυκλοφορούσε, απο τις τελευταίες δεκαετηρίδες του περασμένου αιώνα, ο «Ερωτόκριτος, ποίημα ερωτικων (το ον με ωμέγα στο αντίτυπό-μου), συνταχθεν παρα Βικεντίου Κορνάρου, του εκ της Σιτίας χώρας, εν τη νήσω της Κρήτης.¹

 

Ακριβως, είναι αυτη την ακοίμητη έγνοια και την ασίγαστη αγάπη του Γ. Σεφέρη, που προσπάθησε ο Κυριάκος Ιωάννου ν’ αναδείξει και να γνωστοποιήσει στο πλατυ αναγνωστικο κοινο, μέσα απο τις σελίδες του σημαντικου βιβλίου-του που τιτλοφορείται Όψεις της εκδοτικης θεωρίας και πράξης του Γιώργου Σεφέρη, που κυκλοφόρησε πρόσφατα απο τις εκδόσεις Ηλία Επιφανίου. Ένα βιβλίο που με τόση αίσθηση ευθύνης συγκρότησε και το οποίο διαβάζοντάς-το νιώθεις να βρίσκεσαι συνέχεια κάτω απο τη γοητεία του Γ. Σεφέρη.

Βέβαια, με τον Γ. Σεφέρη, ως ένα ευαίσθητο και επαρκη τυπογράφο και φιλόλογο, οφείλω, ευθυς εξ αρχης, ν’ αναφέρω, και αυτο απαιτει νομίζω η δικαιοσύνη, έχουν ασχοληθει και άλλοι μελετητες της ζωης και του έργου-του. Ακροθιγως όμως. Όχι στο βάθος, την έκταση και κυρίως τη σημασία που έχει δώσει στο θέμα ο Κ. Ιωάννου, γεγονος απο το οποίο διαφαίνεται ξεκάθαρα η γερη φιλολογικη κατάρτιση και επιστημονικη σκευη-του, πρώτιστα όμως η οξυδέρκεια και το αλάνθαστο αξιολογικο κριτήριο που διαθέτει.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Ιωάννα Καρυστιάνη, «Κορνιζωμένοι», εκδ. Καστανιώτη, 2024 (γράφει ο Γιάννης Δρούγος)

Ένα έργο για την αναμέτρηση με το Κακό που κρύβεται στα βάθη της ανθρώπινης φύσης.

 

Υπάρχουν άνθρωποι –δρόμοι, άνθρωποι – συννεφιασμένοι ουρανοί, άνθρωποι – θάλασσες, άνθρωποι – σταυροδρόμια, άνθρωποι – κλειστά σύνορα, άνθρωποι –σκόρπια ερείπια εμπόλεμης ζώνης, άνθρωποι–πυξίδες σε σχιζοφρένεια, άνθρωποι –διαλυμένοι χάρτες, άνθρωποι –ξεθωριασμένες φωτογραφίες, άνθρωποι – αναμμένα καντήλια σε ξωκλήσι αλαργινό, άνθρωποι –κτίρια σε ανατίναξη από μια εσωτερική τρομοκρατική επίθεση, άνθρωποι – απάτητα βουνά, άνθρωποι –μάτια, άνθρωποι – καρδιά απ’ το κεφάλι ως τα πόδια , άνθρωποι – προσευχές , άνθρωποι – κατάρες , άνθρωποι – βυθισμένοι σταυροί για πάντα σε θολά νερά. Είναι αυτοί που ακούνε τον βουβό κυματισμό του ωκεανού, που καίγονται από το μέσα τους κάρβουνο, που κουβαλούν στις πλάτες τους σακιά και στην ψυχή τους τραύματα μιας προηγούμενης ζωής. Διαβάζουν και βάζουν υπότιτλους στις σιωπές των άλλων. Τις Κυριακές και τις γιορτές σηκώνεται φουρτούνα στα φυλλοκάρδια τους. Έχουν το ταβάνι τους για ουρανό και λίγα άστρα συντροφιά τους τις μαύρες νύχτες που το μέσα θεριό βρυχάται και θεριεύει. Η ζωή δεν τους χάρισε ηλιοβασιλέματα γεμάτα αναμνήσεις κι αν τους τα χάρισε -για μια δυο στιγμές- αυτοί τους γύρισαν την πλάτη από φόβο μη μπουν σε αναμέτρηση με την τόση ομορφιά.   Είναι εκείνοι που η ανεμελιά κι η ευτυχία δεν είναι στο DNA τους. Έχουν τις μνήμες για πικρό προσκέφαλο. Πετάνε και προσγειώνονται στα όνειρά τους με δικά τους σχέδια πτήσης. Πιάνουν θέση στα πίσω καθίσματα. Τους αρκεί ένας γυρισμός που θα φωτίσει τον νυχτωμένο βίο τους. Κλέβουν καμιά φορά -με χέρια τρεμάμενα- στο ζύγι της ευτυχίας. Λένε ψέματα, βγάζουν από τη μέση ό,τι υψώνεται σαν ανθισμένο εμπόδιο στο δρόμο τους.  Βαπτίζονται αθώοι, κουβαλούν αμαρτίες, συνομιλούν με φαντάσματα , έχουν μακροχρόνια προϋπηρεσία στη θλίψη , στην ήττα και στη σιωπή. Δεν αγαπούν τις εκπλήξεις. Είναι μοναχικοί και μόνοι. Δεν ζητούν τίποτα απ’ τη ζωή τους γιατί βολεύτηκαν στην ελάχιστη σκιά της. Ζυγίζουν με το βλέμμα άγνωστους κορνιζωμένους και μαντεύουν τι θα έλεγαν τα σφραγισμένα τους χείλη.

Η κορυφαία πεζογράφος Ιωάννα Καρυστιάνη, δύο χρόνια μετά τα «Ψιλά γράμματα», επέστρεψε -σταθερά από τις εκδόσεις Καστανιώτη- με το νέο της μυθιστόρημα «Κορνιζωμένοι», καμωμένο με τα πανάκριβα υλικά της αφηγηματικής της τέχνης, της ενσυναίσθησής της, της οξείας παρατηρητικότητάς της, της αισθαντικής κι αλύπητα κοφτερής γραφής της, (γραφή σαν μαλακή άμμος με χιλιάδες σπασμένα κομμάτια γυαλί σ’ όλη της την έκταση) και της απαράμιλλης ικανότητάς της να δημιουργεί μια συνταρακτική γεωγραφία συναισθημάτων μέσα σε μια συνταρακτικά ρεαλιστική ανθρωπογεωγραφία. Η Καρυστιάνη επιλέγει για ήρωές της -σε όλο το σύνολο του πολυβραβευμένου της έργου- ανθρώπους συνηθισμένους, καθημερινούς, ερασιτέχνες της ζωής, χαμηλών και μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Ζωή Δικταίου, «Αύριο, λέξεις στην παλιά βαλίτσα / Τα χέρια της και μια ραπτομηχανή»

«Είναι μεγάλο έξοδο μια ραπτομηχανή κι αν δεν μάθεις γρήγορα, να ξέρεις θα την πουλήσω κι εσύ θα πας παραδουλεύτρα όπου βρεθεί» έτσι είχε προειδοποιήσει η Ανεζίνα, την ανιψιά μα και ψυχοκόρη της, την Ισμήνη, μα μπορεί και να μην την εννοούσε εκείνη την κουβέντα. Έπειτα, άνοιξε το παραδοσάκουλο που είχε κρεμασμένο μ’ ένα μπλάβο κορδόνι στο λαιμό μέσα από το μεσοφόρι της και μέτρησε τους παράδες στον έμπορο που είχε έρθει από τη Χώρα.

Η Ισμήνη, είχε τρία χρόνια που πήγαινε στο μοδιστράδικο της Ολυμπίας για να μάθει την τέχνη κι όταν φορούσε τη δαχτυλήθρα, θαρρείς φυλάκιζε εκεί, έγνοιες και καημούς και το μόνο που ζητούσε η καρδιά της ήταν να μη φύγουν τα χρόνια, να μη σβήσουν τα όνειρα. Η αγάπη, αυτή η πιο ευγενική φιλοδοξία, αυτή ήταν ο σκοπός της ζωής της.

Η Ολυμπία, καλοντυμένη αλλά μαυροφορεμένη, έρμη και μοναχή την είχε αφήσει ο πόλεμος της Μικράς Ασίας. Νιόπαντρη όταν έγινε το κακό και κάπως μεγαλοκοπέλα για την εποχή αφού κόντευε τα τριάντα, μα σίγουρα νιόπαντρη -εκείνος ο «Μαύρος Αύγουστος» του 1922, αυτός έκανε αβάσταχτο τον ύπνο και εφιάλτη τον ξύπνιο της. Άνοιξε το φτωχικό της -δυο δωματιάκια όλο κι όλο το σπίτι της- και για να ξεχνάει τα φαρμάκια που την είχε μεταλάβει η ζωή, μάζευε τις κοπέλες –όχι μόνο από τη Νεάπολη αλλά και από τα γύρω χωριά και τις μάθαινε τέχνη. Με την κλωστή και τη βελόνα έλεγες κάπως ξεχνιόταν, σαν ο πόνος να γινόταν στείρος και βάραινε λιγότερο, μόνο που όταν σήκωνε τα μάτια και κοίταζε στον καθρέφτη προλάβαινε μια γκριμάτσα οίκτου προς τον ίδιο της τον εαυτό κι αυτό δεν άλλαζε.

Παρέμενε σιωπηλή κι αν κάποια από τις υποψήφιες μοδιστρούλες προσπαθούσε ν’ ανοίξει κουβέντα για εκείνο τον ξεριζωμό και τα σπίτια που ξεκληρίστηκαν, για να την σταματήσει τσιμπιόταν με τη βελόνα, άθελά της τάχα μου, -τα δάχτυλα ψιλό σουρωτήρι από τα τρυπήματα- «αχ, αχ, μ’ αυτές τις κουβέντες, τρύπησα το δάχτυλο μου, κοπέλες φέρτε το γυαλικό με το οινόπνευμα» έλεγε με θολωμένα μάτια, μα αδάκρυτη πια. Το καταλάβαινες όμως πως το μέσα της μοιρολόι δεν είχε σταματήσει.

Κοπέλα στον δεύτερο Βαλκανικό πόλεμο το 1913 ορφάνεψε από πατέρα -στη μάχη του Κιλκίς-Λαχανά είχε σκοτωθεί. Θυμόταν τον παππού της να λέει με περηφάνια πως, ο γιός του, είχε πέσει ηρωικώς μαχόμενος, πιστός στο σάλπισμα «εμπρός διά της λόγχης». Θυμόταν και τη μάνα της, με μαυροκυκλιασμένα τα μάτια και στεγνή από ζωή να λυγίζει «ανάθεμα τον αίτιο, ανάθεμα» έλεγε μέχρι που ο χαμός και ο φόβος τής άνοιξαν διάπλατα την πόρτα στην τρέλα, μπήκε και δεν βγήκε ποτέ, λίγο κράτησε, ίσαμε που πέθανε όμως, σκιαγμένη με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος και όλο δάγκωνε τη γλώσσα της για να μην ξεστομίσει, τί αλήθεια; δεν ήξερε.

Διαβάστε περισσότερα