Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Engin Ardiç, «Ενάντια στον εορτασμό της Άλωσης από τη μεριά των κατακτητών»

 

 

Ακολουθεί ένα πραγματικά εντυπωσιακό άρθρο του Τούρκου δημοσιογράφου και συγγραφέα Engin Ardiç, ενάντια στον εορτασμό της Άλωσης από τη μεριά των κατακτητών.

 

“Τούρκοι συµπατριώτες, σταµατήστε πια τις φανφάρες και τις γιορτές για την Άλωση, αρκετή βία έχουµε δώσει στην Ανατολή µε τις πράξεις µας…

ΑΝ οργανωνόταν στην Αθήνα συνέδριο µε θέµα «Θα πάρουµε πίσω την Πόλη»…
ΑΝ έφτιαχναν µακέτα µε τα τείχη της πόλης και τους στρατιώτες µε τις πανοπλίες τους να επιτίθενται στην Πόλη… (όπως εµείς στην Τουρκία κάνουµε κάθε χρόνο !)
ΑΝ ένας τύπος ντυµένος όπως ο περίφηµος Έλληνας νικηφόρος και σχεδόν µυθικός Διγενής Ακρίτας έπιανε τον δικό µας Ulubatlι Hasan και τον γκρέµιζε κάτω…
ΑΝ ξαφνικά έµπαινε στην πόλη κάποιος ντυµένος Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος πάνω σε ένα λευκό άλογο και δίπλα του άλλος ως Λουκάς Νοταράς, ως Γεώργιος Φραντζής κι έµπαιναν ως αντιπρόσωποι της πόλης… (όπως εµείς στην Τουρκία κάνουµε κάθε χρόνο !)

ΑΝ έφτιαχναν µια χάρτινη Αγία Σοφία που δεν είχε µιναρέδες αλλά Σταυρό…
ΑΝ έκαιγαν λιβάνι και έλεγαν ύµνους, θα µας άρεσε; Δεν θα µας άρεσε, θα ξεσηκώναµε τον κόσµο, µέχρι που θα καλούσαµε πίσω τον πρέσβη µας από την Ελλάδα.

Τότε, γιατί το κάνετε εσείς αυτό, κάθε χρόνο; Πέρασαν 556 χρόνια και γιορτάζετε (την Αλωση) σαν να ήταν χθες; Γιατί κάθε χρόνο τέτοια εποχή, ( µ΄ αυτές τις γιορτές πού κάνετε ) διακηρύσσετε σε όλο τον κόσµο ότι: «αυτά τα µέρη δεν ήταν δικά µας, ήρθαµε εκ εων υστέρων και τα πήραµε µε τη βία». Για ποιο λόγο άραγε φέρνετε στη µνήµη µια υπόθεση 6 αιώνων; Μήπως στο υποσυνείδητό σας υπάρχει ο φόβος ότι η Πόλη κάποια µέρα θα δοθεί πίσω;

Μην φοβάστε, δεν υπάρχει αυτό που λένε µερικοί ηλίθιοι της Εργκενεκόν περί όρων του 1919. Μη φοβάστε, τα 9 εκατοµµύρια Ελλήνων δεν µπορούν να πάρουν την πόλη των 12 εκατοµµυρίων, και αν ακόµα την πάρουν δεν µπορούν να την κατοικήσουν. Κι οι δικοί µας που γιορτάζουν την Άλωση είναι µια χούφτα φανατικοί µόνο που η φωνή τους ακούγεται δύσκολα.

Ρε σεις, αν µας πούνε ότι λεηλατούσαµε την Πόλη τρεις τρεις και τρεις νύχτες συνεχώς τι θα απαντήσουµε; Θα υπερασπιστούµε τον εαυτό µας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωµάτων ή θα αφήσουµε το θέµα στους ιστορικούς; Αντί να περηφανευόµαστε µε τις πόλεις που κατακτήσαµε, ας περηφανευτούµε µε αυτές που ιδρύσαµε, αν υπάρχουν. Αλλά δεν υπάρχουν. Όλη η Ανατολή είναι περιοχή µε την βία κατακτηµένη… Ακόµα και το όνοµα της Ανατολίας δεν είναι αυτό που πιστεύουν (ana=µανα, dolu=γεµάτη) αλλά προέχεται από την ελληνική λέξη η Ανατολή. Ακόµα και η ονοµασία της Ισταµπούλ δεν είναι όπως µας λέει ο Ebliya Celebi «εκεί όπου υπερτερεί το Ισλάµ» τραβώντας τη λέξη από τα µαλλιά, αλλά προέρχεται από το «εις την Πόλιν».

Εντάξει λοιπόν, αποκτήσαµε µόνιµη εγκατάσταση, τέλος η νοµαδική ζωή και γιʼ αυτό ο λαός αγοράζει πέντε – πέντε τα διαµερίσµατα. Κανείς δεν µπορεί να µας κουνήσει, ηρεµήστε πια…Οι χωριάτες µας ας αρκεστούν στο να δολοφονούν την Κωνσταντινούπολη χωρίς όµως πολλές φανφάρες…”

Εφημερίδα Sabah
Engin Ardiç
29/05/09

Πηγή, Μυθογένεια
http://mythogenia.blogspot.com/2011/05/29-1453.html

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

George Bernard Shaw (1856 – 1950), Ρήσεις

 

 

*
Δεν πρόκειται να γράψετε ένα καλό βιβλίο, εάν δε γράψετε πριν μερικά κατώτερα.

 

*
Είμαι εναντίον των εκδοτών: αυτοί μ’ έμαθαν να βολεύομαι χωρίς εκείνους και για αυτό θέλω να τους εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου.

 

*
Υπάρχουν δύο τραγωδίες στη ζωή: η μία, ότι δεν μπορούμε να εκπληρώσουμε τις επιθυμίες μας, και η άλλη, όταν τις εκπληρώνουμε.
 
*
Το διάβασμα έκανε τον Δον Κιχώτη ιππότη, αλλά η πίστη σ’ αυτά που διάβασε, τον έκανε τρελό.

 

*
Έγινα λόγιος γιατί ο συγγραφέας σπάνια συναντιέται με τους πελάτες του και δεν είναι απαραίτητο να ντύνεται σύμφωνα με τη μόδα.

 
*
Η τιμωρία του ψεύτη δεν είναι ότι δεν τον πιστεύουν, αλλά ότι αυτός δεν μπορεί να πιστέψει.
 
*
Ο λογικός άνθρωπος προσαρμόζει τον εαυτό του στον κόσμο. Ο παράλογος επιμένει να προσαρμόσει τον κόσμο στον εαυτό του. Γι’ αυτό, όλη η πρόοδος στηρίζεται στον παράλογο.
 

*
Το βραβείο Νόμπελ είναι ένα σωσίβιο, που ρίχνουν στον κολυμβητή, όταν αυτός ήδη έχει φτάσει στην στεριά.
 
 
*
 
Μη χάνετε τον καιρό σας με κοινωνικές έρευνες, Εκείνο που ενδιαφέρει τον φτωχό, είναι η φτώχεια. Εκείνο που ενδιαφέρει τον πλούσιο δεν μας ενδιαφέρει.
 
 
*
 
Δημοκρατία είναι το πολίτευμα που μας εξασφαλίζει πως δεν πρόκειται να κυβερνηθούμε από άτομα καλύτερα από εκείνα που μας αξίζουν.
 
*
 Η δημοκρατία αντικαθιστά την εκλογή από τους πολλούς ανίκανους με το διορισμό από τους λίγους διεφθαρμένους.
 

*
Δημοκρατία: όταν η κυβέρνηση δεν διορίζεται από μια χούφτα διεφθαρμένων, αλλά εκλέγεται από αστοιχείωτη πλειοψηφία.
 

*
Ο πίνακας τον οποίον επαινούν περισσότερο από δέκα τοις εκατό θεατές, αξίζει να καεί.
 

*
Η ζωντανή αποτυχία είναι προτιμότερη από το νεκρό αριστούργημα.
 

*

Ο γάμος δεν είναι λαχείο, γιατί στα λαχεία υπάρχουν πάντα νικητές.
 

*
Οι προκαταλήψεις μας είναι τόσο βαθιά ριζωμένες, ώστε ποτέ δεν τις βλέπουμε ως προκαταλήψεις, αλλά τις ονομάζουμε «κοινός νους».
 
*
Οι συμβουλές μοιάζουν με το φιλί: δεν κοστίζει τίποτε και το δίνεις με ευχαρίστηση.

 
*
Ο άνδρας που όλη τη ζωή του αγαπούσε μια γυναίκα πρέπει να πάει στο γιατρό ή στην κρεμάλα.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«…Κι ο ποιητής είναι ένας Κόσμος Φυσικός». Η διάλεξη του Άλκη Αλκαίου για τον Κώστα Καρυωτάκη, Πάργα 1967 (ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ-Αποκλειστικότητα), Β΄ΜΕΡΟΣ

(Η  προτομή του ποιητή στην οδό Δαρδανελίων στην Πρέβεζα. Η λήψη και επεξεργασία έγιναν από τον κο Στράτο Μάστρα)

 

Το Α΄ ΜΕΡΟΣ ΕΔΩ: http://www.poiein.gr/archives/17857/index.html

 

Ψηφιακή μεταγραφή ειδικά για το «Ποιείν»: Στρ. Μάστρας

 

**********

 

                                                   ΔΙΑΛΕΞΗ (Συνέχεια)

 

—Στα «Ν η π ε ν θ ή» πιο ώριμος ο νους, πιο άρτια τα στιχουργικά συμπλέγματα, πιο ζωηρά η εκδηλούμενη τάση προς τη χίμαιρα. Ο I. Μ. Παναγιωτόπουλος γράφει, πολύ πετυχημένα, πως «βρισκόμαστε στη δεύτερη πράξη της τραγωδίας του Καρυωτάκη». Αληθινά, η υπεροχή στων Νηπενθών το Κλίμα είναι εμφανής. Η επίδραση του Γερμανικού εξιστενσιαλισμού και των κολασμένων του Γαλλικού συμβολισμού—σαφώς εντονώτερα και κορυφωμένα στα «ελεγεία και τις Σάτιρες»—είναι εξαιρετικά αποτελεσματική. Να τι λέει ο Baudelaire στους «Πληγωμένους θεούς: «Πίσω από τις σκηνοθεσίες της απεράντου υπάρξεως, στο μελανότερο της αβύσσου βλέπω καθαρά κόσμους παράξενους, και θύμα εκστατικό της οξυδέρκειάς μου, σέρνω φίδια, που μου δαγκώνουν τα πόδια. Κι’ από εκείνο τον καιρό αγαπώ τόσο τρυφερά, καθώς οι προφήτες, στην έρημο και τη θάλασσα, γελώ στα πένθη και κλαίω στις γιορτές, βρίσκω μια γεύση γλυκειά στο πιο πικρό κρασί, νομίζω πολλές φορές για ψέμματα τις αλήθειες, και με τα μάτια στον ουρανό, πέφτω σε γκρεμούς… Αλλά η φωνή με παρηγορεί και μου λέει: «Κράτησε τα όνειρά σου· οι συνετοί δεν έχουν έτσι ωραία σαν τους τρελλούς»!. Ο δεύτερος τούτος δρόμος για τη λύτρωση, απεικονίζεται κι εφαρμόζεται πάνω του η πορεία, στην ακόλουθη στροφή της Ευγένειας:

 

«Κάνε τον πόνο σου άρμα
και δρόσισε τα χείλη
στα χείλη της πληγής σου.
Ένα πρωί, δείλι
κάνε τον πόνο σου άρπα
και γέλασε και σβήσου».

 

Σε παρόμοιες στροφές, μ’ ανάλογα πληγωμένα νοήματα, πέφτουμε στο καβαφικό αδιέξοδο ή μερικές συννεφιασμένες ώρες στον Κώστα Ουράνη. Οι ακόλουθοι στίχοι του Καβάφη, άνετα ταιριάζουν στο κλίμα των «Νηπενθών» απαλλαγμένων φυσικά από την καθαρευουσιάνικη φόρμα:

 

«Το γήρασμα του Σώματος και της μορφής μου
είναι πληγή από φρικτόν μαχαίρι
Τά φάρμακά σου φέρε—Τέχνη της Ποιήσεως
που κάμνουνε—για λίγο—να μη νοιώθεται η πληγή».

(Μελαγχολία του Ιάσωνος Κλεάνδρου
εν Κομμαγηνή 595 μ.Χ.)

 

Στα «Νηπενθή» το ξέσπασμα και το συγκράτημα, σ’ ίσο βαθμό καταχωρούνται. Άλλοτε ο ποιητής προστρέχει στη φύση κι άλλοτε την αποδοκιμάζει. Άλλοτε απεγνωσμένα χτυπά τα χέρια πάνω στις έντρομες μνήμες κι άλλοτε, με κάποιον κατευνασμό, αλαφρώνει. Αλλού η ρομαντική ταλανιζομένη έπαρση, κι αλλού η πλατειά φιλοσοφημένη απαισιοδοξία, αλλού η αδρότατη βεβαιότητα κι άλλου οι σπαραξικάρδιες αλγεινές κραυγές το απρόσμενο ανάκρουσμα της θανατικής μέριμνας. Κι χυτό το στοιχείο του σπαραξικάρδιου είναι και στοιχείο κρυφής προσδοκίας. Ξαναθυμίζουμε πάνω σ’ αυτί, τα υπερκόσμια σαλπίσματα του Γκαίτε: «Οι γόοι κι οι θρήνοι κάθε σπαραγμένου ανθρώπου, δεν είναι, παρά έκφραση της προσδοκίας για ένα καλύτερο—αύριο». Μια τέτοια προσδοκία κρύβεται στους παρακάτω στίχους:

 

«Απόκαμα, θολώσανε τα μάτια μου κι ο νους,
όμως ακόμη γράφω.
(Στο βάζο ξέρω δίπλα μου δυο κρίνους φωτεινούς
σα νάχουν βγει σε τάφο).

(Γραφιάς).

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«…Κι ο ποιητής είναι ένας Κόσμος Φυσικός». Η διάλεξη του Άλκη Αλκαίου για τον Κώστα Καρυωτάκη, Πάργα 1967 (ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ-Αποκλειστικότητα), Α΄ΜΕΡΟΣ

 

 

Η διάλεξη του Άλκη Αλκαίου για τον Κώστα Καρυωτάκη με τίτλο «Κώστας Καρυωτάκης: Ο Ποιητής που αγαπήθηκε και μισήθηκε» πραγματοποιήθηκε τον Ιανουάριο του 1967 στην Πάργα Πρεβέζης. Σημειώνει σχετικά ο συγγραφέας:

«…Ήταν αρχές του 1967, όταν ο αείμνηστος […] Αλέξανδρος Μπάγκας, Δήμαρχος Πάργας, με παρουσίασε ως δημιουργό με τα πιο ενθουσιώδη λόγια, στο κατάμεστο χειμωνιάτικο σινεμά, στου «Καρύδη».
Θερμοί συμπαραστάτες ήταν οι αείμνηστοι Νίκος Τσάκας, Πέτρος Γιούργας και ο τότε Νομάρχης Πρεβέζης Θεόδωρος Βγενόπουλος.
Θέμα της διάλεξης ήταν ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης και αφορμή η άρνηση των θρησκευτικών αρχών στην Πρέβεζα να τελέσουν μνημόσυνο για έναν αυτόχειρα.
Η διάλεξη αυτή έγινε βιβλίο. Και θυμάμαι πόση συγκίνηση ένοιωσα όταν έλαβα ένα γράμμα από τον Θάνο Καρυωτάκη, αδελφό του ποιητή, με ύμνους για το βιβλίο.
Έτσι ξεκίνησα. Με ένα πεζό για έναν ποιητή…»

 

(Απόσπασμα από το σημείωμα του Άλκη Αλκαίου που διαβάστηκε τον Ιανουάριο του 2012 στην εκδήλωση βράβευσής του από τον Σύλλογο Παργινών Αθήνας στην Αθήνα)

*

Ψηφιακή μεταγραφή ειδικά για το «Ποιείν»: Στρ. Μάστρας

Ευχαριστώ τον Σπ. Αραβανή για την παρακίνηση.
Στ. Μ. , Μάιος 2012

*********

                                                         Η ΔΙΑΛΕΞΗ

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

 

Αισθάνομαι ιδιαίτερη χαρά όταν συναντώ μια προσπάθεια — όποια προσπάθεια, — που βρίσκεται στα πρώτα της βήματα κι ακόμη μια ιδιαίτερη αδυναμία και εσωτερική επιταγή να την υποβοηθώ. Πολύ περισσότερο όταν πρόκειται για ένα πνευματικό ξεκίνημα, τόσο ελπιδοφόρο και πολλά υποσχόμενο, όπως αυτό του κ. Ευάγγ. Λιάρου.
Την διάλεξί του: «Κώστας Καρυωτάκης, ο ποιητής που αγαπήθηκε και μισήθηκε», έθεσα, υπό την προστασία μου — και επραγματοποιήθηκε εδώ στις 22 – 1 – 1967 — και για τον λόγο ότι με τον άτυχο Κώστα Καρυωτάκη, καθώς και με την Μαρία Πολυδούρη με συνέδεσαν προσωπικοί φιλικοί δεσμοί, αλλά και για ένα σπουδαιότερο λόγο, που συμφωνεί με τα πιο πάνω. Γιατί πρόκειται για μια εξαίρετη πνευματική εργασία, θεμελιωμένη γερά πάνω στη ζωή, το έργο και τα αγχώδη ψυχικά συναισθήματα του αλησμόνητου ποιητή.
Το ότι η διάλεξι αυτή θα αποτελέση το πρώτο αυτοτελές έργο του κ. Λιάρου, είναι αφορμή χαράς και προσδοκιών ότι η κατοπινή πνευματική πορεία του θα είναι όπως την προβλέπω και την εύχομαι: σύντομα ανοδική και απέραντα πλατειά και μεγάλη.

Πάργα 3 – 2 – 1967

Αλέξ. Δ. Μπάγκας
Δήμαρχος Πάργας

 

********

Ε Ι Σ Α Γ Ω Γ Η

 

ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΦΑΤΗ Λογοτεχνική μας παράδοση και την ίδια τη σύγχρονη, δημιουργήθηκαν και δημιουργούνται μορφές του ποιητικού λόγου, που κάθε μια, με το δικό της τρόπο, επιτηδευμένο κι ανεπιτήδευτο, βάζει το λιθάρι της Νεοελληνικής ποιητικής ανοικοδόμησης. Κι όσο πλησιάζουμε προς τις μέρες μας, αν ρίξουμε έστω και μια φευγάτη ματιά στη σειρά των ποιητών και τη χρονολογική τοποθέτησή τους στη γραμματεία μας, θα σταματήσουμε, σχεδόν χωρίς καθόλου να το επιθυμούμε, στην πιο απελπισμένη ποιητική ψυχή του 20ου αιώνα, μέσα στον Ελλαδικό χώρο, που καθιερώθηκε πια, και θα μείνει άσβεστη, πικρά ειλικρινής κι αληθινά παραδεδεγμένη, απ’ όλους εκείνους, που όταν κρίνουν τους ποιητές, δεν παύουν να σκέφτονται σαν ποιητές. Ο Κώστας Καρυωτάκης — τι κι αν καταφρονήθηκε — έγινε η πραγματική βάση, πάνω στην οποία ερείδεται, απ’ άκρη σχεδόν σ’ άκρη, η σύγχρονη ποίηση και η σύγχρονη ιδέα. Όχι γιατί το λέμε εμείς. Όχι γιατί το λέει ο κριτικός ή μια μερίδα απ’ τους ειδήμονες. Αλλά για τον απλούστατο λόγο, ότι μονάχο το έργο του μιλάει. Κι ο Ουγκώ μάς πληροφορεί, πως μονάχα η φωνή των ειλικρινών και των μεγάλων, είναι καθάρια και πειστική. Και πρόθεσή μας δεν είναι να στολίσουμε τη φωνή του, αφού αυτόχρημα έχει πια διαμορφωθεί. Μόνο που, από ευγενικά αισθήματα και νεανική επιθυμία, και το σπουδαιότερο από προθέσεις πνευματικής και ανθρώπινης κατανόησης, φτιαγμένες μαζί, θελήσαμε, αύτη τη φωνή, στο πέρασμα του χρόνου, να την ξαναδυναμώσουμε, κινώντας την προσοχή των ανήσυχων και αφυπνίζοντας αποδειχτικά τούς αδιάφορους. Απλή κατανόηση και προσαρμογή στις απαιτήσεις μιας ομιλίας, αρκεί για να μπορέσουμε και σήμερα ακόμα, σαράντα περίπου χρόνια ύστερα απ’ το θάνατό του και λίγες εβδομάδες μετά τα αποκαλυπτήρια μιας αναμνηστικής πλάκας, να φτάσουμε στα συμπεράσματά μας. Παράκλησή μας δεν είναι η αλλαγή ιδεών, αφού και πάλι, σχεδόν δεν έχουμε τη δύναμη και τα μέσα για να επανδρώσουμε τα όνειρά μας. Ύστατη ευγενική παράκλησή μας στο εκλεκτό κοινό, είναι: Η α ν ο χ ή σ’ όσα θα πούμε. Κι η ηλικία του ομιλούντος είναι τέτοια, που τα λάθη σε μια ποιητική ιδεολογική στάση νάναι αναπόφευκτη, αναγκαία θα λέγαμε.
Υποστηρίξαμε πως ο Καρυωτάκης με τη μορφή της ζωής και της ποίησής του επέσυρε δυο ειδών αισθήματα γι’ αυτόν: Την αγάπη και το μίσος. Τα δύο αυτά αντιθετικά ρεύματα, ο αυθορμητισμός κι η ψυχρότητα, έχουν πολύ απέχουσες τις πηγές τους. Την πρώτη αναβλύζει η διάθεση της καρδιάς. Τη δεύτερη ο επικριτικός νους κι ο ασυνείδητος υπερτροφισμός.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Σταύρος Γ. Καρτσωνάκης, «Tα «σατιρικά γυμνάσματα» του Νίκου Γκάτσου-(Τραγούδια «παράλογα» και παιχνίδια – Μια μικρή ανίχνευση)

 

Με αφορμή τα 20 χρόνια από το θάνατο του Νίκου Γκάτσου (12 Μαΐου 1992) αναδημοσιεύουμε σήμερα στο ΠΟΙΕΙΝ μια μελέτη του Σταύρου Γ. Καρτσωνάκη η οποία αποτελεί μέρος  ανέκδοτης εργασίας του πάνω στο έργο του ποιητή-στιχουργού.*

 

 Ακούστε «Την Παναγία των Πατησίων» ΕΔΩ

 

 
Μια μεγάλη ομάδα τραγουδιών του Νίκου Γκάτσου μπορούν να ενοποιηθούν κάτω από τον τίτλο «Σατιρικά γυμνάσματα» (από τη γνωστή παλαμική συλλογή). Πρόκειται για κείμενα ή στίχους που συναντάμε, με αμιγώς περιπαικτική διάθεση, με σάτιρα και χιούμορ, με θέματα συχνά ανάλαφρα, με ομοιοκαταληξίες πρωτότυπες κι ενδιαφέρουσες που αξιοποιούν συχνά και αναφέρονται σε πρόσωπα και καταστάσεις του παρελθόντος και του παρόντος χρόνου, από τη μυθολογία έως το τέλος του 20ου αιώνα. Ο Γκάτσος εντάσσει τέτοια κείμενα σε όλο το μελοποιημένο του έργο από πολύ νωρίς (τα πρώτα τραγούδια) και σταθερά μέχρι τους τελευταίους του ολοκληρωμένους κύκλους τραγουδιών. Δίνει έτσι μια επιπλέον διάσταση στη θεματογραφία, στο ύφος και τη γραφή του. Πρόκειται και για μια αυτοσαρκαστική διάθεση του ίδιου του Γκάτσου. Υπήρχαν εξάλλου και στην Αμοργό δείγματα τέτοιων στίχων που κι εκεί λειτούργησαν αφομοιωμένοι πλήρως και αποτελεσματικοί μέσα στο έργο.
Όσον αφορά στα λίγα τραγούδια του ποιητή που προηγήθηκαν της Μυθολογίας (1958-1965) δεν έχουμε καθόλου τέτοια «σατιρικά» δείγματα, εκτός ίσως από «Τα λουστράκια», στίχοι που γράφτηκαν για την ταινία Αμέρικα Αμέρικα του Ελία Καζάν:

 

Πού θα πάμε, πού θα πάμε / τι θα φάμε, τι θα φάμε;
Έκλεψα μια λαμαρίνα / με ζεστή, ζεστή φαρίνα.
Σώπα, σώπα, σώπα, σώπα / δε μου το’πες, δε σου το’πα.
Πάψε, πάψε, πάψε, πάψε / κι ό,τι βρεις μπροστά σου χάψε.

 

Το συγκεκριμένο τραγούδι ήταν εξάλλου ένα από τα 10 που ο Νίκος Γκάτσος επέλεξε από το σύνολο των τραγουδιών του και τα οποία προσδιόρισε σε ενότητα ως «Παιχνίδια» στο Φύσα αεράκι φύσα με (εκδ. Ίκαρος) Τα υπόλοιπα ήταν τα: «Ο Πάρις και το μήλο», «Το παιδί με τα κόμικς», «Στο μαγαζάκι του Μηνά», «Με γαρίφαλο στο πέτο», «Κυκλαδίτικο» «Μια Κυριακή του Μάρτη», «Το Δεσποινάκι», «Η Παναγία των Πατησίων» και το «Ανατολίτικο». Θα μπορούσαμε βέβαια να προσθέσουμε εκ των υστέρων και από το Όλα τα τραγούδια (εκδ. Πατάκη) πολλά ακόμη σ’ αυτή την ενότητα. Ο ποιητής δημιούργησε εκεί και μια επιπλέον ομαδοποίηση στο Φύσα αεράκι φύσα με που τους έδωσε τον τίτλο «Σατιρικά» και στην οποία υπάρχουν μόλις 5 τραγούδια, πολύ χαρακτηριστικά τους, τα: «Ο Σαμ ο Τζόννυ και ο Ιβάν», «Η μπεκάτσα», «Μπάρμπα-Γιάννηη Μακρυγιάννη», «Ελλάδα Ελλάδα» και «Ισχύς μου η αγάπη του λαού». Μπορούμε βέβαια να καταλάβουμε τη λεπτή διαφοροποίηση ανάμεσα στα «Παιχνίδια» και στα «Σατιρικά». Τα δεύτερα, παρά τον σχηματοποιημένο τίτλο τους περιέχουν εμφανώς ενίοτε και πολιτικοκοινωνική κριτική σε μορφή εύστοχης σάτιρας και κριτικής («Ο Σαμ ο Τζόννυ και ο Ιβάν», «Μπάρμπα-γιάννη Μακρυγιάννη», «Ελλάδα Ελλάδα», «Ισχύς μου η αγάπη του λαού») ενώ τα πρώτα στέκονται περισσότερο σε μικρές παιγνιώδεις ιστορίες, πρόσωπα καθημερινά και καταστάσεις που σε κάνουν να χαμογελάς, που θυμίζουν τα σχεδιάσματα και τους σκανταλιές τους αθώου παιδιού. Γι’αυτό ίσως και η λέξη «παιχνίδια» τους είναι απόλυτα ταιριαστή.

Διαβάστε περισσότερα