
`
Είχε χρόνια να πατήσει το πόδι του σε πολιτεία.Εδώ και σαρανταπέντε χρόνια, όταν έφυγε από την Ελλάδα και πάτησε τα χώματα της Αμερικής, ξεμπαρκάρισε σε πολιτεία: στη Νέα Υόρκη. Τα πρώτα πέντε χρόνια, γύρισε δέκα μεγάλες πολιτείες, χωρίς να καταφέρει να στεριώσει σε καμιά, χωρίς να δει προκοπή. Ύστερα τράβηξε στο εσωτερικό και χάθηκε. Πεδιάδες ατέλειωτες, πλούσια λιβάδια κι ερημότοποι, που τους ψήνει η κάψα κι η αναβροχιά. Χιλιάδες μίλια σπαρμένα, κι άλλες τόσες άσπαρτες, ανόργωτες απεραντοσύνες, με μονάχα θερεμένους κάκτους, που δε χρειάζουνται νερό, για να προκόψουν.
Τώρα πάλι, ύστερ’ από σαράντα χρόνους μεροκάματο σ’ απόκοσμες φάρες, ξανάμπαινε σε πολιτεία.
Βέβαια, δεν ήταν ούτε η Νέα Υόρκη, ούτε το Σικάγο, ούτε το Λος Άντζελες. Για τούτη τη μεγάλη χώρα, η πολιτεία που ήρθε ο Θανάσης Μερτίκας λογαριάζεται χωριό, που δεν ξεπερνούσε τις πέντε χιλιάδες ψυχές. Είχε όμως όλα τα γνωρίσματα της μεγάλης πόλης, κι ας ήτανε μικρή. Είχε το ” ντραγκ – στορ “, το φαρμακείο δηλαδή, όπου έτρωγε μια ομελέτα, δυο αυγά με μπέικον, ένα σάντουιτς, ένα χέμπουργκερ, δυο λουκάνικα με μουστάρδα, παγωτό βανίλια και κόκα κόλα. Είχε το Γουλσγόρθ, δηλαδή το μαγαζί που πουλούσε ένα σωρό πράματα με πέντε και δέκα σεντς, είχε τον κλασικό τύπο του αμερικάνικου ρεστοράν, την καφετέρια, κι ένα είδος ” Ντεπάρμαντ Στορ “, όπου αγοράζεις ό,τι βάλει ο νους σου σε τιμές συμφερτικές: από εσώρουχα ως κοστούμια, γυναικεία φορέμαρα, κι από κατσαρόλες ως κρεβάτια και καναπέδες σαλονιού.
Κείνο που έκανε όμως το Θανάση Μερτίκα να κοιτάει παράξενα, ήταν τα σπίτια τα πολύπατα, κολλημένα το ένα δίπλα στ’ άλλο, κι οι δρόμοι, όπου σαν μυρμηγκιά κόχλαζε η ζωή: άντρες, γυναίκες , παιδιά` άσπροι, μαύροι, αυτοκίνητα, ποδήλατα – όλα βούιζαν, έτρεχαν, χάνονταν και ξαναγύριζαν!…Απορούσε κι ο ίδιος κι αναρωτιόνταν αν θα το πίστευε κανείς πως άνθρωπος σαραπέντε χρόνια στην Αμερική είχε χάσει την εικόνα της πολύβουης ζωής.
Κι όμως αυτό ήταν η αλήθεια. Σαράντα χρόνια ο Θανάσης Μερτίκας είχε ζήσει ανάμεσα ουρανού και γης, στην καρδιά μιας ατελείωτης πεδιάδας του Σάουθ, όπου δεν αντάμωνε άλλους ανθρώπους από τους φαρμαδόρους, που οργώνανε μαζί, που σπέρνανε μαζί, που θερίζανε μαζί και μαζί βόσκανε τα ζωντανά: γελάδια, άλογα και σκυλιά! Εξόν απ’ αυτούς, αντάμωνε και τους οδηγούς, που φέρνανε τα φορτηγά και φορτώνανε τα σπαρτά και τα γεννήματα.
Από το μέρος που ήταν η φάρμα που δούλευε, ως την πιο γειτονικιά φάρμα, χρειάζόταν πέντε γερές ώρες τρέξιμο αλόγου.
Διαβάστε περισσότερα