Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Σάντρο Πένα, “Το μάθημα της αισθητικής”, biblioteque, 2017 (γράφουν Μαριάννα Παπουτσοπούλου, George Le Nonce)

Για την ποίηση του Σάντρο Πέννα

Το μάθημα της αισθητικής, μτφρ. Σωτήρης Παστάκας, εκδ. Bibliotheque
μια ανάγνωση της Μαριάννας Παπουτσοπούλου

Να ζω θα ήθελα αποκοιμισμένος
μες τον γλυκό ψίθυρο της ζωής.

…μιας και ο έρωτας ο πιο ταπεινός, γεμάτος θαυμασμό και εκστατικός, μπορεί να σε πάει πολύ μακριά στην συνειδητότητα της ζωής. Μέσα σ’ αυτό το όνειρο-αποκοίμισμα της ομορφιάς αποκαλύπτεται ο κόσμος του Σάντρο Πέννα. Ο ίδιος έχει εδώ ορίσει επακριβώς την ποίησή του.
Η Ιστορία, οι κοινωνικές συγκρούσεις, που τόσο τυράννησαν τον φίλο του Πιερ Πάολο Παζολίνι, δεν υπάρχουν, στο εκστατικό και ερμητικό μισούπνι του απόλυτα ερωτικού αυτού λυρικού ποιητή, η σκληρή Ιστορία χάθηκε υπέρ της φύσης σε όλο της το αναγεννησιακό μεγαλείο, σώματα, φως, χρώματα σε νωπογραφία που θυμίζει άλλοτε Τζιότο κι άλλοτε Τσαρούχη…..
Ο αναγνώστης έχει να κάνει με μια ποίηση άμεση, αισθησιακή, αλλά και ανοιχτή στην έκπληξη μιας αιφνίδιας εικόνας που όλα τα αλλάζει, μοιάζοντας και όντας συμβολική για όλη την ύπαρξη. Εδώ και η συγγένειά του με τους αρχαίους λυρικούς ή τον Λεοπάρντι.

Σελ. 8

Κι όπως ο άνεμος κινεί την θάλασσα το ίδιο
σπρώχνουν φωνάζοντας οι άντρες τις βάρκες

Άλλωστε
η ευτυχία αργότερα βγάζει φτερά,

τα φτερά του έργου προφανώς, ή καταδύεται στα σκοτεινά βάθη να βρει το σπάνιο υλικό,
όπως διαβάζει κανείς το ποίημα,

Εφηβεία

Τις νύχτες του χειμώνα έκανα καταδύσεις
στη σκοτεινή εξοχή: χανόμουν
όπως στη θαλπωρή μιας γυναικείας ποδιάς.

ποίημα εντελώς ανάλογο με την Αίσθηση του Ρεμπώ, και πιστεύω διόλου τυχαία, αφού ο Πέννα λειτουργεί κυρίως με εκλάμψεις μέσα σε μια ποίηση μονογραμμικά απλή, σχεδόν μονοθεματική, που βλέπει τα αγόρια, την ομορφιά τους, τη φευγαλέα σχέση των σωμάτων μέσα στο εκτυφλωτικό τοπίο του ήλιου και της θάλασσας ή δίπλα στο μονότονο πέρασμα του τραίνου της ζωής στις πεδιάδες με τα γελάδια και τα βόδια.

Sempre fanciulli nelle mie poesie!
Ma io non so parlare dʼaltre cose.
Le altre cose son tutte noiose
Ιo non posso cantarvi Opere Pie .

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Γιώργος Καραναστάσης, «Με τα μάτια της ψυχής μου»

`

Στιγμιότυπο Πρώτο/Η περιπλάνηση

«Σε έναν κόσμο που τα όνειρα είναι σαν χάρτινα σπιτάκια, και οι στιγμές μας μετριούνται με έγχρωμα χαρτάκια η αλήθεια περισσεύει και κανέναν δεν κυριεύει.»
Ο Ουρανός σήμερα είναι χλωμός, ο δυνατός αέρας κινεί με πάθος τα πάντα στο διάβα του. Η αίσθηση μου αφουγκράζεται μια μυστήρια ζωντάνια. Βγήκα έξω από το σπίτι, ήταν νωρίς το πρωί. Σκοτεινιά τύλιξε γρήγορα το βλέμμα μου. Ο αέρας συνέχιζε να παγώνει και να μετατρέπει την ζέστη μου σκέψη σε κρυστάλλινη πέτρα. Τα φύλλα πεσμένα μπρος στα πόδια μου να ηχούν σαν αλυσίδες. Έτσι αισθανόμουν εκείνη την στιγμή. Κοίταξα χωρίς δεύτερη σκέψη τα σύννεφα, σχήματα ντύθηκαν σε μια στιγμή τα ασπρόγκριζα στολίδια. Έμοιαζαν σαν χάρτης μιας ακανόνιστης και άγνωστης χώρας, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία το που. Κατέβασα το βλέμμα μου και κοίταξα ψηλά. Με τύλιξε το παράπονο και η μελαγχολία. Δεν πρόλαβε να περάσει άλλη στιγμή και ο νους μου σαν ταινία πρόβαλε στις κόρες των ματιών μου εικόνες. Από αυτές που όλοι ξέρουμε, όμως κανένας μας δεν θέλει να θυμάται. Άπλωσα το χέρι μου ψηλά, νόμιζα πως μπορούσα να πιάσω τον άνεμο, με χάδευε με δύναμη.Ένιωθα πώς τα σύννεφα ήταν τα σχήματα μου, και πως μπορούσα να δημιουργήσω πλάθοντας ότι φανταστώ. Ήθελα κάτι ευχάριστο και πρόσχαρο για να ξανά ζεστάνω την σκέψη μου. Όμως όσο και αν προσπαθούσα να πλάσω τα σύννεφα σαν πηλό, τόσο εκείνα συνέχιζαν και δημιουργούσαν ένα χάος περίεργων σχημάτων. Έκανα δύο βήματα προς την πόρτα της εισόδου μου, ο άνεμος φύσηξε τόσο δυνατά σαν να ήθελε κάτι να μου πει, σαν να ήθελε να μείνω για λίγο ακόμη έξω. Σε εκείνο το στιγμιότυπο η αίσθηση μου είχε μετατραπεί σε μάγο, τα κλαδιά των δέντρων φοτωβολούσαν σαν ραβδί. Το σώμα μου ολόκληρο κυριεύονταν από τα χάδια του ανέμου. Εκείνος είχε μαγικούς και τρελούς σκοπούς για εμένα, για έμενα που είμαι τώρα το κορμί του κόσμου, ο περιπλανητής που πρέπει να δει και να βιώσει. Ένα φύσημα του πλημμύρισε το είναι της ψυχής μου. Ο νους μου καθοδηγούσε σαν τηλεχειριστήριο τα πολλαπλά ματιά της ψυχής μου. Που ξεκίνησε ένα ταξίδι με πλοηγό τον άνεμο. Όμως το σώμα έμενε καρφωμένο, ακλόνητο και ακούνητο στο ίδιο σημείο, σαν αιώνια πέτρα της γης. Τα σύννεφα σχημάτισαν ένα καράβι, ο άνεμος κινούσε το καράβι με πορεία όσα έπρεπε να δω πριν άλλη μια νέα χρονιά γραφτεί στο βιβλίο της ζωής.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Κώστας Νταής, “Μικρό Βιογραφικό”


Φοιτητες τις Σχολης Καλών Τεχνων Τηνου, 1971 – Κ,Νταης αυτος με τα γυαλια,,,

Λάρισα. Το 1960 ήμουν έξι ετών, με ένα χαρτονάκι και με μισό μολυβάκι στο χέρι ζωγράφιζα τα κορίτσια της γειτονιάς την ώρα που κεντούσαν, όταν χτενίζονταν ή όταν με σταυρωμένα χέρια καθόταν στα πεζούλια των σπιτιών. «Μπράβο Κωστάκη, τι θα γίνεις ζωγράφος;». «Ναι, ζωγράφος», τους έλεγα σοβαρός. «Θα πεθάνει στην ψάθα», λέγαν οι άντρες και όντως έτσι ήταν, τότε και τώρα.
Στο ένατο δημοτικό σχολειό δεν άνοιγα ποτέ βιβλίο και όταν το άνοιγα ζωγράφιζα στα περιθώρια των σελίδων αεροπλανάκια, περικεφαλαίες και μασίστες. Από την πρώτη δημοτικού ήμασταν τρεις φίλοι κολλητοί που ζωγραφίζαμε καλύτερα από όλους, ο Αντώνης, ο Γιώργος και εγώ. Ο Αντώνης μπάρκαρε μηχανικός στα γκαζάδικα, ο Γιώργος καπετάνιος στο εμπορικό ναυτικό και εγώ συνέχισα να ζωγραφίζω και να σμιλεύω τα μάρμαρα. Στη δευτέρα δημοτικού ζωγράφισα ένα γάιδαρο και ο δάσκαλος με επαίνεσε πολύ και το έδειξε στους δασκάλους και στα παιδιά. Πήραν τα μυαλά μου αέρα ότι ζωγραφίζω ωραία και ονειρευόμουν να το μάθουν όλοι στη γειτονιά μας και κάποτε ίσως όλη η συνοικία -δηλαδή η Φιλιππούπολη-, μέχρι εκεί έφτανε η φιλοδοξία μου.

Στο σχολείο συνέχισα να μην ανοίγω βιβλίο, μου βάζανε χαριστικώς εξάρια να περνώ τις τάξεις, κανονικά ήμουν για πεντάρια. Ζωγράφιζα συνέχεια και παντού, η μάνα μου τα έβρισκε και τα έκαιγε, μου έριχνε και ξύλο γιατί δεν διάβαζα παρά μόνο ζωγράφιζα. Ο πατέρας, πιο καλλιεργημένος, δεν μου έλεγε τίποτα.
Όταν μεγάλωσα λίγο μάζευα πενηνταράκια και δεκάρες, έκλεβα και κανένα φράγκο από τη μάνα μου αλλά το καταλάβαινε γιατί δεν είχε και πολλά και πάλι τις έτρωγα κανονικά. Όταν γινόντουσαν τέσσερις δραχμές πήγαινα Κυριακή πρωί στο Σινέ Παλλάς και έβλεπα τρεις ʽʼΜίκη Μάουςʼʼ και μια ταινία, πότε Ταρζάν, ποτέ καουμπόικο ή τον Μασίστα.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Τζέιν Ώστιν, «Σάντιτον», (μετάφραση-επίμετρο: Λαμπριάνα Οικονόμου), εκδ. Κοβάλτιο, 2017

`

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

ΚΑΘΕ ΜΕΡΟΣ ΕΧΕΙ και την εξέχουσα κυρία του. Στο Σάντιτον αυτή ήταν η λαίδη Ντέναμ• και καθʼ οδόν από το Ουίλινγκτον προς την ακτή, ο κ. Πάρκερ την περιέγραψε στη Σάρλοτ με περισσότερες λεπτομέρειες από όσες η ίδια του είχε ζητήσει. Τη μνημόνευε συχνά κατά την παραμονή του στο Ουίλινγκτον· αναγκαστικά, εφόσον ήταν συνέταιρός του στην επένδυση. Άλλωστε, ήταν αδύνατον για οποιονδήποτε να αναφέρεται επί μακρόν στο Σάντιτον δίχως να συστήσει τη λαίδη Ντέναμ: εύπορη ηλικιωμένη γυναίκα, είχε θάψει δύο συζύγους και εκτιμούσε την αξία των χρημάτων· ευυπόληπτη, συγκατοικούσε με έναν φτωχό εξάδελφό της − αυτά ήταν ήδη γνωστά. Εντούτοις, μερικές επιπρόσθετες λεπτομέρειες για το παρελθόν και τον χαρακτήρα της διασκέδαζαν την πλήξη μιας μεγάλης ανηφόρας ή των κακοτράχαλων σημείων του δρόμου και εφοδίαζαν τη νεαρή επισκέπτρια με τις απαραίτητες γνώσεις για το άτομο, με το οποίο αναμενόταν να έρχεται σε καθημερινή επαφή αποδώ και στο εξής.
Η λαίδη Ντέναμ υπήρξε μια ευκατάστατη δεσποινίς Μπρέρετον· γεννήθηκε για να είναι πλούσια, μα όχι και μορφωμένη. Πρώτος της σύζυγος ήταν κάποιος κ. Χόλις, με διόλου ευκαταφρόνητη περιουσία στην περιοχή· μεταξύ άλλων και μία έπαυλη στο Σάντιτον. Όταν παντρεύτηκαν, αυτός ήταν γέρος και εκείνη περίπου τριάντα ετών. Τα κίνητρά της γιʼ αυτό τον γάμο ήταν σχεδόν ακατανόητα, δεδομένου ότι το ζευγάρι το χώριζαν σαράντα χρόνια· μα φρόντιζε θαυμάσια τον κ. Χόλις και του πρόσφερε τόση χαρά ώστε της κληροδότησε τα πάντα μετά θάνατον − όλη του την περιουσία. Αφού έμεινε χήρα για μερικά χρόνια, ενέδωσε πάλι στην παντρειά. O εκλιπών σερ Χάρι Ντέναμ, του Ντέναμ Παρκ στο Σάντιτον, κατάφερε να τη μεταπείσει και να βάλει χέρι στα υψηλά της εισοδήματα· απέτυχε, όμως, να αυξήσει εφʼ όρου ζωής τα πλούτη της οικογένειάς του. Ήταν υπερβολικά καχύποπτη για να απεμπολήσει την εξουσία της από οτιδήποτε της ανήκε και μόλις, αφότου απεβίωσε ο σερ Χάρι, επέστρεψε στο σπίτι της στο Σάντιτον, λέγεται πως καυχήθηκε σε φιλικό της πρόσωπο: «Το μόνο που πήρα από αυτή την οικογένεια ήταν ο τίτλος· μα δεν τους έδωσα τίποτα γιʼ αντάλλαγμα».

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Ισμαήλ Κανταρέ, “Αγαπά η ανθρωπότητα τη λογοτεχνία;” (Μετάφραση από τα Αλβανικά: Σοφία Σάζο)

Ομιλία σε διάσκεψη που πραγματοποιήθηκε σε ένα παγκόσμιο φόρουμ για τη λογοτεχνία στο Μόναχο, στις 22 Μαρτίου του 1992.

Αγαπά ο κόσμος τη λογοτεχνία; Πιθανόν να μην είχαμε το δικαίωμα να θέσουμε αυτό το ερώτημα, που παραπέμπει στους φτηνούς διασκεδαστές της τηλεόρασης, όταν προσπαθούν να ξαναζωντανέψουν μια στείρα συζήτηση, λες και, εν τω μεταξύ, δεν είχε τεθεί το ερώτημα εδώ και χιλιάδες χρόνια. Είναι γνωστό ότι έχουν υπάρξει δύο αντίθετες μεταξύ τους -αλλά και ενάντιες στη λογοτεχνία- τάσεις.
Η λογοτεχνία, επομένως, γεννήθηκε μαζί με μια απάρνηση, με ένα εμπόδιο. Παρόλο που εκ πρώτης όψεως φαίνεται παράταιρο, αν συλλογιστούμε λίγο, θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι η άρνηση ταιριάζει στη λογοτεχνία, και μάλιστα με έναν τρόπο τελείως φυσικό. Άρνηση και λογοτεχνία είναι φτιαγμένες από το ίδιο υλικό. Εν ολίγοις, η λογοτεχνία φαίνεται να καθοδηγείται περισσότερο από το διάβολο παρά από τους αγγέλους.
Ας δούμε τα πράγματα πιο απλά. Στη λογοτεχνία, δηλαδή στα πρώτα προφορικά ποιήματα, το θέμα συνήθως είναι η επιστροφή από κάποιο μακρινό ταξίδι, στα πέρατα του κόσμου, της ερημιάς ή του θανάτου.
Οι πρώτοι οδοιπόροι που επιστρέφουν από μακρινά ταξίδια, ήταν ουσιαστικά και οι πρώτοι συγγραφείς. Επιστρέφοντας στον τόπο τους, κατά τη διάρκεια του μοναχικού ταξιδιού, περιεργαζόντουσαν τα γεγονότα, ώστε κατά την εξιστόρησή τους να προκαλούν όσο το δυνατόν μεγαλύτερο ενδιαφέρον στους ακροατές. Έτσι, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού διαμόρφωναν τους διαλόγους, ζωντάνευαν τα γεγονότα αναδεικνύοντας κάποια και αποσιωπώντας κάποια άλλα και έκαναν πιο ζωηρά τα χρώματα.
Όμως, παρόλο που οι οδοιπόροι μετέφεραν τα γεγονότα, οι ήρωές τους ήταν πολύ μακριά. Αυτοί συνήθως έλειπαν, ήταν μονίμως πέρα, πέρα από τα σύνορα της χώρας και συνήθως πέρα από τη ζωή, δηλαδή νεκροί.

Διαβάστε περισσότερα